Εορτολόγιο

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού… ”

 

“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού… ”


“Όσοι λένε την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με), αυτοί θα ξεπεράσουν όσα έρχονται με τη βοήθεια του Θεού… ”

“Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν.

Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος.

Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα.

Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια.

Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας.

Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε.

Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως.

Ούτω πως και εμείς.

Και η προετοιμασία είναι γνωστή.

Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε.

Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθούμε, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε:

«Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος»…

Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση.

Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα.

Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ.

Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση όλα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού…

Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν»

(Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δεχθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.

Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό.

Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξη Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες.

Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω.

Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει:

«Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, …επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας…»

(Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον.

Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.

Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδει­χθούν σήμερα οι Άγιοι;

Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;

Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων.

Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους.

Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο.

Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας.”

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Γέροντας Ευσέβιος Βίττης - Η Κατάκριση μέρος Γ΄

 

Γέροντας Ευσέβιος Βίττης - Η Κατάκριση μέρος Γ΄

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού πατρός

Ευσεβίου Βίττη με θέμα: 
Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ

- ΜΕΡΟΣ Γ' -

Η φωνή της πατερικής σοφίας απέναντι στο πάθος της κατάκρισης Β΄

Είπε κάποιος γέρων: Όπως εκείνος που δέχεται στον κόρφο του φωτιά καίγεται, έτσι δεν θα ξεφύγει την καταλαλιά αλλά θα βλαβεί από αυτήν και εκείνος που επιδιώκει τις πολλές συντυχιές. Αυτός αναφέρεται στους μοναχούς βέβαια διότι λέει, άμα βγεις και φύγεις από το κελί σου κι αρχίσεις να πας από δω κι από κει θα γίνουν κατηγορίες του ενός προς τον άλλο. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρόσεχε να είσαι συγκεντρωμένος στο θέμα αυτό. Βέβαια δεν αναφέρεται κατευθείαν στους ανθρώπους που ζουν στην κοινωνία, που έχουν σχέσεις, αλλά για σκεφθείτε πόσες είναι οι φορές εκείνες κατά τις οποίες έγινε μια συνάντηση και δεν έγινε κάποιο κουτσομπολιό; Πολύ σπάνιο αυτό… Μιλούμε για τον άλφα και τον βήτα κατά τρόπον τέτοιον, που δεν μας οικοδομεί.

Και η Αγία Συγκλητική, είναι μια πάρα πολύ σοφή οσία και αγία, πολύ, πρώτου μεγέθους οσία· πολλοί την συγκρίνουν με τον Άγιο Αντώνιο, τόσο μεγάλη μορφή ήταν. Κι όταν διαβάσει κανείς τη βιογραφία της δεν θα δει τόσο πολλά στοιχεία ιστορικά όσο θα δει πολλά διδακτικά, διότι μιλάει πάρα πολύ ωραία. Λοιπόν τι λέει για την κατάκριση:
Έλεγε η μακαρία Συγκλητική ότι είναι βαρύ και ολέθριο η κατάκριση· για κάποιους όμως είναι τροφή και ανάπαυση, ξεκουράζονται, τρώνε πνευματική τροφή ενώ πρόκειται περί απορριμμάτων εν πάση περιπτώσει και ακαθαρσιών. Εσύ όμως μη θέλεις να γίνεις δοχείο κακών αλλά κάνε την ψυχή σου απλή, γιατί αν υποδεχθείς τη δυσωδία του λόγου αυτού που κατακρίνει θα δημιουργήσεις κηλίδες ακαθαρσίας στην ψυχή σου. Επομένως μολύνεις τον εαυτό σου δεχόμενος την κατάκριση των άλλων. Θα ‘ρθουν λογισμοί, που θα σου έρχονται διαρκώς και θα μισείς εκείνους τους οποίους συναναστρέφεσαι και οι οποίοι σε συναναστρέφονται χωρίς λόγο· διότι αν γεμίσουν τα αυτιά σου από την απανθρωπία και τη σκληρότητα αυτών που κατηγορούν θεωρώντας τους άλλους ανθρώπους θα τους βλέπεις όλους εχθρικά, θα γίνεις δύσπιστος, θα τους θεωρείς ότι όλοι είναι τέτοιοι, ενώ δεν είναι… Πρέπει λοιπόν να φυλάγεις τη γλώσσα σου και την ακοή σου, για να μη λες κάτι εις βάρος των άλλων αλλά και ούτε να ανέχεσαι να ακούς τέτοια πράγματα. Και είναι γραμμένο να μην παραδέχεσαι πράγματα μάταια και καθόλου οικοδομητικά από τους άλλους.

