Εορτολόγιο

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Τα τρία ευρώ του Πάπα – Εφραίμ!

 

Τα τρία ευρώ του Πάπα – Εφραίμ!


Ο παπα-Εφραίμ ήταν ένας μοναχός που δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Το κελί του ήταν μια τρύπα στον βράχο, κοντά στα Καρούλια. Οι προσκυνητές που τον επισκέπτονταν, συχνά προσπαθούσαν να του αφήσουν χρήματα, βλέποντας τα τρύπια του παπούτσια.

​— «Γέροντα, πάρε αυτά για τις ανάγκες σου», του έλεγαν.

​Εκείνος δέχονταν μόνο τρία ευρώ. Ούτε σεντ παραπάνω. Αν κάποιος επέμενε να του δώσει ένα εικοσάευρω, ο παπα-Εφραίμ του ζητούσε να πάει στις Καρυές, να το χαλάσει και να του φέρει πίσω μόνο τα τρία.

​Ένας δόκιμος μοναχός από μια γειτονική σκήτη, ονόματι Παύλος, τον ρώτησε μια μέρα γεμάτος απορία:

​— «Γέροντα, γιατί βασανίζεσαι με τα ψιλά; Με τρία ευρώ δεν αγοράζεις ούτε το λάδι της χρονιάς. Γιατί δεν κρατάς κάτι παραπάνω για μια ώρα ανάγκης;»

​Ο παπα-Εφραίμ τον κάλεσε να καθίσει στο πέτρινο πεζούλι, με θέα το απέραντο γαλάζιο.

​— «Άκου, παιδί μου», ξεκίνησε ο Γέροντας. «Το πορτοφόλι μου είναι σαν τη ζυγαριά. Όταν έχει μέσα τρία ευρώ, η πλάστιγγα ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στη γη και στον ουρανό.»

​Το Πρώτο Ευρώ: Είναι το «Ευχαριστώ» για το χθες. Μου θυμίζει πως επέζησα άλλη μια μέρα και δεν μου έλειψε τίποτα.

​Το Δεύτερο Ευρώ: Είναι η «Πρόνοια» για το σήμερα. Αν πεινάσω πολύ, θα πάρω ένα παξιμάδι.

Αν διψάσω, το νερό είναι δωρεάν από την πηγή.

​Το Τρίτο Ευρώ: Είναι το «Φίλεμα» για τον ξένο. Αν έρθει κάποιος πιο πεινασμένος από μένα, πρέπει να έχω κάτι να του δώσω.

​— «Και το αύριο, Γέροντα;», ρώτησε ο Παύλος.

​— «Το αύριο, παιδί μου, κοστίζει ακριβά και εγώ είμαι φτωχός. Αν βάλω στο πορτοφόλι μου τέταρτο ευρώ, θα αρχίσω να σκέφτομαι το αύριο. Και μόλις αρχίσεις να σκέφτεσαι το αύριο, χάνεις τη γαλήνη του σήμερα. Τα τρία ευρώ είναι η εγγύησή μου ότι ο Θεός θα φροντίσει για την τέταρτη πεντάρα.»

​​Λίγο καιρό μετά, ο παπα-Εφραίμ αρρώστησε. Όταν οι άλλοι μοναχοί πήγαν να τον βοηθήσουν, βρήκαν το πορτοφόλι του πάνω στο τραπέζι. Μέσα υπήρχαν, όπως πάντα, τρία ευρώ.

​Δίπλα υπήρχε ένα σημείωμα.

​«Ένα ευρώ για τον παπά που θα με διαβάσει, ένα ευρώ για αυτόν που θα ανοίξει τον τάφο μου, και ένα ευρώ για να κεράσετε έναν καφέ τον πρώτο προσκυνητή που θα έρθει αφού φύγω. Φεύγω πλούσιος, γιατί δεν χρωστάω σε κανέναν ούτε μια ανησυχία.»

​Ο δόκιμος Παύλος κράτησε εκείνο το πορτοφόλι ως φυλαχτό. Όχι για την αξία των χρημάτων, αλλά για να θυμάται πως η πραγματική ευτυχία δεν είναι να έχεις γεμάτες αποθήκες, αλλά ένα ελαφρύ πορτοφόλι που δεν σε τραβάει προς το χώμα.

Εμείς με τρία Ευρώ στο πορτοφόλι μας, Έχουμε γαλήνη στην ψυχή μας;

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε, τούτο γαρ το θέλημα του Θεού εν υμίν». Λέει συνεχώς να κάνετε προσευχή και να ευχαριστείτε τον Θεό για όλα, αυτό είναι το θέλημα Του. Με την προσευχή ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό.

«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε, τούτο γαρ το θέλημα του Θεού εν υμίν». Λέει συνεχώς να κάνετε προσευχή και να ευχαριστείτε τον Θεό για όλα, αυτό είναι το θέλημα Του. Με την προσευχή ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Αγία Σοφία της Κλεισούρας: Θα γίνει μεγάλο κακό αλλά θα καθαριστεί ο κόσμος

 

Αγία Σοφία της Κλεισούρας: Θα γίνει μεγάλο κακό αλλά θα καθαριστεί ο κόσμος

Αγία Σοφία της Κλεισούρας

Παναγία Κλεισούρας Καστοριάς-Σοφία η εν Κλεισούρα ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣnormal_sofia4~0«Είδα μαύρα σύννεφα, η οργή του Θεού κατέβαινε στον κόσμο. Σιγά, σιγά κατεβαίνουν, σιμώνουν και όταν αγγίξουν στη γη τότε θα γίνει ο πόλεμος».
«Μου είπε η Παναγία πώς εκείνα πού είναι στα Ιερά Βιβλία των εκλεκτών του Υιού μου, έρχονται όλα με τη σειρά να γίνουν. Τρίτος πόλεμος θα γίνη… Θα καταστραφούν τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας… Θα σωθή μόνο το ένα τέταρτο…
«Είδα τα δάκρυα της Παναϊας, κάουμε. Κλαίει δια τε μας νύχτα-μέρα, Θεέ μου να μην χαλάσεις τον ντουνιάν».
Θα ’ρθή το κακό και θα χωρίσει το στάρι απ’ την ήρα, τα πρόβατα απ’ τα ερίφια…. “Εκάκινεν ο κόσμος. Θα ρθεί καιρός που θα τρών ανθρώπους.
«Με δείχνει ο Κύριος χωράφια και αγκάθια. Αυτή είναι η γη που ζούμε εδώ. Και με λέει: βλέπεις αυτά τα αγκάθια; Αυτά είναι η αμαρτία, αυτά όλα θα καθαριστούν. Θα γίνει μεγάλο κακό αλλά θα καθαριστεί ο κόσμος»…

-Να μετανοάτε, παιδία μου… Να κάνετε προσευχή, να λέτε Θεέ μου, Θεέ μου, μετάνοιαν ο λαός όλον…
Η Παναγία κλαίει, κάθε μέρα κλαίει. Λέει στον Υιό Tης: Υιέ μου και Θεέ μου, δώσε στον κόσμο σοφία, συγχώρησε τον κόσμο.
« Η Ελλάδα, αν κρατήση την πίστη, θα σωθεί από το κακό πού πρόκειται νάρθή. Αν όμως δεν κρατήσει την πίστη, θα καταστραφεί… Θα πέσουν όλοι οι δαίμονες επάνω της… Θα ’ρθή το κακό και θα χωρίση το στάρι απ’ την ήρα, τα πρόβατα απ’ τα ερίφια….
Αν ο κόσμος μετανοήση, θα πάρουμε την Πόλη με Αγάπη… Αν δεν μετανοήση, θα την πάρουμε με αίμα….
Μετανοήστε, γιατί τα σύννεφα της Οργής του Θεού σίμωσαν στη γη. Μεγάλο κακό έρχεται, από την πολλή αμαρτία.
… Σαν γνήσια προφήτισσα του λαού καθήλωνε όσους της έτρεφαν ευλάβεια με τις αποκαλύψεις της για την οργή του Θεού και τα επερχόμενα δεινά.

«Η Παναΐα τα πόδια της είναι ματωμένα να παρακαλεί για τε μας, μετανοήστε, να ‘σται καλοί άνθρωποι, να νηστευεται, εδώ είμαστε προσωρινοί, να κάνετε προσευχή, τας δέκα εντολας να τηράτε, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, Να ‘χετε ευσπλαχνία, μετανοείτε, έρτεν η οργήν του Θεού, να στεφανουστε αγνοί και καθαροί, να είστουν ευλογημένοι,
Σας παρακαλώ σας, αγαπητά μου παιδίαν του Θεού, όσον μπορείτε πίστιν, ελπίδαν, μετάνοιαν, εξομολόγησιν, καλά έργα παρακαλώ σας, καλάν έργα, καλόν Πνεύμα μαζί σας, καλόν φώτισιν ».
Προέτρεπε για διόρθωση και μετάνοια.
«…Να κάνετε προσευχή, να λέτε Θεέ μου, Θεέ μου μετάνοια ο λαός…»

Της είπε η Παναγία:
— Να μιλάς… Να λες για τα κοντά φουστάνια…
Να λες για την αποστασία… Να κηρύττεις μετάνοια!… Να μην φορούν άσεμνα φορέματα στην Εκκλησία… Νάχουν ταπεινό ντύσιμο.
-Νάστε προσεκτικές… Όχι κοντά μανίκια, όχι κοντά μαλλιά. Η Παναΐα χωλιάσκεται ( θυμώνει )….
-Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου και ύστερα εμάς!… Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας….
Νάχετε φόβον Θεού… Νάχετε Αγάπη… Νάχετε ευσπλαχνία.

Πληγωμένοι από την ζωή αποθαρρυμένοι και τρομαγμένοι έτρεχαν κοντά της και ζητούσαν τις προσευχές της για να προχωρήσουν στην ζωή.
Και εκείνη τους καλωσόριζε ανοιχτόκαρδα. «Καλώς τα πουλία μου, καλώς τα πουλία μου»!
Να είστουνε (είστε) καλά. Χαράν να έσετε (έχετε)!!
-Να μετανοάτε, παιδία μου… Να ευτάτε προσευχήν… Νύχταν και ημέραν… οπού περπατείτε, οπού ευρίουστουν ( ευρίσκεστε ), οπού στέκουστουν, πάντα να λέτε «Χριστέ μ’, να ελεήσ’ με! Με γλυκόν γλώσσαν να μιλάτε με τον Θεόν, να φτάτε προσευχήν».

Εγώ θα φύγω, αλλά να ξέρετε, η λαιμαργία θα χάσει το κόσμον, η λαιμαργία και η υπερηφάνεια.
Ο Θεός περιμένει, περιμένει. Τα μάτια κλειστά, το στόμα κλειστό, τα αυτιά κλειστά, για να κερδίσουμε, ο κόσμος τι κάνει, τι είδες, τι ξέρεις; δεν είδα τίποτα, δεν ξέρω, χαπάρ κι έχω. Δεν ακούω, δεν βλέπω.

Είδες;… Άκουσες;… Κλειδί στο στόμα!…. Το στόμα κλειστόν, να έχει κλειδί. Το στόμαν, κλειδίν. – Πολλά λόγια να μη λέτε, λίγα και ευλογημένα. Να αγαπάτε τον Θεόν και η καρδιά σας να λάμπει ωσάν τον ήλιον. Το στόμα να γίνει βασιλικός και τριαντάφυλλον .
Η Παναΐα κι θα χαντ᾿ σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία).

πηγή


https://romioitispolis.gr

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Ανοικτή Επιστολή προς τους επίδοξους μοιχεπιβάτες του Θρόνου της Μητροπόλεως Πάφου.

 

Ανοικτή Επιστολή προς τους επίδοξους μοιχεπιβάτες του Θρόνου της Μητροπόλεως Πάφου.

Πηγή: https://tasthyras.wordpress.com

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

«Τι καλό μου έκανε ο Γέροντας!»

 

«Τι καλό μου έκανε ο Γέροντας!»


…Μία ημέρα, των Αγίων Αποστόλων ήταν, ήρθε ο παπα-Εφραίμ από τα Κατουνάκια να μας λειτουργήση. Και μου έδωσε εντολή ο Γέροντας Ιωσήφ να μαγειρέψω ένα καλό φαγάκι, επειδή ο παπα-Εφραίμ ήταν πολύ φιλάσθενος και στα πρόθυρα σχεδόν της φυματιώσεως.

Έσπευσα στην υπακοή και εκεί που του μαγείρευα, ο Γέροντας στεκόταν πάνω από το κεφάλι μου και μου έλεγε:

– Δεν ξέρεις να μαγειρεύης τρομάρα να σου ’ρθη. Έτσι μαγειρεύει ο κόσμος και θες να το φάη κι ο παπάς;

– Μόλις τελείωσα, ήρθε στο τσαρδάκι που είχαμε για μαγειρείο και μου λέει:

– Άντε, ζαβέ, φέρ’ το γρήγορα!

– Πήγα το φαγάκι και το έδωσα στον παπά.

– Φύγε από μπροστά μου! Να χαθής, να μη σε βλέπουν τα μάτια μου! Γκρεμοτσακίσου γρήγορα στο κελί σου!

– Να ’ναι ευλογημένο, είπα.

Πήρα λοιπόν την ευχή του Γέροντα και πήγα στο κελλάκι μου, που ήταν δίπλα. Έ! Μόλις πάτησα το πόδι μου μέσα, ήρθε η ευλογία του Θεού με την ευχή του Γέροντα! Είχα τέτοια επίσκεψι από τον Θεό, που μόνο τα σωματικά μου μάτια δεν έβλεπαν τους Αγίους Αποστόλους! Τόση Χάρις! Τόση ευλογία! Παράδεισος στην καρδιά μου! Ποτάμι τα δάκρυά μου! Όχι γιατί με μάλωσε ο Γέροντας, αλλά επειδή δεν μπορούσα να συγκρατήσω την χαρά και την θεία ευφροσύνη, που ένοιωθα από την παρουσία των Αγίων Αποστόλων.

Ήταν η γιορτή τους και επειδή οι Άγιοι Απόστολοι υβρίσθηκαν για τον Χριστό, χλευάσθηκαν και μαστιγώθηκαν από τους Γραμματείς και Φαρισαίους, βλέποντας ο Χριστός και τον δικό μου μηδαμινό αγώνα έστειλε την ευλογία Του. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Έπεσα κάτω και έκλαιγα, από την πολλή μακαριότητα που ζούσε η ψυχή μου! Κι έλεγα μέσα μου: «Τι καλό μου έκανε ο Γέροντας!».

Ο Γέροντας, παρ’ όλη την σωματική μου αδυναμία, αποφάσισε να με κάνη μάγειρα για την συνοδεία. Έτσι μια μέρα, χωρίς πολλές επισημότητες, έρχεται και μου λέει:

– Κούτσικο.

– Ευλόγησον!

– Μαγείρεψε.

– Πού να μαγειρέψω;

– Έξω.

Σκεφτόμουν: «Πού έξω, γειά;» Μήπως υπήρχε και κανένα μαγειρείο; Άντε να μαζέψω κλαδιά, να ανάψω φωτιά για να μαγειρέψω. Και τι φαΐ να κάνω αφού δεν είχα ιδέα από μαγειρική; Μ’ έπιασαν οι λογισμοί: «Πού να κάνης φαΐ τώρα εσύ; Πού να πλένης τα πιάτα έξω, αφού δεν υπάρχει μέρος;» Όμως, οι πατέρες δουλεύουν, σηκώνουν φορτία, κουράζονται, πεινάνε, τι θα φάνε;

Το μέρος ήτανε ανοιχτό και το έπιανε ο αέρας. Αλλά ένας αέρας! Παναγία βοήθα! Και αδύνατος όπως ήμουν, ο αέρας κόντευε να πάρη κι εμένα μαζί και να με ρίξη στον γκρεμό. Άμα ξεκινούσε αυτός ο αέρας, έπρεπε να επιστρατεύσω όλους τους καλούς λογισμούς υπομονής, διότι αμέσως είχα πόλεμο. Το πονηρό πνεύμα του γογγυσμού και της βλασφημίας ήταν διαρκώς δίπλα μου και λίγο να έσπαζε η υπομονή μου, μου ψιθύριζε: «Τι Θεός αγάπης είναι Αυτός που σε τυραννά με τόσους μανιασμένους αέρηδες;» Κι εγώ αντέλεγα: «Σκάσε, μη μιλάς καθόλου!».

Αργότερα κάναμε ένα τσαρδάκι, με κλαριά από πουρνάρια, για να στεγάσουμε το «μαγειρείο». Αλλά ο δυνατός αέρας τα έπαιρνε όλα και τα έκανε ανεμόπτερο! Έβαζα δύο πέτρες για πυροστιά και τον τέτζερη πάνω και μόλις φυσούσε ο αέρας έφευγαν τα καπάκια, έφευγε και ο τέτζερης και όλα κατρακυλούσαν στον κατήφορο.

Και φώναζε και ο Γέροντας:

– Ζαλισμένοοο!!! Βρε κούτσικοοο, σου φύγανε τα πράγματααα!!! Τρέξε να τα βρης.

Πού να τα βρης; Αυτά είχαν φύγει και έτρεχα στον κατήφορο, μέσα στο αγιάζι και την βροχή, να βρω τα τετζέρια και τα καπάκια. Ώχ, Θεέ μου! Ακόμα και τον χειμώνα μαγειρεύαμε έξω από το καλύβι του Γέροντα, τρώγαμε όμως μέσα στην καλύβα του.

Μετά το γεύμα, έπρεπε να πλύνω τα τσίγκινα πιάτα μας, έξω φυσικά. Χειμώνας, κρύο, βροχή, αγιάζι, αυτά πλενόντουσαν έξω. Να είσαι άρρωστος, γριπιασμένος και να πρέπη να βγης στα βράχια και στον παγωμένο αέρα, για να πλύνης τα πιάτα. Είχαμε μια στάμνα σπασμένη, με νερό από το καταστάλαγμα του βράχου και σε μια τρύπα που είχε, βάζαμε ένα σωλήνα και έτσι πλέναμε τα πιάτα, με «τρεχούμενο» νερό.

Τα χέρια μας ξύλιαζαν από το παγωμένο νερό, διότι δεν είχαμε μέρος να το ζεστάνουμε.

Τα δε μαχαιροπήρουνα, με τα οποία τρώγαμε, δεν τα πλέναμε. Όταν τελειώναμε το φαγητό μας, απλώς σκουπίζαμε το πηρούνι και το κουτάλι με την πετσέτα και τα τυλίγαμε. Αλλά αφού δεν πλέναμε ούτε τις πετσέτες, σιγά-σιγά κι αυτές γίνονταν σκληρές σαν το πετσί.. Έτσι οι πετσέτες είχαν γίνει τόσο βρώμικες που άμα τις έπλενες θα ’κανες σούπα με το απόνερο. Για τα πιάτα είχε ακόμη και μια άλλη πολύ πρωτότυπη τακτική υγιεινής ο Γέροντας. Μόλις τελειώναμε το γεύμα, ρίχναμε νερό μέσα σ’ αυτά και το απόπλυμα, όποιο κι αν ήταν, κατόπιν το πίναμε! Έτσι και τα πιάτα πρόχειρα επλένοντο και νερό δεν εξοδεύετο πολύ. Κι έτσι κάναμε όλοι μας. Και οι ξένοι που ήρχοντο έπρεπε να κάνουν το ίδιο….

Λίγοι ασκητές πέρασαν από το Άγιον Όρος τον 20ο αιώνα με τέτοια αυστηρή άσκησι και θεωρία Θεού. Ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν αυστηρός αλλά και γενναίος. Ανυποχώρητος σε θέματα υπακοής αλλά και γεμάτος αγάπη. Είχε απόλυτη πίστι στον Θεό και πολλή διάκριση.

Από το βιβλίο: Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, «Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο ησυχαστής και σπηλαιώτης»

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

"Θὰ προσεύχομαι, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσεύχομαι θέλω καὶ λεφτά.."

 

"Θὰ προσεύχομαι, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσεύχομαι θέλω καὶ λεφτά.."

Ἕναν τέτοιο γέροντα ἀμέριμνο, ἁπλό, ταπεινό, μὲ μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, γνωρίσαμε. 
Ἦταν ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασο τῆς σήμερα τουρκοκρατούμενης Κύπρου κι ἦλθε στὸ Ἅγιον "Ὅρος ὅταν κι αὐτὸ ἦταν Τουρκοκρατούμενο. 
Ἐκοιμήθη πρὶν δώδεκα ἔτη σὲ ἡλικία ἑκατὸν ἕξι ἐτῶν. Εἶχε στὸ Ἅγιον "Ὅρος ὀγδόντα ἕξι ἔτη! 
Ἐξῆλθε αὐτοῦ μία δύο φορές, γιὰ νὰ πάει προσκυνητῆς στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὀγδόντα ἕξι ἔτη εἶχε νὰ φάει κρέας. Ὀγδότα ἕξι ἔτη εἶχε νὰ δεῖ γυναῖκα. 
Εἴκοσι πέντε ἔτη εἶχε νὰ πλύνει τὸ πιάτο του! Ὑγιέσταστος, ἐγκρατέστατος, ἐξυπνότατος , ἀγαθότατος. Ἑκατὸν τριῶν ἐτῶν ἀνέβηκε στὴ σκέπη τοῦ κελλιοῦ του νὰ διορθώσει τὰ κεραμίδια.. 
«’Ὅτι ζητάω ἀπὸ τὴν Παναγία μου τὸ στέλνει» ἔλεγε. «Ἔχω τὴν εἰκόνα της, τῆς Οἰκονόμισσας, καὶ μὲ οἰκονομεῖ ἡ Ὑπερευλογημένη ... Νά, τώρα ἤθελα νερὸ καὶ ἦλθες νὰ μοῦ φέρεις». 
Μιὰ φορὰ ἦλθαν δύο φίλοι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, νεαροὶ οἰκογενειάρχες, καὶ μὲ ρωτοῦσαν ἂν ὑπάρχουν γέροντες τοῦ Γεροντικοῦ καὶ τῆς Φιλοκαλίας. Ὑπάρχουν τοὺς εἶπα καὶ τοὺς πῆγα στὸν γέροντα αὐτόν, τὸν μοναχὸ Ἰωσὴφ τὸν Κύπριο. Ἦταν τότε ἑκατὸν πέντε ἐτῶν. Ἦταν ξαπλωμένος κι ἔκανε κομποσχοίνι. 
«Οἱ κύριοι» τοῦ λέγω, «εἶναι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ ἤθελαν νὰ... πάρουν τὴν εὐχή σου». 
Τὸν εἶδαν πὼς δὲν εἶχε ὄρεξη γιὰ κουβέντα. Ἀφοῦ εἶπαν δύο-τρία λόγια, τοὺς ἔκαμε νόημα νὰ φύγουμε. 
Φεύγοντας λένε στὸν γέροντα: «Γέροντα, εἴμαστε μὲ πολλὰ προβλήματα, σᾶς παρακαλοῦμε νὰ προσεύχεσθε». 
«Θὰ προσεύχομαι» τοὺς ἀπαντᾶ, «ἀλλὰ γιὰ νὰ προσεύχομαι θέλω καὶ λεφτά»! 
Ντράπηκα πολύ, τὰ ἔχασα, δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ. Προσπαθοῦσα νὰ δικαιολογήσω τὴν κατάσταση. Ἀποροῦσα γιατί νὰ τὸ κάνει αὐτό. 
Τοὺς πῆγα σ' ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο κι αὐτὸς νὰ ζητάει χρήματα γιὰ νὰ προσευχηθεῖ; 
Αὐτὸς ποὺ δὲν γνώριζε καλά-καλὰ τὴν ἀξία τῶν χρημάτων καὶ δὲν τοὺς ἔδινε μεγάλη σημασία. Οἱ ἄνθρωποι ἔφυγαν καὶ λυπήθηκα. 
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ποὺ πῆγα νὰ τὸν δῶ, μοῦ λέει: 

«Πάτερ Μωυσῆ τὴν ἀρετὴ δεν τη μαζέψαμε μαζί. Μὴν μοῦ φέρνεις κόσμο νὰ μὲ τιμᾶνε. Ζήτησα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὲ τιμήσει στὴν ἄλλη ζωή, ὄχι σ΄αυτή τὴν ψεύτικη». 

Ἐξεπλάγην. Ντροπιάσθηκε στοὺς ξένους ζητῶντας χρήματα, ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε καὶ ποτὲ δὲν τ" ἀγάπησε, μὲ ντρόπιασε κι ἐμένα. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ ξαναπάω κόσμο. Χάλασε τὴν εἰκόνα του, ὡς σπουδαίου ἀσκητοῦ. Κατέστρεψε τὴν πρόσοψη του. 
Ποιός ἀπὸ μᾶς τὸ κάνει αὐτό; Ἦταν ταπεινός. Ὑπεράνω καὶ τοῦ σκανδαλισμοῦ. Τὸν ἔνοιαζε τί θὰ πεῖ γι αὐτὸν ὁ Θεὸς κι ὄχι οἱ ἄνθρωποι. "Ὅταν τὸ εἶπα στοὺς φίλους ἔμειναν ἄφωνοι.. 

Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου 


http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr