π. Θεόδωρος Ζήσης: «ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ, ΩΣ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΗΜΟΝΕΣ»
ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΦΙΛΩΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕ ΠΡΟΒΟΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ.
Η τελευταία προειδοποίηση του Αγίου Πορφυρίου στην κα Αθηνά Σιδέρη: «Θα ‘ρθουν πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Τα προβλήματα δεν θα είναι μόνο οικονομικά, θα είναι και κοινωνικά, θα είναι και πνευματικά»
Ερώτηση μαθήτριας: Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που σας είπε ο Άγιος Πορφύριος;
κα Αθηνά Σιδέρη: Μάλιστα. Πολύ ωραία ερώτηση. Η συμμαθήτριά σας εδώ ρωτά, ποιό είναι το τελευταίο θέμα που μας είπε ο Άγιος Πορφύριος λίγο πριν φύγει για το Άγιον Όρος να κοιμηθεί.
Πραγματικά, κατά την πορεία της βιωτής μου, για 12 χρόνια τον γνώρισα παιδιά, αλλά κατά την ομολογία του Αγίου Πορφυρίου με ήξερε 25 χρόνια πριν εγώ τον γνωρίσω. Καταλαβαίνετε λοιπόν, ήξερε όλη μου τη ζωή. Μου έδωσε την ευκαιρία και την άδεια και μου είπε, θα γυρίζεις να μιλάς σε όλον τον κόσμο. Μου είπε το εξής:
Θα ‘ρθουν πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Τα προβλήματα δεν θα είναι μόνο οικονομικά, θα είναι και κοινωνικά, θα είναι και πνευματικά προβλήματα. Θα καιροφυλακτούν οι αιρέσεις να σας αρπάξουν, να αρπάξουν τις γενιές αυτές. Θα είναι έξω από την πόρτα του σπιτιού τους, μου είπε.
Γι’ αυτό παρακαλώ πάρα πολύ, όπου θα μιλάς, θα είμαι παρών. Εσείς μπορεί να μην βλέπετε τίποτα. Και μου είπε, ΝΑ ΜΗΝ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ. Αλλαγή. Θα επιστρέψουμε όλοι στην Εκκλησία.
Εκκλησία, αγαπητά μου παιδιά, είναι το σύνολο των ανθρώπων, όπως οι καθηγητές σας έχουν μιλήσει, και ειλικρινά δεν μιλάμε για φιλακολουθία, που πραγματικά προσφέρεται και ενισχυόμεθα και μορφωνόμαστε πολύ, αλλά να παρακαλάμε. Αυτό το ΄τακ’ της ψυχής μας, αυτή η αναπνοή της ψυχής μας που έχουμε μέσα μας. Μας έχει βάλει ο Κύριος, έλεγε ο Γέροντας, την Βασιλεία Του μέσα μας. Και όταν φοβόμαστε αγαπητά μου παιδιά τί λέμε; Παναγίτσα μου. Αυτό είναι πίστις, αυτό είναι παρκάκλησις, αυτό είναι πραγματικά δύναμις.
Αυτό μου είπε να σας πω. Να μην φοβόσαστε τίποτα. Υπακοή στην οικογένειά σας, στους δασκάλους σας, με κεφαλή τον Κύριό μας και Θεό μας. Και Μάνα σας παιδιά να κάνετε την Παναγιά, μου είπε. Μάνα την Παναγιά και Πατέρα τον ουράνιο Πατέρα μας. Άλλωστε, και η προσευχή που κάνουμε, το Πάτερ ημών, βγήκε από χείλη του ίδιου του Υιού του Θεού, του Χριστούλη μας του αγαπημένου μας. Έτσι δεν Τον φωνάζουμε; Γιατί μας είπε ότι Τον έχουμε και αδελφό μας. Χριστούλη μου, Παναγίτσα μου. Εγώ το ξέρω ότι Τους επικαλείστε. Είμαι σίγουρη, το βλέπω στα πρόσωπά σας. Αυτό μου είπε να σας πω και να μην δειλιάσετε και να μην απογοητευθείτε. Να έχετε πάντα μέσα σας ότι υπάρχει, ζει δίπλα μας ο Θεός. Και μάλιστα ο Γέρων Πορφύριος έλεγε ότι όταν βγω από το σαρκίο μου θα είμαι πολύ κοντά σας μόλις με φωνάξετε. Γι’ αυτό να μην φοβόσαστε.

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος
Τῆς Ἐκκλησίας τὰ νεόφωτα ἄστρα
«Τοὺς νεοφανεῖς ἀστέρας», «τοὺς ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις περιφανῶς ἀθλήσαντας» τιμᾶ κατ’ ἔθος ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Γ’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου (B’ μετὰ τῶν Ἁγίων Πάντων). Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάριο τῆς ἑορτῆς, τὴν Ἀκολουθία τῆς ὁποίας ἔχει συνθέσει ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, αὐτὴν τὴν ἡμέρα «μνείαν ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν Ἁγίων Νεοφανῶν τοῦ Χριστοῦ Μαρτύρων τῶν μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων».
Ἡ πρόνοια τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φιλεύσπλαγχνου Θεοῦ ἐνήργησε, ὥστε κατὰ τὴν πολύχρονη αἰχμαλωσία τὸ γένος μας νὰ μὴν μείνῃ ἀπαραμύθητο, ἀλλὰ «δι’ αὐτῆς καὶ ἐξ αὐτῆς (τῆς αἰχμαλωσίας) εὐκλεής (ἔνδοξος) καὶ ἄξιος καρπὸς ἀνεβλάστησεν, οἱ νεοφανεῖς μάρτυρες» (ἀπὸ τὸν Οἶκο τῆς ἑορτῆς).
Διπλῆ, ἑπομένως, ἡ προσφορὰ τῶν Νεομαρτύρων: πνευματικὴ καὶ ἐθνική.
Αὐτοὶ ὑπῆρξαν «κραταίωμα» τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σὲ καιροὺς χαλεπούς, ὅταν αὐτὴ πολεμεῖτο λυσσαλέως τόσο ἀπὸ τοὺς ἀλλοθρήσκους Ὀθωμανοὺς ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς ἀλλοδόξους -οἱ δεύτεροι, μάλιστα, ἦταν περισσότερο δυσδιάκριτοι καὶ ὕπουλοι ἐχθροί. Γι’ αὐτό, Νεομάρτυρες δὲν θεωροῦνται μόνον οἱ ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν μαρτυρήσαντες ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν 12ο αἰῶνα καὶ ἑξῆς ὑπὸ τῶν Λατινοφράγκων τελειωθέντες, καὶ μάλιστα μετὰ ἀπὸ τὴν Α’ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν Δ’ Σταυροφορία (1204). Πλέον, ὑπὸ τὸν ὅρο αὐτὸν δηλώνονται ὅλοι οἱ νεώτεροι ἀθλητὲς τῆς πίστεως ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία ἕως καὶ τὶς μέρες μας, ποὺ τὸ δένδρο τῆς πίστεως δὲν παύει νὰ ἀνακαινίζεται διαρκῶς ἀπὸ τὰ πορφυρά των αἵματα.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ προασπιστὲς τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος οἱ Νεομάρτυρες, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἀνεδείχθησαν καὶ «προστάται τοῦ ἡμετέρου γένους», διότι ὅποιος ἔχανε τὴν πίστη του ἦταν χαμένος καὶ γιὰ τὸ γένος, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἔκφραση «τούρκεψε», γιὰ ὅποιον ἀλλαξοπιστοῦσε. Κοντολογίς, ἡ ἐθνικὴ προσφορὰ τῶν «νεοσυλλέκτων» αὐτῶν μαρτύρων ὑπῆρξε τεράστια. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ νέοι αὐτοὶ ἀθλητὲς προστέθηκαν στὴν χορεία τῶν παλαιῶν ἀθλητῶν τῆς πίστεως, μὲ τοὺς ὁποίους ἕνωσαν τὴν μαρτυρία των στὸν οὐρανό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τὸ μαρτύριό των ἐνίσχυσαν τοὺς τυραγνισμένους ῥαγιάδες καὶ μάλιστα ἐνεδυνάμωσαν ἀδυνάμους, ἀλλαξοπιστήσαντες ἢ μή, ἀδελφοὺς στὸν ἀγῶνα καὶ στὴν μαρτυρία των ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος.
Γι’ αὐτό, παρὰ τὰ πολυώδυνα μαρτύριά των, παρέμεναν σταθεροὶ στὴν πίστη των καὶ ὡμολογοῦσαν μὲ θάρρος: «Δὲν τουρκεύω», «δὲν προδίδω τὸν Χριστό», ἀλλὰ καὶ «πολεμῶ (-οῦμε) γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος». Κοινῶς, θυσίαζαν πρόθυμα τοὺς ἑαυτούς των «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία», γιὰ τὰ ὁποῖα μάχονταν καὶ οἱ μετέπειτα ἀγωνιστὲς τοῦ ’21.
Κατὰ τ’ ἄλλα, «τὰ νεόφωτα ἄστρα», «οἱ νέοι ὁπλῖται τοῦ Χριστοῦ» σὲ τίποτε δὲν διέφεραν ἀπ’ τοὺς πρὸ αὐτῶν στερροὺς ἀθλητές. Ἐβάστασαν τὸ δοκίμιο τῆς πίστεως μὲ ὑπομονὴ καὶ ἄντεξαν παρόμοια καὶ ἀγριώτερα ἀκόμη μαρτύρια: αἰκισμούς (=σωματικὲς κακώσεις), τυμπανισμούς, ἀπαγχονισμούς, ἀκόμη καὶ ἀποτρόπαιους σουβλισμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀντὶ νὰ δειλιάζουν καὶ νὰ ἀποτρέπωνται ἀπὸ τὰ δεινὰ βασανιστήρια, αὐτοὶ περισσότερο ἐνδυναμώνονταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς πνευματικούς των ἀλεῖπτες ἀλλὰ καὶ φιλοτιμοῦνταν καὶ συναγωνίζονταν στὸ μαρτύριο ἄλλους τολμηροὺς ἀδελφούς.
Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, παλαιοὶ καὶ νέοι ἀγωνιστές, «τὸ περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων», «ἀφοροῦσαν» (προσέβλεπαν) στὸν «ἀρχηγὸ καὶ τελειωτὴ τῆς πίστεως» (Ἑβρ., ιβ’ 1-2), τὸν πρωταθλητὴ Χριστό, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ ἐμπνευστής των καὶ τὸ ἰσχυρὸ κραταίωμά των. Αὐτὸν ἐπικαλοῦνταν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου των καὶ Αὐτὸς τοὺς ἐνεψύχωνε νὰ ἀντέξουν καὶ νὰ μὴν λυγίσουν. Ἡ μορφὴ τοῦ θεμελιωτοῦ τῆς πίστεως Χριστοῦ καὶ τὸ παράδειγμα πάντων τῶν μιμητῶν Του, Ἀποστόλων, κηρύκων, ὁμολογητῶν καὶ πάσης φύσεως μαρτύρων, τοὺς ἔδινε θάρρος καὶ κουράγιο στὴν ἄθλησή των. Κυρίως ὅμως τοὺς ἐνεδυνάμωνε ἡ ἐλπίδα τῆς ἀποκτήσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καὶ τοῦ στεφάνου τῆς αἰωνίας δόξης Του, «ὅν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου, α’ 12).
Ἐὰν θέλωμε, λοιπόν, καὶ μεῖς νὰ διατηρήσωμε ζωντανὴ τὴν πίστη μας, ποὺ δοκιμάζεται καὶ πάλι, στοὺς χαλεποὺς αὐτοὺς καιρούς, ἀπὸ φανεροὺς καὶ κρυφοὺς ἐχθρούς, καὶ νὰ μὴν ἀποκάμωμε «ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐκλυόμενοι (ἀποθαρρυνόμενοι)» (Ἑβρ., ιβ’ 3), δὲν ἔχομε παρὰ νὰ βαδίζωμε στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων, παλαιῶν καὶ νέων, καὶ ἀντλῶντας συνεχῶς δύναμη καὶ θάρρος ἀπὸ τὸν δικό των ἀγῶνα νὰ δίνωμε καὶ μεῖς τὴν δική μας μαρτυρία καὶ τὸν δικό μας ἀγῶνα, μὲ τὴν βεβαία ἐλπίδα ὅτι, στὸ τέλος, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τῶν δικῶν των τιμῶν.
Τὸ παράδειγμα, μάλιστα, τῶν Νεομαρτύρων, ποὺ ἦταν παιδιὰ καὶ νέοι, μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὸν καλύτερο ὁδοδείκτη καὶ γιὰ τὰ σημερινὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους μας, νὰ ἀγωνίζωνται μὲ ὅραμα, μὲ στέρεα ἰδανικὰ καὶ ἀξίες, ὅπως αὐτὲς ποὺ τοὺς διδάσκουν οἱ καταξιωμένοι, παλαιοὶ καὶ νέοι, ἀθλητὲς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν γνήσια καὶ ἀσφαλῆ πρότυπα, ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἀπογοητεύσουν ποτέ, διότι εἶναι διαχρονικοὶ καὶ αἰώνιοι, ὅπως αἰώνιος εἶναι καὶ ὁ Χριστός, στὸν Ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀφ-οροῦν (προσβλέπουν). Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων Του καὶ μάλιστα τῶν ἐνδόξων Νεομαρτύρων Του, γένοιτο!
_________________
Πηγὴ γιὰ ὅσα χωρία δὲν παρατίθεται εἶναι ἡ Ἀσματικὴ Ἀκολουθία πάντων τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῶν μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος καὶ Χαιρετισμῶν, Α’ ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Ὁσίου Νικοδήμου (Ἁγιορείτου) ἐν Ἑλληνικῷ Γορτυνίας, 1983.
Ἐπίσης, ἀναφέρονται ἐνδεικτικά:
- Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, ἤτοι μαρτύρια τῶν νεοφανῶν μαρτύρων, ἐπιμ. Παντελῆ Πάσχου, Ἀστήρ, ἔκδ. Δ’, Ἀθήνα 1993.
-Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Οἱ Νεομάρτυρες, εἰσαγωγή, σημειώσεις, ἐπιμέλεια Ἰωάννου Χρ. Κωνσταντινίδου, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1970.
Πηγή: https://www.impantokratoros.gr

Είχα την άνωθεν ευλογία να γνωρίσω τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ήδη από το 1981. Τον συνάντησα πολλές φορές στην αυλή της Καλύβης του, της «Παναγούδας», άλλοτε με κόσμο, κατά το συνηθέστερο, άλλοτε όντας αυτός τελείως μόνος, αυτός και η ελαχιστότητά μου.
Κάποτε, τελείως απροσδόκητα και ασχεδίαστα, βρέθηκα να κάνω τον …«διερμηνέα» ανάμεσα στον Άγιο Παΐσιο και σ’ έναν σκελετωμένο και κουρελιασμένο γιόγκι, με βαθουλωμένα γυάλινα μάτια, κυριολεκτικά αποστεωμένο από την πολλή ασιτία και άσκηση. Η όλη συνάντηση έγινε για μένα εμπειρία ανεπανάληπτη.
Τον παράξενο αυτόν προσκυνητή τον είδα να κάθεται αμίλητο και σκεφτικό επάνω στο μεγάλο πλατύπετρο πεζούλι, που ήταν παραδίπλα στη συρμάτινη πόρτα της αυλής τής «Παναγούδας». Περίμενε πώς και πώς να εμφανιστεί ο Γέροντας και του μιλήσει. Πώς βρέθηκε αυτός εκεί ή ποιος του μίλησε για τον Γέροντα, δεν το γνωρίζω. Μόλις είδε εμένα αναθάρρησε, γιατί κατάλαβε ότι κατά κάποιο τρόπο «ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα», η ευλογημένη ώρα της συναντήσεώς του με τον μεγάλο Πατέρα και Ασκητή. Απ’ ότι φάνηκε και αργότερα, ο σκελετωμένος γιόγκι διψούσε πραγματικά να μάθει την αλήθεια, την Παναλήθεια της Ορθοδοξίας, καταλαβαίνοντας βαθιά μέσα του ότι με τον επιζήμιο πνευματισμό της αυτοθέωσής του δεν βρίσκεται καθόλου, μα καθόλου σε ορθό και θεάρεστο δρόμο.
Χτύπησα, ελαφρά και χωρίς επιμονή, το κουδουνάκι της εξώπορτας. Μετά από λίγο, άνοιξε η πόρτα του Κελλιού και εμφανίστηκε ο Γέροντας. Μετά τις πρώτες εισαγωγικές κουβέντες με τον Γέροντα Παΐσιο («Τί έγινε παλλικάρι; Πώς από ’δω;»), μας πλησίασε δειλά-δειλά και ο γιόγκι. Αμέσως ο Γέροντας κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Ο αετήσια μάτια του «ακτινογράφησαν» πάραυτα την βαβελική κατάσταση στην οποία βρισκόταν στ’ αλήθεια ο παράξενος αυτός επισκέπτης.
Ο φωτισμένος Γέροντας γύρισε προς τα μένα και μου ζήτησε να κάνω τον μεταφραστή των λόγων του προς τον γιόγκι. Το αίτημά του με αιφνιδίασε. Εκτός από τον γιόγκι και μένα, δεν υπήρχε κανείς άλλος στην αυλή της «Παναγούδας» εκείνη την ώρα. Αυτό που μου έλεγε ο Άγιος Παΐσιος, το μετέφερα στον γιόγκι στα αγγλικά. Και αυτό που απαντούσε ο γιόγκι, το μετέφερα στον Άγιο Παΐσιο στα ελληνικά. Στην αρχή είχα πολύ ενδοιασμό, το κοινώς λεγόμενο «τρακ». Αλλά το θέμα ποιο είναι; Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι ο Άγιος καταλάβαινε αμέσως (στο δευτερόλεπτο!) και τα δικά μου αγγλικά αλλά και του γιόγκι. Και, πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη μεταφορά των ερωτήσεων και των απαντήσεων, αυτός (ο Άγιος Παΐσιος) μ’ ένα του νεύμα, νεύμα συντονισμού, μού έδινε να καταλάβω ότι ήδη κατάλαβε, ότι συμφωνούσε με την απόδοση των λεγομένων του στα αγγλικά από μέρους μου και, προκειμένου να μη χάσουμε χρόνο, περνούσε ταχύτατα στη διατύπωση άλλων λεγομένων.
Ο κατά τ’ άλλα ήσυχος και χαμογελαστός γιόγκι, μπορώ να πω, ότι είχε γίνει εμφανώς συνεπαρμένος από τη θεία Χάρη των λόγων και της παρουσίας του Αγίου Παϊσίου· κι εγώ, μετέφηβος τότε, παρά τον αρχικό δισταγμό μου, ήμουν βαθιά ικανοποιημένος που δεν «πήγαν στράφι» οι πάλαι ποτέ «κουτσοαριστεύσεις» μου στα εγγλέζικα!!
Μετά από τόσα χρόνια όμως, τώρα δα καταλαβαίνω, όσο καταλαβαίνω, ότι εκείνο που έζησα, ήταν η αγνή και ανόθευτη δύναμη της Πεντηκοστής των εκλεκτών του Θεού, των ένθεων ανθρώπων του θείου Πνεύματος. Αυτή η αθόρυβη Πεντηκοστή μάλλον ήταν καλά «τυλιγμένη» στην απλότητα ιερών προσώπων, στον βίο τους που ήταν γεμάτος προσευχή και άσκηση, στα συμβάντα, τα γεγονότα και τις συναντήσεις που κινεί μυστικά η αγάπη του Θεού. Στην παραδόξως ήσυχη –για εκείνη τη μέρα– αυλή της «Παναγούδας», πλάϊ στον Άγιο Παΐσιο και στον ταλαιπωρημένο πνευματικά γιόγκι, με το σκελετωμένο σώμα, τα ρουφηχτά μάγουλα, τα ολοστρόγγυλα γυαλιστερά μάτια και τη μακριά αχτένιστη, μπερδεμένη, ξανθοκόκκινη γενειάδα, που έμοιαζε εκείνη την ώρα σαν ένα τσαλακωμένο συρματόσχοινο.
Όταν μάλιστα γύρισε η κουβέντα για το «Άκτιστο Φως», για τα πλάνα φώτα του διαβόλου και για τα διάφορα σχήματα που παίρνει, προκειμένου αυτός να παραπλανήσει τον άνθρωπο, είπα μέσα μου για μια στιγμή: –«Μα, πώς θα τα πω εγώ όλα αυτά τα “θεολογικά”; Πού θα βρω τις κατάλληλες λέξεις;». Εκεί, πάνω σ’ αυτή την κατάσταση δισταγμού και απορίας τού εαυτού μου, πιάνει ο Γέροντας με δύναμη τον βραχίονά μου και μου λέει: «Έλα, πες του τα!!…». Για όσους δεν ξέρουν ή δεν το θυμούνται, ο Γέροντας ήταν πολύ χειροδύναμος άνθρωπος. Μικρόσωμος μεν, αλλά χειροδύναμος. Όταν σ’ έπιανε, νόμιζες ότι κυριολεκτικά σε γράπωνε τανάλια! Μόνο που αυτό το πιάσιμο του Γέροντα, ήταν ενθαρρυντικό, προτρεπτικό, καρδιακά πατρικό και καθόλου έμπονο ή ενοχλητικό.
Με το που πιάνει, λοιπόν, ο Γέροντας, τον βραχίονά μου, λες κι ένα αόρατο ρεύμα Χάριτος άρχισε να φορτίζει και να κυβερνά τον λόγο μου, άρχισα να μεταφράζω αβίαστα, χωρίς να κομπιάζω πουθενά και σε τίποτα! Κι αυτό δεν είναι ούτε υπερβολή ούτε καρύκευμα του λόγου. Μάλιστα, μέσα στην ιερή φόρτιση των λεγομένων (ο γιόγκι, όπως έγραψα και πιο πάνω, είχε αλλοιωθεί, είχε συγκινηθεί, είχε μεταρσιωθεί, είχε γίνει «θεομεθυσμένος» μπορώ να πω!), ένιωθα στην κυριολεξία πόσο αχρείαστος και περιττός ήμουν, γιατί καταλάβαινα μέσα μου ότι, ο Άγιος Παΐσιος καταλάβαινε αυτοστιγμεί τα αγγλικά μας (και τα δικά μου αλλά και του γιόγκι, ο οποίος ρωτούσε, όλος δίψα και όλος λαχτάρα να μάθει για την Ορθοδοξία μας και να γευτεί την Πνευματικότητά της).
Η Πεντηκοστή τού αγαπημένου μας Γέροντα πλημμύρισε και τις δικές μας καρδιές, με αποτέλεσμα να είμαστε πεπεισμένοι ότι, πλέον, κάθε συμβατική μετάφραση και μεταφορά των όποιων ερωτοαπαντήσεων περίσσευε πέρα ως πέρα. Ο γιόγκι, επίσης, ήταν ενθουσιασμένος που βρήκε, επιτέλους, έναν θεοφώτιστο και πνευματέμφορο άνθρωπο επί της γης να τον καταλαβαίνει, να καταλαβαίνει την πνευματική του σύγχυση, την ένδοια, την αδυναμία και την αγωνία του, να διακρίνει το βασανιστικό χάος τής πνευματικής του πτώσης, χωρίς όμως, ούτε στο ελάχιστο, να τον μέμφεται, να τον επιτιμά, να τον επικρίνει και να τον εξουθενώνει.
Εν κατακλείδι, ο Άγιος Γέροντας τού συνέστησε πού να πάει, ποιον Πνευματικό να δει (ο Πνευματικός αυτός έχει ήδη κοιμηθεί, ήταν όντως μεγάλος αγωνιστής και όσιος ανήρ εν τη Εκκλησία, ο οποίος είχε σε όλη του τη ζωή σύμβουλο, οδηγό και συμπορευτή τον Άγιο Παΐσιο), του μίλησε για την ειδοποιό και αγεφύρωτη διαφορά τού «Ακτίστου Φωτός» με εκείνο το επίπλαστο και μισόθεο φώς που στέλνει επίτηδες ο σατανάς, προκειμένου να ξεγελάσει τον άνθρωπο και δη τους μοναχούς. Επί λέξει, του είπε ο Γέροντας τα εξής: «Στέλνει και σ’ εμάς τέτοια φώτα ο διάβολος, αλλά, εμείς, ξέρεις τί του κάνουμε; Του γυρίζουμε την πλάτη σε όλα αυτά τα φώτα! Εσείς, πάλι, τι κάνετε; Τρίβετε με βία τα μάτια σας και τα διάφορα αστεράκια και φώτα που βλέπετε, τα περνάτε για το Άκτιστο Φως! Έτσι δεν είναι; Αυτό δεν κάνετε;..» [Εδώ, συμφώνησε απόλυτα ο γιόγκι.]). Με πατρικό τόνο αλλά και με αυθεντική πνευματική εμπειρία του είπε, ότι, όλο αυτό που του συμβαίνει ουσιαστικά είναι το πατρικό «τράβηγμα» του Θεού από τον «γιακά» της ύπαρξής του· του είπε, επίσης, «να μη στεναχωριέται», ότι ο Θεός δεν θα τον αφήσει έτσι, του συνέστησε να προσεύχεται και να λέει συνέχεια την «Ευχή».
Σε αυτή την τρισευλογημένη συνάντηση ο γιόγκι κατάλαβε πολύ καλά μέσα του, ότι τόσα χρόνια, με τον πλανερό και ψυχόλεθρο πνευματισμό τής παράδοσής τους, το μόνο που κατάφερε είναι να κρατάει εντός του μανιωδώς ένα ασήμαντο σκουριασμένο μπακίρι· και, με τον φωτισμένο αλλά αφυπνιστικό λόγο του Αγίου, είδε, έστω μέσα στο μισάωρο της κουβέντας μας, τον άφθαρτο και υπερστίλβοντα χρυσό της Αγίας Ορθοδοξίας.
Όλα αυτά θυμάμαι ότι έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1990, μετά την εορτή του Τιμίου Σταυρού. Ένα μήνα αργότερα, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, πήγα να προσκυνήσω τη λάρνακα του Μυροβλύτου Αγίου. Πλησιάζοντας ανυποψίαστος το ιερό σκήνωμα, αισθάνομαι ένας να πέφτει με φόρα κατά πάνω μου και να με αγκαλιάζει σφικτά, με χαρά και με ενθουσιασμό: «My brother (είπε το όνομά μου)!…», «My brother!…». Όλοι, γυρίζανε απορημένοι να μας κοιτούν μέσα στην υποβλητική βασιλική του Αγίου Δημητρίου. Κι αυτός που φώναζε με τέτοιο ακράτητο ενθουσιασμό δεν ήταν άλλος από τον γιόγκι που είχα συναντήσει πριν ένα μήνα στη φιλόξενη αυλή της «Παναγούδας», ο οποίος αυτή τη φορά είχε έρθει σαν ταπεινός προσκυνητής του Αγίου Δημητρίου.
Προσκυνήσαμε, καθίσαμε κάπου σε δύο καθίσματα εντός του μεγάλου προσκυνηματικού Ναού, και εκεί με ρώταγε συνεχώς για πάρα πολλά θέματα («Τι είναι η Λειτουργία;», «Τι είναι το Αντίδωρο;», κ.α.), έχοντας εκείνη την επίμονη εσωτερική δίψα να μάθει, να μάθει και να ζήσει, να ζήσει αυτό που εμείς πολλές φορές, δυστυχώς, ξεχνάμε, απαξιώνουμε, προσπερνάμε, διαστρεβλώνουμε, και, με τον ένα ή άλλον θλιβερό τρόπο, δυστυχώς, αφήνουμε να φύγει από εμάς κι εμείς να φεύγουμε από αυτό: ο γιόγκι ζητούσε να μάθει τα πάντα για την φιλτάτη Ορθοδοξία μας!
Η θεία Πεντηκοστή των Αγίων καταργεί την πολυγλωσσία, την πολυφωνία, την κενολογία, την ασοφία και μωρία του εγκεφάλου, την ανεπάρκεια της νοησιαρχίας, το θεομάχο λάλημα, τη διάσπαση των λογισμών, τη σύγχυση των φρενών, τη διάσταση των γήινων αντιλήψεων· και, με τη μυστική επίσκεψη του Παναγίου Πνεύματος, στομώνει, ενώνει και ιθύνει τις καρδιές των πιστών και καλοπροαίρετων ανθρώπων προς τη σωτήρια Αγάπη και μόνη Αλήθεια του αγίου Τριαδικού Θεού.
Έσχατος και έσχατος πάντων·
† Αρχιμ. Δ.Α.Σ.
Πηγή: https://tasthyras.wordpress.com
4Ε
|