Και αλλού λέγει πάλι: Αυτόν που μιλούσε εις βάρος του διπλανού του τον έδιωχναν, είναι στους Ψαλμούς αυτό γραμμένο, και σ’ εκείνο το σημείο λέει πάλι ο ψαλμωδός: δεν θέλω να μιλάω για το τι κάνουν οι άλλοι. Εμείς όμως μιλάμε και για ό,τι δεν κάνουν οι άλλοι. Άλλο πράγμα. Που πάει πλέον, μεταφέρεται η κατηγορία, γίνεται συκοφαντία, το κουτσομπολιό γίνεται συκοφαντία. Πρέπει λοιπόν να μην παραδεχόμαστε αυτά που λέγονται εις βάρος των άλλων, συνεχίζει η Αγία Συγκλητική, και να μην τα πιστεύουμε αυτά που λένε εις βάρος των άλλων ανθρώπων. Αντίθετα, να ενεργούμε σύμφωνα με αυτά που λέει ο προφήτης· κι εγώ, λέει, μοιάζω σαν εκείνον που δεν ακούει, που είναι κουφός, και δεν μιλάει γιατί δεν έχει λαλιά. Καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. [Ψαλμός 37] Μοιάζω, λοιπόν, σαν κουφός και βουβός. Τόσο πολύ, λέγει η Αγία Συγκλητική, ότι πρέπει να φθάσουμε, σ’ αυτό το σημείο πρέπει να φθάσουμε· ένα σημείο που μπορούμε να κρίνουμε τον εαυτό μας αναλόγως.

Ο Άγιος Χρυσόστομος: μη κατηγορείς, μη χτυπάς, μη βρίζεις τον άλλον. Ο άλλος έχει ανάγκη από φάρμακα και όχι από τραύματα. Έχει ανάγκη ελέους και όχι από ξίφος. Όταν τα σκεφτόμαστε όλα αυτά και χαλιναγωγήσουμε τη γλώσσα μας και βγάλουμε την απανθρωπία τότε πλέον θα μπορούμε να παρηγορούμε τους άλλους ανθρώπους. Πολύ σπουδαίο αυτό που λέγει ο άγιος Πατήρ!

Και προχωρούμε παρακάτω στον Άγιο Ισαάκ το Σύρο: Να επιμένεις πάντοτε να λες τον καλόν λόγο για τον άλλον και δεν θα σε βρίσει κανένας. Γιατί η κακολογία και η κατάκριση και το κουτσομπολιό γεννάει κακολογία ενώ η ευλογία γεννάει ευλογία. Την ημέρα που θα κακολογήσεις κάποιον να σκέπτεσαι τον εαυτόν σου νεκρόν· και άνθρωπο που άδικα παρουσίασες σε ό,τι κι αν κάνεις καλό, έστω κι αν νομίσεις πως μιλάς για να οικοδομήσεις τους άλλους, τον αδικείς. Δεν πρέπει να κατεδαφίζεις το δικό σου σπίτι για να χτίζεις το σπίτι κάποιου άλλου. Κι αν κανένας άλλος πάει να μιλήσει εις βάρος κάποιου άλλου μπροστά σου, δείξε δυσαρέσκεια και τότε θα βρεθείς φυλαγμένος από την οργή του Θεού και από εκείνον που άλλοι κατηγορούν.

Και ο όσιος Υπερέχιος, που είδαμε προηγουμένως: ας μην προφέρει το στόμα σου λόγο εις βάρος του άλλου γιατί η κληματαριά δεν βγάζει αγκάθια. Θεωρείς τον εαυτό σου καλόν; Αν είναι καλός, καλά λόγια να λες. Αν λες ότι είσαι καλός και κατηγορείς τον άλλον, είσαι κληματαριά που βγάζει αγκάθια· δηλαδή δεν είσαι καν κληματαριά, είσαι αγκάθι.

Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις [Ψαλμός 49] κάνει έναν υπομνηματισμό στον  Ψαλμό αυτόν, λοιπόν, για να τον διορθώσω, λέει ο άλλος, τα λέω αυτά· δεν χρειάζεται να διαβάλεις κρυφά, αλλά όπως διέταξε ο Χριστός, να πας να διορθώσεις τον άλλον ιδιαιτέρως. Μίλησέ του γι’ αυτό το πράγμα, εάν έχεις τη δυνατότητα να του μιλήσεις. Γιατί οι δημόσιες κατηγορίες συχνά καθιστούν τους ανθρώπους πιο αδιάντροπους και σπρώχνει στο ακριβώς αντίθετον αυτός ο λόγος τον οποίον λέει κανείς εις βάρος. Γιατί, διότι εσύ επιδιώκεις να χτυπήσεις την καλή του φήμη και γίνεται το αντίθετο. Αυτό γίνεται με καλούς λόγους, δηλαδή τον να στηρίξεις τον άλλον, κι όχι με κατηγόριες. Μην κατηγορείς λοιπόν και μην κακολογείς για να μην μολύνεις και τον εαυτό σου, να μην μολύνεις και αυτόν που σε ακούει. Μην ανακατεύεις βόρβορο με λάσπη, με πηλό για να κάνεις τούβλα αλλά πλέκε στεφάνια από ρόδα και μενεξέδες κι άλλα λουλούδια. Και μην κουβαλάς κοπριά με το στόμα σου όπως κάνουν τα σκαθάρια. Δεν ξέρω αν τα ξέρουν όλοι ή αν έχουν δει τα σκαθάρια· ό,τι κοπριές βρίσκουν από ζώα τις κάνουν στρογγυλούς βώλους και τις κυλούν με το στόμα τους, αυτή τη δυνατότητα έχουν. Και αυτό κάνουν όσοι κατηγορούν και κατακρίνουν τους άλλους, αυτοί απολαμβάνουν πρώτοι δυσωδία. Φρόντιζε να φέρνεις άνθη σαν τις μέλισσες και κάνε κηρήθρες όπως εκείνες και γίνε επιεικής προς όλους. Τον φιλοκατήγορο τον αποστρέφονται όλοι σαν κάποιον που βρωμάει, σαν βδέλλα που ρουφάει το αίμα, σαν σκαθάρι που τρέφεται με την κόπρον του κακού των άλλων. Τον άνθρωπο, όμως, που μιλάει με καλό τρόπο κι αποφεύγει την κακογλωσσιά και την κατάκριση, τον πλησιάζουν όλοι ως κοινόν μέλος όλων, ως γνήσιον αδελφόν, ως γιο τους, ως πατέρα τους, ως φίλο τους. Σκέψου για λίγο τον Φαρισαίο· δεν ήταν σαν τον Τελώνη αλλά έγινε χειρότερος από τον Τελώνη επειδή κατέκρινε τον Τελώνη και τον κακολόγησε. Δεν ήταν Φαρισαίος ο Τελώνης αλλά αποδείχτηκε εναρετότερος από τον Φαρισαίο διότι κατηγόρησε τον εαυτό του. Θέλεις να κατηγορήσεις; Έχεις μένος να κατηγορήσεις; Κατηγόρει τον εαυτό σου, λέγει ο Άγιος.

Και προχωρούμε παρακάτω. Ας παιδεύσουμε τη γλώσσα μας να έχει χαλινάρι. Και να μην λέγει όλα όσα λέγει επειδή τού ‘ρθαν έτσι του κάπνισε, έτσι ήρθαν στο μυαλό του. Μη αλλήλους δάκνειν και κατεσθίην, να μην δαγκώνουμε και κατατρώγουμε ο ένας τον άλλον. Θέλεις να κατηγορήσεις; Πες τις αμαρτίες σου. Εάν γίνεις άλλου κατήγορος, κολάστηκες. Εάν κατηγορήσεις τον εαυτό σου, στεφανώθηκες. Είναι μαχαίρι ακονισμένο η γλώσσα. Αλλά ας μη φέρουμε και δημιουργούμε θραύματα στους άλλους αλλά ας κόβουμε με το μαχαίρι αυτό τις δικές μας σαπίλες.

Είπε κάποιος γέροντας: αν κάποιος κατηγορήσει κάποιον και τον ελέγξει η συνείδησή του πρέπει να πάει και να βάλει μετάνοια στον άλλον και να του ζητήσει συγγνώμη, λέγοντας σε κατηγόρησα αδελφέ μου. Και λάβε τα μέτρα σου στο εξής να μην γελαστείς και πέσεις στο ίδιο αμάρτημα· η καταλαλιά και η κατηγορία του άλλου είναι θάνατος της ψυχής.

Αυτός είναι ένας τρόπος ωραίος, που μπορεί κανείς να προσέξει. Διότι άμα πάω να ζητήσω συγγνώμη ταπεινώνομαι, εξευτελίζομαι μπροστά του· το ξανακάνω; Δεν το ξανακάνω. Αλλά να έχω τη δυνατότητα αυτή, να ζητήσω συγγνώμη.

Αν κάποιος κατηγορήσει κάποιον μπροστά σου, κοίτα να μην εντραπείς και να του πεις, ναι, έτσι είναι όπως τα λες, αλλά σώπασε και μην λες τίποτα. Ή πες του, εγώ, αδελφέ μου, είμαι αμαρτωλός, εγώ ο ίδιος είμαι καταδικασμένος, δεν μπορώ να κρίνω τον άλλον· έτσι σώζεσαι κι εσύ, σώζεις και τον άλλον, λέει πάλι ένας ανώνυμος γέροντας στον «Ευεργετινό».

Κι ο άγιος Ησαΐας ο Αναχωρητής: αν κάποιος αδελφός βιαστεί από τον πειρασμό να μιλήσει εις βάρος κάποιου άλλου μπροστά σου, μην ντραπείς να του πεις ότι αμαρτάνει απέναντι του Θεού. Και πες του, με συγχωρείς αδελφέ μου, εγώ είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος και αυτά που λες εναντίον του άλλου είναι και δικά μου, έτσι εκθέτεις κι εμένα και δεν μπορώ να τα βαστάξω αυτά. Εάν δεν νιώθεις εσύ ότι σπρώχνεις στην καταλαλιά, σκέψου πως αν ακούσει ό,τι είπες εις βάρος του άλλου, θα στενοχωρηθεί ο αδελφός. Αυτό δε, θα σε βοηθήσει να αλλάξεις γνώμη και να νιώσεις ανακούφιση, μη υποχωρώντας στον πειρασμό του να πεις κάτι άλλο· αλλά άκουσες κάτι, βάλε φερμουάρ στο στόμα, μην το λες παρακάτω. Το άκουσες· προσευχήσου!

Αδελφοί μου, αν είχαμε αυτό το πράγμα, αυτή την καλή συνήθεια… Άκουσα κάτι, έτσι ή αλλιώς, έτυχε να το ακούσω, ας μην το δουλέψω μέσα μου. Μπορώ να γονατίσω μπροστά στην εικόνα του Χριστού, της Παναγίας και να πω, Θεέ μου, Παναγία μου, σε παρακαλώ, βοήθησε αυτόν τον άνθρωπο. Υπέπεσε σε αυτό το αμάρτημα, σε αυτή την έννοια που άκουσα· βοήθησέ τον! Αν ήταν παιδί μου, αν ήταν δικός μου άνθρωπος, δεν θα το ‘καμνα; Γιατί μας λείπει τόσο πολύ η αγάπη; Μπορεί κάποιοι να το κάνουν. Αλλά πρέπει να το κάνουμε όλοι!

Κάποιοι αιρετικοί από την Αλεξάνδρεια πήγαν στον Αββά Ποιμένα κι άρχισαν να κατηγορούν τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και να λένε πως δεν είναι χειροτονημένος κανονικά, τον χειροτόνησαν πρεσβύτεροι κλπ. Ο Αββάς δεν είπε τίποτα. Φώναξε στον υποτακτικό του και του λέει, σε παρακαλώ, αδελφέ, βάλε κάτι στους αδελφούς να φάνε. Δεν τους είπε τίποτα. Να φάνε· το οποίο σήμαινε, αφού φάνε να παν στο καλό. Έτσι κάναν συνήθως. Με τον τρόπον αυτόν τους δίδαξε. Ήταν ένας ωραίος τρόπος! Δεν τους ήλεγξε. Αλλά κατάλαβαν αυτοί ότι ο γέροντας, που ήταν περίφημος, ένας από τους πιο διακριτικούς γέροντες που έχουμε μέσα στην ασκητική ιστορία, τους εδίδαξε με αυτόν τον τρόπο. Δεν μου αρέσουν αυτά. Αλλά με ευγένεια! Επειδή είχε κύρος, δεν τους είπε, φύγετε από δω, μην σας δω κλπ. Βάλτους αδελφέ να φάνε! Αφού φάνε, άντε λοιπόν να πάτε στο καλό, ευχαριστώ πάρα πολύ για την επίσκεψη που κάνατε. Και τελείωσε η υπόθεση.

Συνεχίζεται...

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ένας “ασήμαντος” μοναχός μέσα στην νύχτα

 

Ένας “ασήμαντος” μοναχός μέσα στην νύχτα


Ένιωθα να πνίγομαι. Χανόμουν. Κανένα έλεος. Καμία βοήθεια. Απώλεια. Σκότος. Πήρα ανάσα. Ξύπνησα… μέσα στο ιλαρό φως του καντηλιού μου. Η καρδιά μου κτυπούσε σε ρυθμούς φόβου.

«Κύριε, ελέησόν με…» ψιθύριζα δειλά, λες και απέφευγα να με ακούσει κάποιος κρυμμένος εχθρός.

Με την ευχή, σίγα σιγά, γαλήνευσα. Ήρθα στα συγκαλά μου.

«Γιατί φοβήθηκα; Γιατί τόση αγωνία; Όλα αυτά από ένα όνειρο; Όλα αυτά από κάτι το ψεύτικο και φτιαχτό;» αναλογίστηκα. “Χρόνια μοναχός και όμως τίποτα δεν κατάφερα, ακόμα φοβάμαι από ψεύτικους εφιάλτες…” συνέχισα.

Η ώρα ήταν τρεις τα ξημερώματα.  Πήγα να γυρίσω πλευρό, μα κάτι μου έλεγε να μην το κάνω. Κάτι με παρακινούσε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου και να πάω προς το παράθυρο. Κρύο. Ένα τρέμουλο διαπέρασε το σώμα μου καθώς έκανα στην άκρη την κουβέρτα. Σηκώθηκα. Το καντηλάκι στο εικονοστάσι έδινε μία εικόνα θαλπωρής ετούτη την ώρα. Έκανα δύο βήματα και στάθηκα μπροστά στις κλειστές κουρτίνες. Δεν ήθελα να τις ανοίξω, μα κάτι μου έλεγε να το κάνω.

Ησυχία. Είναι αρχές του χειμώνα, ούτε πουλιά, ούτε τζιτζίκια. Σιγή. Κάνω να αγγίξω την κουρτίνα και ξάφνου αισθάνομαι μία παρουσία έξω από το δωμάτιό μου. Κάνω τον σταυρό μου. Σιγά σιγά ανοίγω την κουρτίνα και δειλά κοιτώ. Σκοτάδι. Το φεγγάρι φωτίζει ελάχιστα τα ανεμοδαρμένα κυπαρίσσια.

Φυσά, όμως δεν ακούω τον άνεμο.

«Θα ανοίξω το παράθυρο» σκέφτομαι, και το κάνω. Ο άνεμος δυνατός, τον ακούω…αλλά δεν ακούω μόνο αυτόν. Σαν να ακούω ανθρώπινη λαλιά. Σαν να βρίσκεται κάποιος εκεί έξω. «Μα, τι γλυκιά φωνή είναι αυτή;» Από πού την φέρνει ο άνεμος; Είναι ανθρώπινη ή αγγελική; Είναι επίγεια ή ουράνια;

Ρίχνω στους ώμους μου το χειμωνιάτικο πανωφόρι μου και κάνω να βγω έξω. Κάνω τον σταυρό μου. «Κύριε, τι μου επιφυλάσσει αυτή η έξοδος;».

Είμαι έξω. Μόνος με τον αγέρα. Αρχίζω να βαδίζω προς το καθολικό της μονής. Τίποτα. Ο άνεμος αρχίζει να δυναμώνει.  «….ελέησόν, με» ακούω πέρα, από τα κοιμητήρια. Πηγαίνω προς τα εκεί. Κρυώνω, το κομποσχοίνι στο χέρι μου κρατιέται σφιχτά από τα ιδρωμένα χέρια μου. Κρυώνω, όμως δεν με νοιάζει. Θέλω να βρω αυτή την φωνή.

Κοντεύω στον κοιμητηριακό ναό του μοναστηριού. Ένα μικρό εκκλησάκι, πετρόκτιστο, παλαιό. Γύρω του οι τάφοι των πατέρων. Ασκητών και γεροντάδων. Κοντοστέκομαι κάτω από την βελανιδιά. Προσπαθώ να δω αν βρίσκεται κάποιος μέσα στο χώρο των κοιμητηρίων. Ο άνεμος δυνατός. Κρυώνω.

Κάνω να κοντέψω, όταν ξανακούω τη φωνή. «Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό…».

Η φωνή ακούγεται καθαρά, γεμάτη πόνο… εκλιπαρεί για έλεος και συγχώρεση. Μένω στην ίδια θέση λέγοντας και εγώ την ευχή. Το κρύο αφόρητο. Στην βιασύνη μου δεν ντύθηκα καλά και τώρα αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι το κρυολόγημα δεν το γλιτώνω.

Ο νους μου πετά, απ’εδώ και απ’ εκεί. Αρχίζω και πάλι να σκέφτομαι ρηχά και ανούσια πράγματα. Μπροστά μου γίνεται κάτι σημαντικό και εγώ σκέφτομαι το κρυολόγημα. Ανασηκώνομαι. Έχει περάσει μισή ώρα και κανείς δεν έχει εμφανιστεί. Μόνο η φωνή ακούγεται τώρα να προσεύχεται για τις ψυχές των κεκοιμημένων. «Κύριε ανάπαυσον τις ψυχές των δούλων σου…». Η ώρα περνά.

Βλέπω κίνηση. Μία μικρή φλόγα βαδίζει μέσα στους τάφους. Ποιος είναι; Δεν μπορώ να διακρίνω καλά… η φλόγα σταματά. Ένα φαναράκι στα χέρια κάποιου ρασοφόρου. Γνώριμη η σιλουέτα αλλά…

Θέλω να φωνάξω, να δηλώσω την παρουσία μου, όμως δειλιάζω…δεν θέλω να διακόψω την στιγμή. Ο ρασοφόρος ανοίγει την πόρτα απ’ το εκκλησάκι και μπαίνει μέσα. Αρχίζει να ψέλνει το «Χριστός Ανέστη…». Το λέει πολλές φορές.

Κάνει να βγει. Το φως από το φαναράκι φωτίζει το πρόσωπό του. Τι έκπληξη! Είναι δυνατόν; Είναι ο γερο-Νικόλας. Ένα από τα λίγα εναπομείναντα γεροντάκια του μοναστηριού.

Το βήμα του είναι πολύ αργό. Βρίσκω την ευκαιρία να φύγω καθώς ξαναγονατίζει μπροστά στο ναό.

«Θεέ μου. Γέρος άνθρωπος μέσα στο κρύο; Εγώ ξεπάγιασα. Αυτός έπρεπε να πεθάνει». Μπαίνω στο κελί μου με την απόφαση να διαδώσω ότι είδα και άκουσα σε ολόκληρη την αδελφότητα.

Πήγα στο κελί μου σχεδόν τρέχοντας, λόγω του κρύου αλλά και για να με καταλάβει ο γερο- Νικόλας.

Έκλεισα την πόρτα…δεν πρόλαβα να βγάλω το πανωφόρι όταν ξάφνου, στην πόρτα μου ακούστηκε ένα απαλό κτύπημα. Η ώρα ήταν τέσσερις και μισή. «Μα ποιος να είναι; Όποιος και να είναι θα του πω για τον γερο-Νικόλα» είπα μέσα μου. Πετώ το πανωφόρι πάνω στην καρέκλα του γραφείου και κάνω να ανοίξω. Μπροστά μου στέκεται ο γερο-Νικόλας. Στο αριστερό του χέρι κρατά ένα φαναράκι και στο δεξί το κομποσχοίνι του.

«Μα… πως; Πότε πρόλαβες να έρθεις;» έχασα τα λόγια μου. Ο γερο-Νικόλας δεν με κοίταξε στα μάτια. Κοιτούσε κάτω, ήρεμος, ειρηνικός.

«Παπά μου, σε παρακαλώ…» είπε ψιθυριστά «…ας μείνει μεταξύ μας».

Τα γόνατά μου λύγισαν, μπροστά στον παπουλάκο. Έπεσα χάμω. Μόλις το αντιλήφθηκε ο γερο-Νικόλας έκανε το ίδιο. Μου έπιασε τα χέρια και μου τα φιλούσε «Έτσι, παπά μου…ας μείνει μεταξύ μας…μόνο ο γέροντας το ξέρει…σε παρακαλώ».

Του έγνεψα καταφατικά μιας και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Ο γερο-Νικόλας δεν με κοίταξε στα μάτια, κοιτούσε κάτω. Σαν να ντρεπόταν για το μεγαλείο του. Τα μάτια του μούσκευαν το κατώφλι του κελιού μου. Βάλαμε μετάνοια και έφυγε. Έφυγε, αφήνοντας πίσω του τα στίγματα ταπείνωσης, ίχνη Θείας Χάριτος.

Κλείνοντας την πόρτα του κελιού μου ξέσπασα σε λυγμούς. Δεν άντεξα. Έκλαιγα από χαρά. Έκλαιγα γιατί ο Θεός με αξίωσε να δω τον κρυφό καθημερινό αγώνα ενός «ασήμαντου» μοναχού. Έκλαιγα για εμένα. Για την ακηδία μου, για τους τύπους που κρατούσα ενώ έχανα την ουσία των πραγμάτων. Έκλαιγα μπροστά στο καντηλάκι του κελιού μου που το άναβα μηχανικά χωρίς ίχνος κατάνυξης…έκλαιγα βουβά μέσα στην νύχτα της προσωπικής μου αποκάλυψης…

Έκλαιγα καθώς ο ήλιος άρχισε να βγαίνει και το τάλαντο τάραξε την ησυχία του τόπου. Δεν είπα τίποτα σε κανένα αδελφό. Μίλησα μόνο με τον γέροντα ο οποίος μου έβαλε κανόνα να μην πω τίποτα μέχρι ο γερο-Νικόλας να κοιμηθεί εν Κυρίω.

Δεν ξέρω αν από τότε ξύπνησα πνευματικά. Δεν ξέρω εάν έστω και λίγο προόδευσα. Ένα ξέρω, μέχρι το τέλος της ζωής του ο γερό-Νικόλα με απέφευγε. Ήταν το τίμημα της εξόδου μου εκείνο το βράδυ από το κελί μου. Ήταν η ταπείνωση του γερο-Νικόλα μπροστά στην δική μου εγωπάθεια.

Ο γερο-Νικόλας μας άφησε. Πήγε να βρει εκείνους που ευχόντουσαν γι’ αυτόν και αυτός προσευχόντας γι’ αυτούς αντίστοιχα. Πήγε να βρει δια του θανάτου την Ζωή που τόσο ποθούσε…

Κάποιες βραδιές που δεν έχω ύπνο. Βάζω το πανωφόρι μου και πηγαίνω μέχρι τα κοιμητήρια. Εκεί, κάτω από την βελανιδιά παρατηρώ τους ξύλινους σταυρούς των τάφων… το χώμα, που σκεπάζει μητρικά τα σώματα εκείνων που πόθησαν τον Ουρανό. Κάθομαι και κοιτώ. Κάποιες φορές είναι σαν να βλέπω τον γερο-Νικόλα με το φαναράκι του να γυρίζει από τάφο σε τάφο και να προσεύχεται για τους αδελφούς που φύγαν…να γυρίζει προς το μέρος μου και να με βεβαιώνει ότι εύχεται και για όλους εμάς, τους ανυποψίαστους παρατηρητές των μεγάλων «ασήμαντων» αγίων που βρίσκονται ανάμεσά μας, οι οποίοι ακόμα δεν έφυγαν, μα και όταν φύγουν, θα φύγουν αθόρυβα, μέσα στην ειρήνη μιας νύχτας που θα ξημερώσει γι’ αυτούς, αιωνιότητα.

πηγή: http://imverias.blogspot.gr

https://simeiakairwn.gr

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης ἔκανε πώς δὲν τὸν εἶδε, μέχρι πού βρῆκε τὸν παπα-Φώτη μπροστά του...

 

Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης ἔκανε πώς δὲν τὸν εἶδε, μέχρι πού βρῆκε τὸν παπα-Φώτη μπροστά του...

Ἡ Μητρόπολη Μυτιλήνης κρατοῦσε σὲ ἀπόσταση τὸν παπα-Φώτη τὸν Λαυριώτη. Ἕνα βράδυ γυρνῶντας ὁ  Μητροπολίτης ἀπὸ κάποιο χωριὸ τὸν εἶδε νὰ περπατάει μόνος του μέσα στὴ βροχή. 
Δὲν σταμάτησε οὔτε νὰ τοῦ μιλήσει, οὔτε νὰ τὸν πάρει. Φτάνοντας ὁ Μητροπολίτης στὴν Μητρόπολη καὶ μὴ ἔχοντας κάνει καμιὰ ἄλλη στάση στὸν δρόμο, βλέπει τον παπα-Φώτη νὰ στέκεται χαμογελαστὸς ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μητροπόλεως καὶ νὰ τὸν χαιρετᾶ. Κανένας δὲν ξέρει μὲ ποιὸν τρόπο βρέθηκε νωρίτερα ἀπὸ τὸν Δεσπότη ἐκεῖ, κάπου 50 χλμ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος πιὸ σύντομος δρόμος. 
Ὁμολόγησε τότε ὁ μητροπολίτης καὶ εἶπε: Ὁ παπα-Φώτης ἢ μεγάλος τρελὸς εἶναι ἢ μεγάλος Ἅγιος καὶ μᾶς δουλεύει ὅλους. 
5 Μαρτίου ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. 
Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του 

Πηγή: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Μνήμη τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη

 

Μνήμη τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη

Σὰν σήμερα, 5 Μαρτίου, ἡ μνήμη μας στρέφεται μὲ σεβασμὸ καὶ συγκίνηση στὴν κοίμηση τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη, μιᾶς φωτεινῆς μορφῆς τῆς ταπεινῆς ἁγιότητος τῆς ἐποχῆς μας. 
Ὁ παπα-Φώτης δὲν ἔζησε μὲ δόξες καὶ τιμές. Περπάτησε στοὺς δρόμους τῆς Μυτιλήνης φτωχός, συχνὰ ξυπόλητος, μὲ ἕνα ἁπλὸ ράσο καὶ μὲ τὴν καρδιά του γεμάτη προσευχή. Στὰ μάτια πολλῶν ἔμοιαζε μὲ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο· στὰ μάτια ὅμως τοῦ Θεοῦ ἦταν ἕνας κρυμμένος θησαυρὸς πίστεως, ἀγάπης καὶ ταπεινώσεως. 
Ἔζησε ὡς «διὰ Χριστὸν σαλός», κρύβοντας τὴν πνευματική του ζωὴ πίσω ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀφάνεια. Ὅπου ὑπῆρχε πόνος, βρισκόταν κοντά. Ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη, προσέφερε ὅ,τι εἶχε – ἀκόμη κι ἂν ὁ ἴδιος δὲν εἶχε τίποτε. 
Ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα δὲν βρίσκεται στὸν θόρυβο τοῦ κόσμου, ἀλλὰ στὴ σιωπηλὴ προσφορά, στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο. 
Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ ἂς γίνει ἡ ταπεινή του πορεία ἕνα μικρὸ φῶς ποὺ θὰ φωτίζει καὶ τὴ δική μας ζωή. 
Αἰωνία του ἡ μνήμη.
 
πηγή:  orthodoxia-ellhnismos.gr
https://makkavaios.blogspot.com

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Πειθήνια όργανα του Σατανά οι Παπικοί.

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Πειθήνια όργανα του Σατανά οι Παπικοί.

… Ἐπάθαμε δυστυχῶς πολλά, διότι στήν ἀρχ τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνα, πού ἐκτιμοῦσαν πολλοί ὅτι θά ἦταν ὁ αἰῶνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Διάβολος διά τοῦ πάπα καί τῶν φιλοπαπικῶν ἐχάραξε ἄλλη πορεία, φιλοπαπική, φιλοδυτική, οἰκουμενιστική, ἐκκοσμικευμένη, ἀνατρεπτική τῶν θεσμῶν καί τῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας.

… Μεταλλάξαμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ψεῦδος τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας καί ἀκαθαρσίας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 1, 24-25).

 Ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν διακοπεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία. Καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία διά τῶν αἰώνων θεωρεῖ αἵρεση καί πλάνη τόν Παπισμό, κατασκεύασμα τοῦ Διαβόλου.

Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός, ὁμόθρονος καί ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ Παπικοί ἔχασαν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς.

… Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στούς «Ἀποδεικτικούς Λόγους, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μᾶς διδάσκει ὅτι καί πάλι ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος, σηκώνει τό κεφάλι του ἐναντίον μας καί προσβάλλει τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεως.

Αὐτός παρεκίνησε τούς παλαιούς αἱρετικούς, τούς Ἀρείους, τούς Ἀπολιναρίους, τούς Εὐνομίους, τούς Μακεδονίους καί πολλούς ἄλλους νά χύσουν τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, τυλιγμένο μέ λόγια εὐσεβείας, καί νά τήν παρουσιάσουν σάν ἕνα νέο θαλερό φυτό γεμᾶτο ἀπό ὡραίους καρπούς.

Αὐτός λοιπόν ὁ πονηρός καί καταραμἐνος ὄφις, «τό πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν», ὁ ἀκούραστος ἐπιτηρητής τῆς ἀπάτης καί εὐμήχανος σοφιστής, δέν ξέχασε καθόλου τήν χαρακτηριστική του κακοτεχνία, ἀλλά μέ τούς Λατίνους, πού εἶναι πειθήνια ὄργανά του, «διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων», διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ καινούργιες διδασκαλίες, πού φαίνεται νά ἔχουν μικρή διαφορά, εἶναι ὅμως ἀφορμές γιά μεγάλα κακά καί προκαλοῦν στήν Ὀρθοδοξία πολλά καί δεινά ἔκφυλα καί ἄτοπα, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι στά δογματικά θέματα περί τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μικρό τό παραμικρό· «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν».