Εορτολόγιο

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Δύο πελώρια θέματα: Περί Θεού και περί Μεσσίου

Δύο πελώρια θέματα: Περί Θεού και περί Μεσσίου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ [: Ιω.4,25-26 και 42β]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΔΥΟ ΠΕΛΩΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ: ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΜΕΣΣΙΟΥ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 5-5-1991] 

Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μας προβάλλει τον θαυμάσιον εκείνον διάλογον μεταξύ του Κυρίου και της Σαμαρείτιδος γυναικός. Βέβαια, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, δια μακρών και σχετικά λεπτομερώς, μας αναφέρει όσους διαλόγους παραθέτει μέσα στο ιερό του Ευαγγέλιο. Όμως, ο διάλογος, αυτός, του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, είναι ο μακρύτερος και ο σπουδαιότερος. Διότι αναφέρεται σε δύο πελώρια θέματα: στο θέμα περί του Θεού και εις το θέμα περί του Μεσσίου. Με τον Νικόδημο, επί παραδείγματι, ο διάλογος είναι περί αναγεννήσεως του ανθρώπου. Αλλά όλα τα άλλα έρχονται από κάτω, αφού κορυφαίο θέμα είναι το θέμα του Θεού και το θέμα του Μεσσίου.

Ετέθησαν τα θέματα αυτά κατά έναν θαυμαστόν τρόπον. Βέβαια, την αφορμή την έδωσε η ιδία η Σαμαρείτις και κάνει εντύπωση  μία γυναίκα, επιπλέον Σαμαρείτις, δηλαδή μη έχουσα σχέση με τον λαό του Θεού - διότι οι Σαμαρείται εθεωρούντο από τους Ιουδαίους περίπου ειδωλολάτραι- μία αγράμματος γυναίκα, δεν έτυχε καμίας θεολογικής παιδεύσεως, δεν κάθισε κοντά σε Ραβίνους να ακούσει διδασκαλίες, και πόρνη! Εκπληκτικόν!

Όμως ο Κύριος, ο καρδιογνώστης, που βλέπει τις προθέσεις, βλέπει τις διαθέσεις και την προαίρεση του ανθρώπου, έβλεπε εις αυτήν την γυναίκα θεολογικόν ενδιαφέρον. Και ανοίχτηκε κουβέντα, συζήτησις, εκεί στο φρέαρ του Ιακώβ. Οι μαθηταί είχαν πάει εν τω μεταξύ στην πόλιν δια να αγοράσουν τροφές. Αυτή δε η γυναίκα ήλθε εις το πηγάδι δια να αντλήσει νερό. Ανοίχτηκε θεολογική συζήτησις περί Θεού! Και πώς πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Και πού πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Και τότε ο Κύριος, βεβαίως, ετοποθέτησε ορθά το όλον θέμα, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».     

Πνεύμα ο Θεός! Τι είναι ο Θεός; Τι είναι ο Θεός; Από την στιγμή που ο άνθρωπος έχασε από τον οπτικό του ορίζοντα τον Θεόν, Τον αναζητεί. Τον αναζητεί, διότι ο Θεός έβαλε μέσα μας την έφεσιν της αναζητήσεως. Γι΄αυτό, πολύ σωστά έλεγε ο Πλούταρχος: «Μπορείτε να γυρίσετε πόλεις και να δείτε στον κόσμο πόλεις ατειχίστους, πολιτισμένες ή απολιτίστους, μπορείτε να δείτε τούτα ή εκείνα, πόλη χωρίς βωμούς δεν θα συναντήσετε». Δηλαδή, με άλλα λόγια, το θρησκευτικόν αίσθημα είναι παγκόσμιον. Σε όλους τους ανθρώπους, σε όλες τις φυλές, σε οποιαδήποτε στάθμη πολιτισμού κι αν αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται. Γιατί; Γιατί ο Θεός φύτεψε μέσα μας την αναζήτηση του Θεού.

Τώρα, βέβαια, Τον εχάσαμε τον Θεόν από τον οπτικό μας ορίζοντα. Και αρχίσαμε να λέμε αλλότρια πράγματα ότι είναι ο Θεός. Ότι ο Θεός… τι είναι ο Θεός; «Ο θεός είναι η κτίσις, είναι ο ήλιος, ο θεός. Γιατί; Επειδή μας θερμαίνει, επειδή μας φωτίζει, επειδή μας ζωογονεί. Έτσι, δεν πρέπει παρά να είναι αυτός ο θεός». Άλλες δυνάμεις… Δηλαδή πανθεϊσμός. Ή ακόμη, φθάνομε στο τελευταίο, να πούμε: «Εγώ, ο άνθρωπος, είμαι ο θεός». Βέβαια, το τελευταίο είναι μεγάλη μωρία, αλλά όχι ολιγότερη μωρία είναι γενικά η ειδωλολατρία.

