Εορτολόγιο

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Απαντήσεις στον π. Ευάγγελο Παπανικολάου για τον Εσταυρωμένο.

 


–https://youtu.be/8oduUYxWp0o – Ιερά Αποτείχιση

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Ιδού η επιστολή Τυχικού που εξηγεί γιατί δεν παρέστη στην Ιερά Σύνοδο.

Ιδού η επιστολή Τυχικού που εξηγεί γιατί δεν παρέστη στην Ιερά Σύνοδο.

alphanews.live

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

https://tasthyras.wordpress.com/


Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Η Συγκλονιστική μυροβλυσία του Αγίου Δημητρίου το 1987

 

Η Συγκλονιστική μυροβλυσία του Αγίου Δημητρίου το 1987

Στην ανάρτηση αυτή θα αναφερθούμε στο θαύμα της μυρόβλησης του Αγίου Δημητρίου, εντός του Ιερού Ναού του στη Θεσσαλονίκη, κατά το έτος 1987,

όπως την διηγείται ο τότε διάκονος του Ναού και σημερινός Εφημέριος του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, π. Χρήστος Κότιος.

Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. 
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου. Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς διάκονος του ιερού ναού μαζί με την διακόνισσα-σύζυγό του. 

Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.
Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). 
Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο «κουβάδες» αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη «κουβάδες» για να γίνει κατανοητό ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).
Ο διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του ιερού βήματος. 
Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές. Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. 
Ο διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!
Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλον τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. 
Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί) αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.
Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! 
Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. 
Μάλιστα ο διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο «έτρεχε» και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! 
Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!
Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια «ουρά» από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό.
Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των ιερών λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: 
Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. 
Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.
Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε διάκονος του ναού, τώρα ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. 
Δεν μπορώ να περιγράψω τι αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό… δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι «ζωντανή».


Πηγή: https://romioitispolis.gr

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης: Ὅλα φαίνεται ὅτι σιωποῦν, κι ὅμως ὅλα φωνάζουν

 

Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης: Ὅλα φαίνεται ὅτι σιωποῦν, κι ὅμως ὅλα φωνάζουν

Ἦταν νύχτα ἀκόμη καὶ ἀπελάμβανα τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ μου. 
Δὲν εἶχε ἀρχίσει ἡ τρίτη τῆς ἡμέρας. 
Τότε σκέφτηκα: 
"Ὅλα σιωποῦν, ὅλα ἡσυχάζουν". 
Μὰ ἕνα ρῖγος διέτρεξε ξαφνικὰ τὸ σῶμα μου. 
Κατάλαβα ὅτι εἶχα κάνει λάθος. 
Μοῦ φάνηκε μέσα στὴν ἡσυχία ὅτι χίλιες χιλιάδες φωνὲς ἀκούστηκαν. 
Πάλι σκέφτηκα: 
πόσοι ταραγμένοι στὰ κρεβάτια τοῦ πόνου, μέσα στὰ σπίτια ἢ στὰ νοσοκομεῖα, τώρα ποὺ ἐγὼ νόμιζα ὅτι ὅλα ἠρεμοῦν, δὲν μποροῦν νὰ κλείσουν μάτι. 
Ποιοί ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτούς; 
Ποιοί αὔριο θὰ πᾶνε νὰ τοὺς ποῦν, 
μὲ τὴ γλῶσσα ποὺ ἐννοοῦν οἱ ἄρρωστοι, ὅτι κάποιος τοὺς ἀγαπάει καὶ κάτι προσμένει ἀπὸ αὐτούς; 
Πόσοι γονεῖς τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἐφιαλτικὰ ἀγρυπνοῦν, γιατί σὲ λίγες ὧρες στόματα παιδιῶν πεινασμένα θὰ ἀνοίξουν, γιὰ νὰ συνεχίσουν νὰ παραμένουν πεινασμένα; 
Ποιοί προσεύχονται γι’ αὐτούς; 
Πόσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπων τούτη τὴ νύχτα σὰν νεκροὶ κοιμοῦνται, ἀλλὰ καὶ σὰν νεκροί, μόλις χαράξει, θὰ σηκωθοῦν, 
ἀφοῦ κανεὶς ἀκόμη δὲν τοὺς τὸ εἶπε ὅτι κάποιος, γιὰ χάρη τους, 
σὲ ἕναν Σταυρὸ ἀνέβη, γιὰ νὰ γίνουν αὐτοὶ τέκνα Ἀναστάσεως. 
Ποιοί θὰ τοὺς μεταφέρουν τὸ μήνυμα αὐτὸ τῆς χαρᾶς, ποὺ ἴσως δὲν τὸ περιμένουν, ἀλλὰ τόσο τὸ χρειάζονται; 
Τέλος, πόσοι νέοι, νυχτωμένοι τώρα ποὺ ἐγὼ δὲν ἀκούω τίποτε, τρεκλίζουν...μέσα στὰ πολύφωτα σαλόνια; 
Ποιοί θὰ τοὺς δείξουν ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖ αὐτὸ ποὺ ζητοῦν; 
Ὅλα φαίνεται ὅτι σιωποῦν, κι ὅμως ὅλα φωνάζουν. 
Κραυγὲς πλέον ἀκοῦνε τὰ αὐτιά μου — τῆς ψυχῆς μου τὰ αὐτιὰ — ἀγωνίας, προσμονῆς, ἀναζητήσεως φωνὲς ἠχοῦν. 
Τὶς ἀκούω. 
Παρ’ ὀλίγον νὰ τὶς λησμονοῦσα, 
φτωχιὰ καρδιὰ ποὺ εἶμαι! 
Τὸ πιστεύω ὅτι καὶ ὅταν δείχνουν πὼς μὲ διώχνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, στὴν πραγματικότητα 
μὲ καλοῦν. 
Κι ἐγώ, ἀπεσταλμένος ἐκείνου τοῦ Πατρός μου, καὶ ὅταν ἀγρυπνῶ καθεύδω. 
Γιὰ μένα εἶχε πεῖ: Ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν". 
Γέρων Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης. 

It was still night, and I was delighting in communion with my Jesus. 

The third hour of the day had not yet begun. 

Then I thought to myself: 

"Everything is silent; all things are at rest." 

But suddenly a shudder ran through my body. 

I understood that I had been mistaken. 

In the stillness, it seemed to me that a thousand times a thousand voices had arisen. 

Once again, I thought: 

How many souls, restless upon beds of suffering, in their homes or in hospitals, are unable to close their eyes in sleep at this very hour, when I had imagined that all things were growing still? 

Who cares for them? 

Who will go to them tomorrow and tell them, in the language that the sick can understand, that someone loves them and expects something of them? 

How many parents are keeping a dreadful vigil at this very moment, knowing that in just a few hours the hungry mouths of their children will open, only to remain hungry still? 

Who is praying for them? 

How many millions of people sleep this night as though they were dead, and yet, when dawn breaks, will rise as though they were dead still, because no one has yet told them that Someone, for their sake, ascended a Cross, so that they might become children of the Resurrection? 

Who will carry to them this message of joy, which perhaps they do not expect, yet so desperately need? 

And finally, how many young people, lost in the darkness of night while I hear nothing, are staggering through brightly illuminated lounges and glittering halls? 

Who will show them that what they seek is not to be found there? 

Everything seems to be silent, and yet everything is crying out. 

Now my ears hear cries, the ears of my soul. Voices of anguish, of expectation, of searching, resound all around me. 

I hear them. 

I had almost forgotten them; 

such a poor, wretched heart am I! 

I believe that even when these people seem to drive me away, in truth, they are calling me. 

And I, sent forth by that Father of mine, even as I keep vigil, am asleep. 

For me He had spoken: 

"Awake, O sleeper, and arise from the dead." 

Elder Aimilianos of Simonopetra 


http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/