Έπρεπε, συνεπώς, να αποκαλυφθεί ο Θεός. Διότι οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να μάθουν περί του Θεού. Και έρχεται τώρα ο Κύριος Ιησούς και λέγει σ’ αυτήν την γυναίκα ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. Δεν έχει καμίαν σχέσιν με την κτίσιν. Πνεύμα ο Θεός. Και μάλιστα εδώ, όσοι θεολογείτε, ακούσατε και κάτι θαυμαστόν: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». «Πνεῦμα ἐν πνεύματι». «Πνεῦμα ἐν πνεύματι». Εκ πρώτης όψεως και δίκαια, δίδεται η εντύπωσις ότι κατά πνευματικόν τρόπον θα λατρεύσω τον πνευματικόν Θεόν. Ορθόν. Αλλά πίσω από αυτό, δεν είναι τι άλλο παρά, εάν ο Θεός είναι ο Πατήρ, τότε «ἐν πνεύματι καἀληθείᾳ» είναι τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος! Διότι ο Θεός είναι ο Πατήρ, είναι ο Υιός, ο Οποίος είναι η Αλήθεια («Ἐγώ εἰμι Ἀλήθεια») και το Πνεύμα το Άγιον. Ώστε λοιπόν, ξεκινώ από το Πνεύμα το Άγιον, φθάνω εις τον Υιόν και περνάω εις τον Πατέρα. Ποτέ δεν θα φθάσω εις τον Πατέρα, παρά από το Πνεύμα το Άγιον δια του Υιού εις τον Πατέρα. Έτσι εδώ, «ἐν πνεύματι καἀληθείᾳ» δεν σημαίνει τι άλλο παρά ότι ο Θεός Αυτός είναι πνευματικός, που σημαίνει είναι έξω από το δημιούργημά Του, που λέγεται «κόσμος», «ύλη», «σύμπαν», έξω από το δημιούργημά Του, έξω από τον χώρο, έξω από τον χρόνο, και ο Θεός Αυτός είναι Τριαδικός. Είναι εκπληκτικό!

Και το άλλο είναι περί του Μεσσίου. Γιατί χρόνος δεν μένει πολύς να επεκταθούμε περισσότερο. Το θέμα αυτό περί του Μεσσίου, αγαπητοί μου, είναι πάρα πολύ σημαντικό. «Μεσσίας» θα πει αυτός ο οποίος έρχεται εξ ονόματος του Πατρός να σώσει τον κόσμον. Έργον του Οποίου είναι η σωτηρία του κόσμου. Είναι ο κεχρισμένος, ελληνικά. Μεσσίας, εβραϊκή λέξις, θα πει ο κεχρισμένος, ο Χριστός. Αυτός ο Οποίος εχρίσθη. Με την αποστολήν, την οποίαν θα πρέπει να φέρει εις πέρας. Και δεν είναι τι άλλο παρά η σωτηρία του ανθρώπου. Και η σωτηρία ξεκινά από την συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και του Θεού με τον άνθρωπον.

Είναι, λοιπόν, ένα πρόσωπον ο Μεσσίας. Θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από αυτό που λέμε «άνθρωπος». Είναι Θεός ο Μεσσίας. Ναι. Είναι το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Είναι ο Θεός Λόγος. «Ο Θεός Λόγος», λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «δεν ηνείχετο, δεν ηνείχετο να λατρεύονται τα ξόανα, τα ξύλινα δηλαδή αγαλματίδια, και τα είδωλα και οι πέτρες και η κτίσις και να μην λατρεύεται ο Θεός Πατήρ». Κι επειδή Εκείνος, ποιος; Ο Θεός Λόγος μάς έκτισεν, ο Θεός Λόγος μάς έκτισεν, επαναλαμβάνω τις προτάσεις μου, όχι γιατί έχω κανέναν γλωσσοδέτην. Οι έχοντες γλωσσοδέτη συνήθως επαναλαμβάνουν τις προτάσεις των, αλλά γιατί θέλω να εδραιωθούν αυτά. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός Λόγος μάς έκτισε, Αυτός ενανθρωπίζει, για να μας προσαγάγει εις τον Πατέρα. Γιατί στο ερώτημα: «Ποιος έπρεπε να ενανθρωπήσει, ο Πατήρ, ο Λόγος ή το Πνεύμα το Άγιον;». Ο Λόγος· διότι Αυτός μας έκτισε, Αυτός αναλαμβάνει και την διόρθωσιν. Είναι εκπληκτικό! Αυτός είναι ο Μεσσίας. Αυτός είναι ο κεχρισμένος.  Ο Χριστός.

Στον διάλογό τους ο Κύριος με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, περνούν από το θέμα «περί του Θεού» εις το θέμα «περί του Μεσσίου». «Λγει ατ γυνή…». Βέβαια, ο Κύριος δημιουργούσε… σας λέω, αριστοτεχνικός ο διάλογος αυτός. Αν εδίδετο καμιά φορά η ευκαιρία να δει κανείς την αρχιτεκτονική αυτού του διαλόγου! Έδωσε μιαν αφορμήν εις την γυναίκα και λέγει η γυναίκα… - η οποία άρπαζε τα θέματα, επειδή είχε πνευματικά ενδιαφέροντα, θεολογικά ενδιαφέροντα. Σήμερα οι άνθρωποι δεν έχουν θεολογικά ενδιαφέροντα. Και δεν εννοώ τους θεολόγους, που έχουν δουλειά τους αυτό το έργον. Εννοώ τον λαό. Τον λαό, τον λαό! Ο λαός οφείλει να έχει, ο λαός οφείλει να έχει θεολογικά ενδιαφέροντα. Γι'αυτό, όχι ματαίως, είπα προηγουμένως, μία Σαμαρείτις, μία αγράμματη, μία γυναίκα, μία πόρνη, είχε θεολογικά ενδιαφέροντα. Πόσο περισσότερον εμείς πρέπει να έχομε όλοι θεολογικά ενδιαφέροντα;

«Λγει ατ γυν· οδα τι Μεσσας ρχεται λεγμενος Χριστς· ταν λθ κενος, ναγγελε μν πντα». «Θα μας τα αναγγείλει όλα». «Γνωρίζω». Από πού το εγνώριζε αυτό η Σαμαρείτις γυναίκα; «Οδα τι Μεσσας ρχεται». Από πού το εγνώριζε ότι θα ήρχετο ο Μεσσίας; Εγώ σας είπα ότι οι Σαμαρείται ήσαν κάπου, περίπου ειδωλολάτραι. Επειδή έγινε μετοικεσία λαού, από τους Βαβυλωνίους πήραν τους Ισραηλίτας, τους πήγαν εκεί, στο σημερινό Ιράκ. Κατόπιν φέραν από εκεί πληθυσμούς. Έγινε εποικισμός του Ισραήλ με αλλοτρίους πληθυσμούς. Ανακατεύτηκαν αυτά τα πράγματα κι έτσι ο λαός αυτός ήταν κάτι περίπου ειδωλολάτρες. Από πού το εγνώριζε; Από τον Μωυσή. Είχε ακούσει. Σήμερα, ρωτήστε έναν άνθρωπο να σας πει: «Έχεις ακούσει ότι ο Αντίχριστος έρχεται;». Θα σας πουν: «Ναι. Τι είναι;». Έτσι, λοιπόν, κι αυτή είχε ακούσει. Το εγνώριζε από τον Μωυσή, όπως σας είπα.

Έρχεται. «Έρχεται», λέγει, «ο Μεσσίας». Έρχεται. Προσδοκία της γυναικός αυτής. Αναμονή. «Έρχεται!». Ευχάριστος δε προσδοκία. Ενώ όταν είναι δυσάρεστος η προσδοκία, δεν είναι προσδοκία, το ρήμα είναι ἐπ’ ἀγαθῷ· το ρήμα «προσδοκώ» είναι επί αγαθών πραγμάτων. Ενώ είναι δυσάρεστος η «προσδοκία», δεν είναι προσδοκία, για τον Αντίχριστον. Αποτροπαία η παρουσία του, αποτρόπαιος ο ερχομός του. Όμως εδώ είναι ευδοκία, προσδοκία ο ερχομός του Χριστού. «Γνωρίζω, λοιπόν, ότι έρχεται. Και τι;. Ἀναγγελεἡμῖν πάντα». «Θα μας τα φανερώσει όλα». «Τι θα μας αναγγείλει; Θα μας αναγγείλει τα περί του Θεού, Ποιος είναι ο Θεός». Σ’ αυτό το περίεργο χωνευτήρι θέσεων, σκέψεων, προτάσεων, λογισμών, φιλοσοφιών περί του Θεού. «Εκείνος θα μας πει. Γιατί περιμένομε Αυτόν να μας πει; Διότι έρχεται από τον Θεό. Και θα μας μιλήσει μετά κύρους και αυθεντίας».

Αγαπητοί μου, σπουδαίοι άνθρωποι υπήρξαν στη γη, κατά πάντα θαυμάσιοι, αλλά απλοί άνθρωποι. Άνθρωποι. Μα Πλάτων λέγεται, μα Αριστοτέλης λέγεται, μα φιλόσοφοι της Ανατολής και προ Χριστού, όποιοι κι αν είναι αυτοί, δεν μπορούσαν ποτέ να έχουν μαζί τους την αυθεντία: το να πει κάποιος «αυτό» και να είναι «αυτό». Σωστά ο Σωκράτης ονόμασε τον εαυτόν του «φιλόσοφον» και όχι «σοφόν». Διότι δεν μπορούσε να γνωρίζει. Διότι εγνώριζε την ανθρωπίνη φύση και το πεπερασμένο της ανθρωπίνης γνώσεως. Συνεπώς; Φιλόσοφος. Αγαπώ την σοφία. Ποιος θα μιλούσε, λοιπόν, μετ΄ αυθεντίας, μετά κύρους, παρά μόνον Αυτός που έρχεται. Αυτός θα μας μιλήσει.

Είναι δε έτσι… πάρα πολύ, έτσι, χαρακτηριστικό, πάντα ο χρόνος μικρός, όταν κάποτε, αναφέρεται σε έναν διάλογο του Πλάτωνος, «Εὐθύδημος» λέγεται, που ο Ευθύδημος συναντά τον Σωκράτη στον δρόμο:

-Πού πας -λέγει- Ευθύδημε;

-Πάω να θυσιάσω εις τους θεούς. Και πηγαίνω να προσευχηθώ (και φορούσε ένα στεφάνι στο κεφάλι).

- Και τι θα ζητήσεις;

- Να, τι άλλο, παρά να γίνω άρχοντας των Αθηνών, κυβερνήτης των Αθηνών και πλούσιος.

-Κι αν ο πλούτος -λέγει- σε εξοκείλει; Σε συμφέρει να το ζητήσεις αυτό;

-Όχι.

- Κι αν σταθείς κακός κυβερνήτης και πέσεις στην κατάρα του λαού, σε συμφέρει αυτό;

-Όχι. Τότε τι να ζητήσω;

-Δεν ξέρω, λέει ο Σωκράτης. Περίμενε. Θα έρθει Εκείνος που θα μας διδάξει πώς πρέπει να προσευχόμαστε!

Και ήρθε ύστερα από 400 τόσα χρόνια… Βλέπετε, λοιπόν, αγαπητοί μου; Κανείς δεν είναι αυθεντία. Μόνον Αυτός που έρχεται. Ο Ιησούς Χριστός, ο Μεσσίας.

«Θα μας τα πει, λοιπόν, όλα! Θα μας τα πει σε μας. Ἡμῖν». Προσέξτε, αυτή διέκρινε ότι ο Κύριος είναι Ιουδαίος. Από πού το διέκρινε; Πάντοτε ένας λαός με έναν άλλον λαό, δεν ντύνονται διαφορετικά; Είναι η προφορά, είναι πολλά πράγματα που φαίνεται ότι αυτός δεν είναι Αθηναίος, δεν είναι Έλληνας, είναι Έλληνας του εξωτερικού. Φαίνεται. -«Πώς», λέγει, «εσύ, Ιουδαίος, μιλάς σε μένα, σε μία Σαμαρείτιδα;». Και λοιπά. -«Εάν εγνώριζες Ποιος…» και τα λοιπά. -«Συ, Ιουδαίος». Θα μπορούσε λοιπόν να πει ότι «ἀναγγελεὑμῖν» με ύψιλον. «Θα αναγγείλει σε σας, τους Ιουδαίους». Αλλά η Σαμαρείτις λέει: «ἡμῖν» με ήτα. «Θα αναγγείλει σε μας». Γιατί; Αμέσως θέτει το θέμα της παγκοσμιότητος του Μεσσίου. «Δεν είναι αποκλειστικά για τους Ιουδαίους. Είναι και για μας». Θα ‘λεγε κανένας τότε εφεξής: «Για μας. Οι πάντες στην υφήλιο. Για μας». «Και θα μας τα πει όλα, πάντα». «Ἀναγγελεἡμῖν πάντα». Και για τον Θεό και για την λατρεία Του, αλλά και το πώς κανείς θα φθάσει να σωθεί.

Η έκπληξις… Ω μακαρία αγία Φωτεινή, την γιορτάζομε σήμερα. Φωτεινή ονομάστηκε. Είναι αγία. Έγινε ιεραπόστολος. Και όλοι οι συγγενείς της πίστεψαν. Ω αγία Φωτεινή, θα περίμενες ποτέ εκείνο το μεσημέρι, που πήγαινες να πάρεις νερό με το λαγήνι σου, την υδρία σου, στο προγονικό εκείνο πηγάδι, το φρέαρ του Ιακώβ, ότι θα συναντούσες τον Ίδιο τον Μεσσία; Το υποπτεύθηκες άραγε; Πού να το υποπτευθεί! Όταν είπε αυτά τα λόγια εις τον Κύριον, «λγει ατ ᾿Ιησος· γ εμι λαλν σοι». «Εγώ είμαι· που τώρα σου ομιλώ». Πέστε μου, θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη έκπληξις απ’ αυτήν; Σίγουρα, ο ήλιος να έσβηνε και το φεγγάρι να έπεφτε και η γη να αναποδογυρίζονταν, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τόσην έκπληξιν, όση αυτή: «Ήλθε ο Μεσσίας; Και είναι μπροστά μου; Είναι μπροστά μου! Αυτός που μου ζήτησε να πιει νερό! Γιατί, δεν μπορούσε να πιει νερό μόνος Του; Δεν μπορούσε να πει στο νερό που είναι στο πηγάδι βαθιά: «Ανέβα νερό να πιω;». Και ζήτησε από μένα να πιει νερό; Αυτός λοιπόν είναι ο Μεσσίας, ε; Αυτός που μου είπε ότι έχει το νερό το αιώνιο, που όποιος πιει, δεν θα ξαναδιψάσει ποτέ στη ζωή του».

Τι είπε ο Ιησούς; «Ἐγώ εἰμι». Ανοίξτε και ξεφυλλίστε ολόκληρη απ’ αρχής μέχρι τέλους την Παλαιά Διαθήκη και βρείτε… πόσες φορές θα βρείτε, αν όχι κάποιες μερικές χιλιάδες, αλλά πολλές εκατοντάδες, την φράση: «Ἐγώ εἰμι». Και η φράση αυτή λέγεται αποκλειστικά και μόνο από τον Θεό. «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου…» και λοιπά, και λοιπά. «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου…». Ώστε, λοιπόν, να πρώτη αποκάλυψις. «Ἐγώ εἰμι Κύριος τοἸσραήλ». «Ἐγώ εἰμι Ἅγιος τοἸσραήλ. Εγώ τώρα που σου ομιλώ». Ο Κύριος του Ισραήλ! Αυτόν που δεν μπόρεσε να χωρέσει στο μυαλό των διδασκάλων των Ιουδαίων. Γι'αυτό δεν πίστεψαν. Δεν πίστεψαν. Γιατί δεν χώρεσε στο μυαλό τους. Ήταν δε και παθιασμένη η ζωή τους, που δεν πίστευαν καν στον Θεό. Δεν πίστευαν τότε οι αρχιερείς στον Θεό. Το ακούσατε; Δεν πίστευαν στον Θεό οι αρχιερείς. Ήσαν Σαδδουκαίοι. Κοιτούσαν μόνο την τσέπη τους και τα συμφέροντά τους. Τίποτε άλλο! Να τα έχουν καλά με τους Ρωμαίους και να περνούν πολύ καλά. Ταλαίπωροι αρχιερείς, φτωχοί, πάμπτωχοι… Πιο φτωχούς η δημιουργία δεν γέννησε! Να είσαι ο υπηρέτης, ο λάτρης του Θεού και να μην πιστεύεις εις τον Θεόν. Έτσι απέρριψαν τον Μεσσία τους και Τον απορρίπτουν δύο χιλιάδες, τώρα, χρόνια.

Αυτή η γυναίκα έμεινε έκπληκτη. Διέγνωσε μέσα σ’ αυτήν την φρασούλα «Ἐγώ εἰμι» ότι είναι ο Κύριος του Ισραήλ. Μάλιστα πάνω σ’ αυτό, θα λέγαμε, Ποιος ακριβώς; Εκείνος που ήταν στο Σινά «ἐν γνόφῳ». Μέσα σε εκείνο το σκοτεινό σύννεφο, που έπιανε τρόμο τον άνθρωπο, και ομιλεί στον Μωυσή και του δίνει τον Νόμο. Προσέξτε, εις το Σινά δεν ήταν ο Πατήρ. Ήταν ο Υιός! Ήταν ο Λόγος! Ήταν ο Ίδιος! Είναι Εκείνος που είπε στον Μωυσή: «Δεν μπορεί κανείς να δει το πρόσωπό μου και να ζήσει». Του λέγει ο Μωυσής: «Με αποκαλείς φίλο σου. Δείξε μου το πρόσωπό Σου». -«Ποιος μπορεί να δει το πρόσωπό μου και να ζήσει; Αλλά θα σου κάνω τη χάρη. Μπες σε εκείνη την τρύπα στον βράχο, στο Σινά. Εγώ θα περάσω. Θα βάλω μπροστά την παλάμη μου. Θα περάσω και θα δεις τα οπίσθιά μου. Όχι το πρόσωπό μου». Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ποια είναι τα ‘’οπίσθια του Θεού’’; Είναι η Ενανθρώπησις. Θα δεις μόνον την Ενανθρώπησή μου». Και την είδε ο Μωυσής. Πού την είδε; Εις το όρος Θαβώρ. Εκεί που ο Ηλίας και ο Μωυσής λαλούσαν με τον Κύριον. Αλλά και ο Ηλίας, του δόθηκε μήνυμα ότι θα δει τον Θεό. Λαίλαψ, σεισμός! Όχι εδώ ο Κύριος. Όχι εδώ ο Κύριος. Πέρασε μία αύρα. Εδώ ο Κύριος! Εδώ τώρα δεν έχομε ούτε γνόφον, ούτε λαίλαπα, ούτε αύρα, αλλά το πρόσωπον του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Γι'αυτό σας είπα, και θα δικαιολογείτε γιατί ακριβώς ήταν η μεγάλη έκπληξις γι΄ αυτήν την γυναίκα. Έκπληξις!

Αλλά και για μας είναι μεγάλη έκπληξη που μπορούμε να μελετούμε και να γνωρίζομε τον λόγο του Θεού και να λέμε: «Κύριε, Ποιος είσαι; Ο Κύριος του Ισραήλ; Ο Άγιος του Ισραήλ; Ο Δημιουργός του παντός; Συ που έκανες τα σύμπαντα. Έκανες και τα μυρμήγκια, τις μέλισσες και τις πεταλούδες και τα λουλουδάκια του αγρού. Τα έκανες όλα με τόση σοφία! Από τα παμμέγιστα έως τα πιο μικρά. Εσύ; Εσύ;».

«Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι». Η γυναίκα τα ‘χασε. Αφήνει το σταμνί, δεν έδωσε νερό εις τον Κύριον, αφήνει το σταμνί, την υδρίαν και τρέχει στην πόλη. Και λέγει εις τους ανθρώπους: «Ελάτε, ελάτε να δείτε… Ελάτε να δείτε, να δείτε ένα πρόσωπο, έναν άνθρωπο. Μήπως Αυτός είναι ο Μεσσίας. Ελάτε να Τον δείτε». Και έτρεξε σχεδόν η πόλις να δει Ποιος είναι Αυτός. Και είπαν: «Όχι γιατί μας το είπε αυτή η γυναίκα, η συμπατριώτισσά μας, αλλά γιατί με τα μάτια μας τώρα είδαμε Ποιος είναι ο Ιησούς». Ο Οποίος και έμεινε εις την πόλη τους δύο ημέρες. «Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι αὐτός ἐστίν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός». «Εμείς οι ίδιοι ακούσαμε από το στόμα Του, εμείς οι ίδιοι τώρα γνωρίζομε ότι Αυτός αληθινά είναι ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός». Ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, έναρθρα. Ο. Όχι κάποιος σωτήρας. Ο Σωτήρας. Ο συγκεκριμένος. Ο Ένας, ο Μοναδικός. «Το είδαμε, το κρίναμε. Αληθινά είναι Αυτός. Και είναι σωτήρας όχι μόνον των Ιουδαίων, αλλά και ημών των Σαμαρειτών. Και όλου του κόσμου». Γι΄αυτό ο Κύριος είπε κάποτε τελειώνοντας την ζωή Του στη γη, μετά την Ανάστασή Του, τελειώνοντας την αποστολή Του στην γη, είπε στους μαθητάς Του: «Μαθητεύσατε πάντα τἔθνη, ἀρξάμενοι (: κάνοντας αρχή)  ἀπἹερουσαλήμ, το κέντρον, από την Ιουδαία, μετά πηγαίνετε στην Ιουδαία, στην επαρχία της Ιερουσαλήμ, στην Σαμάρεια, σε όλη τη γη, εἰς πάντα τἔθνη». Γιατί πραγματικά Αυτός είναι ο Μεσσίας, αγαπητοί.

Έτσι, βλέπομε σήμερα η Εκκλησία μας μάς προβάλλει την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, όπως λέγεται, μας προβάλλει αυτόν τον θαυμάσιον διάλογον που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, τον διάλογον του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, που συζητούνται τα δύο πελώρια, αυτά, θέματα, περί του Θεού και περί του Μεσσίου. Επιτρέψατε να σας προτείνω έναν διάλογο, μία συζήτηση. Με ποιον; Ο καθένας με τον εαυτό του. Να μελετάει σε όλη του την ζωή ό,τι αφορά στον Θεό. Και ό,τι αφορά στον Μεσσία. Και κάθε φορά που μέσα του μελετά, στην Γραφή και μέσα του, μέσα του και στην Γραφή, διαρκώς μελετά το πρόσωπο το Θεανθρώπινο του Χριστού, τόσο πιο πολύ θα το ανακαλύπτει. Και τόσο πιο πολύ θα μαθαίνει ό,τι μπορεί να μάθει ο πεπερασμένος άνθρωπος από τον άπειρο Θεό. Και τότε θα μπορούμε να λέμε ότι αποκτήσαμε κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία που έσπασε κάποτε μέσα στον Παράδεισον και απεκατεστάθη με τον Ιησούν Χριστόν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://www.arnion.gr/
  • https://www.impantokratoros.gr

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ποτὲ μὴ δυσκολέψης τὸν ἄλλον, ποτὲ μὴν προσπαθήσης νὰ ἐπιμείνης στὸν λόγο σου

 

Ποτὲ μὴ δυσκολέψης τὸν ἄλλον, ποτὲ μὴν προσπαθήσης νὰ ἐπιμείνης στὸν λόγο σου

Γέρων Αἰμιλιανὸς ὁ Σιμωνοπετρίτης, "Περὶ Θεοῦ: Λόγος Αἰσθήσεως". 
Θέλεις νὰ κοινωνᾶς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ; Κοινώνησε. 
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι τρόποι κοινωνίας. 
Νὰ τί λέγει ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχικοὺς κανόνες τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου: 
«Ποτὲ μὴ δυσκολέψης τὸν ἄλλον, ποτὲ μὴν προσπαθήσης νὰ ἐπιμείνης στὸν λόγο σου». 
Εἶπες κάτι καὶ ὁ ἄλλος σοῦ ἀπαντᾶ: Ὄχι, δὲν εἶναι ἔτσι ὅπως τὸ λές. Μὴν προσπαθήσης νὰ ἀποδείξης ὅτι ἔχεις δίκαιο, ἀλλὰ βρὲς ἕναν εὐγενή τρόπο νὰ καταλάβη ὅτι εἶναι ὁ νικητής. 
Διότι, ἐὰν δὲν νοιώση ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νικητής, θὰ δημιουργηθῇ μέσα του πικρία, ἀντίδρασις, φαρμάκι, ἐκδικητικότης, μειονεξία καὶ τόσα ἄλλα. 
Θὰ ὑποχωρήσης χωρὶς νὰ τὸ δείξης, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβη, ὥστε νὰ νομίση ὅτι σὲ ἔπεισε. 
Ἐσὺ βεβαίως θὰ παραμείνης σταθερὸς στὴν ἀλήθεια. 
Ἐὰν δὲν συμπεριφερώμεθα ἔτσι, θὰ μᾶς κυβερνᾶ τὸ πονηρόν, ὅπως συνεχίζει ὁ κανόνας τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. 

Πηγή: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Αγία Σοφία Κλεισούρας: “Άμα πιστεύεις, όλα θα έρχονται βολικά, αλλά να μην υπερηφανεύεσαι!”


Αγία Σοφία Κλεισούρας: “Άμα πιστεύεις, όλα θα έρχονται βολικά, αλλά να μην υπερηφανεύεσαι!”


«Καμιά φορά ο κόσμος αγριεύει, και όταν έχει και όταν δεν έχει. Όταν δεν έχει, αγριεύει χειρότερα».

«Ποτέ μην πείτε ότι είμαι εγώ και περιφανεύεστε, και σηκώνετε το κεφάλι ψηλά. Γιατί θα ρθει μία ώρα που θα χτυπήσει, θα σε ανεβάσει πάνω στο λευκάδι – βγαίναμε έξω και μας έδειχνε το λευκάδι- και μετά θα σε πετάξει κάτω, στη ρίζα».

«Ποτέ να μην πεις έτι είμαι εγώ. Ο Θεός είναι. Εσύ σαν Παναγιώτης δεν είσαι τίποτα, αλλά μόνο να πιστεύεις στον Χριστό. Άμα πιστεύεις, όλα θα έρχονται βολικά, αλλά να μην υπερηφανεύεσαι».

«Θα μιλάς σε όλον τον κόσμο. Και σ’ ένα μικρό παιδάκι θα μιλάς· θα το λες καλημέρα. Κι αυτό είναι σπλάχνο του Θεού. Άσε που είναι μικρό [δεν πειράζει που είναι μικρό]. Γέννημα θρέμμα του Θεού είναι».

«Η περηφάνια δεν είναι ζωή. Σκαλιά κάνει ο Θεός. Αλλά ποιος τα ξέρει τα σκαλιά; Σε ανεβάζει και υστέρα σε κατεβάζει».

«Εγώ, ο ανάξιος δούλος του Θεού, ακούω και λέγω».

«Εγώ είμαι πολλά αμαρτωλή. Πώς θα αξιωθώ να δω το πρόσωπο του Θεού»;

«Ελάτε όλοι, μικροί μεγάλοι, ελάτε στην Παναγία· αν αγαπάτε, ελάτε στην Παναγία».

«Αχ, αν κάνουμε ένα καλό, λέμε κάναμε έναν καλόν. Με ποια δύναμη κάναμε το καλό; Με την δύναμη του Θεού· έδωσε σε ο Θεός ευλογία και έκανες το καλό».

Απόσπασμα από το βιβλίο, «Σοφία η ασκήτισσα της Παναγίας», νυν αγία Σοφία. Έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας.

pemptousia.gr

https://simeiakairwn.gr

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Τα τρία ευρώ του Πάπα – Εφραίμ!

 

Τα τρία ευρώ του Πάπα – Εφραίμ!


Ο παπα-Εφραίμ ήταν ένας μοναχός που δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Το κελί του ήταν μια τρύπα στον βράχο, κοντά στα Καρούλια. Οι προσκυνητές που τον επισκέπτονταν, συχνά προσπαθούσαν να του αφήσουν χρήματα, βλέποντας τα τρύπια του παπούτσια.

​— «Γέροντα, πάρε αυτά για τις ανάγκες σου», του έλεγαν.

​Εκείνος δέχονταν μόνο τρία ευρώ. Ούτε σεντ παραπάνω. Αν κάποιος επέμενε να του δώσει ένα εικοσάευρω, ο παπα-Εφραίμ του ζητούσε να πάει στις Καρυές, να το χαλάσει και να του φέρει πίσω μόνο τα τρία.

​Ένας δόκιμος μοναχός από μια γειτονική σκήτη, ονόματι Παύλος, τον ρώτησε μια μέρα γεμάτος απορία:

​— «Γέροντα, γιατί βασανίζεσαι με τα ψιλά; Με τρία ευρώ δεν αγοράζεις ούτε το λάδι της χρονιάς. Γιατί δεν κρατάς κάτι παραπάνω για μια ώρα ανάγκης;»

​Ο παπα-Εφραίμ τον κάλεσε να καθίσει στο πέτρινο πεζούλι, με θέα το απέραντο γαλάζιο.

​— «Άκου, παιδί μου», ξεκίνησε ο Γέροντας. «Το πορτοφόλι μου είναι σαν τη ζυγαριά. Όταν έχει μέσα τρία ευρώ, η πλάστιγγα ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στη γη και στον ουρανό.»

​Το Πρώτο Ευρώ: Είναι το «Ευχαριστώ» για το χθες. Μου θυμίζει πως επέζησα άλλη μια μέρα και δεν μου έλειψε τίποτα.

​Το Δεύτερο Ευρώ: Είναι η «Πρόνοια» για το σήμερα. Αν πεινάσω πολύ, θα πάρω ένα παξιμάδι.

Αν διψάσω, το νερό είναι δωρεάν από την πηγή.

​Το Τρίτο Ευρώ: Είναι το «Φίλεμα» για τον ξένο. Αν έρθει κάποιος πιο πεινασμένος από μένα, πρέπει να έχω κάτι να του δώσω.

​— «Και το αύριο, Γέροντα;», ρώτησε ο Παύλος.

​— «Το αύριο, παιδί μου, κοστίζει ακριβά και εγώ είμαι φτωχός. Αν βάλω στο πορτοφόλι μου τέταρτο ευρώ, θα αρχίσω να σκέφτομαι το αύριο. Και μόλις αρχίσεις να σκέφτεσαι το αύριο, χάνεις τη γαλήνη του σήμερα. Τα τρία ευρώ είναι η εγγύησή μου ότι ο Θεός θα φροντίσει για την τέταρτη πεντάρα.»

​​Λίγο καιρό μετά, ο παπα-Εφραίμ αρρώστησε. Όταν οι άλλοι μοναχοί πήγαν να τον βοηθήσουν, βρήκαν το πορτοφόλι του πάνω στο τραπέζι. Μέσα υπήρχαν, όπως πάντα, τρία ευρώ.

​Δίπλα υπήρχε ένα σημείωμα.

​«Ένα ευρώ για τον παπά που θα με διαβάσει, ένα ευρώ για αυτόν που θα ανοίξει τον τάφο μου, και ένα ευρώ για να κεράσετε έναν καφέ τον πρώτο προσκυνητή που θα έρθει αφού φύγω. Φεύγω πλούσιος, γιατί δεν χρωστάω σε κανέναν ούτε μια ανησυχία.»

​Ο δόκιμος Παύλος κράτησε εκείνο το πορτοφόλι ως φυλαχτό. Όχι για την αξία των χρημάτων, αλλά για να θυμάται πως η πραγματική ευτυχία δεν είναι να έχεις γεμάτες αποθήκες, αλλά ένα ελαφρύ πορτοφόλι που δεν σε τραβάει προς το χώμα.

Εμείς με τρία Ευρώ στο πορτοφόλι μας, Έχουμε γαλήνη στην ψυχή μας;

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr