Εορτολόγιο

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ένας “ασήμαντος” μοναχός μέσα στην νύχτα

 

Ένας “ασήμαντος” μοναχός μέσα στην νύχτα


Ένιωθα να πνίγομαι. Χανόμουν. Κανένα έλεος. Καμία βοήθεια. Απώλεια. Σκότος. Πήρα ανάσα. Ξύπνησα… μέσα στο ιλαρό φως του καντηλιού μου. Η καρδιά μου κτυπούσε σε ρυθμούς φόβου.

«Κύριε, ελέησόν με…» ψιθύριζα δειλά, λες και απέφευγα να με ακούσει κάποιος κρυμμένος εχθρός.

Με την ευχή, σίγα σιγά, γαλήνευσα. Ήρθα στα συγκαλά μου.

«Γιατί φοβήθηκα; Γιατί τόση αγωνία; Όλα αυτά από ένα όνειρο; Όλα αυτά από κάτι το ψεύτικο και φτιαχτό;» αναλογίστηκα. “Χρόνια μοναχός και όμως τίποτα δεν κατάφερα, ακόμα φοβάμαι από ψεύτικους εφιάλτες…” συνέχισα.

Η ώρα ήταν τρεις τα ξημερώματα.  Πήγα να γυρίσω πλευρό, μα κάτι μου έλεγε να μην το κάνω. Κάτι με παρακινούσε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου και να πάω προς το παράθυρο. Κρύο. Ένα τρέμουλο διαπέρασε το σώμα μου καθώς έκανα στην άκρη την κουβέρτα. Σηκώθηκα. Το καντηλάκι στο εικονοστάσι έδινε μία εικόνα θαλπωρής ετούτη την ώρα. Έκανα δύο βήματα και στάθηκα μπροστά στις κλειστές κουρτίνες. Δεν ήθελα να τις ανοίξω, μα κάτι μου έλεγε να το κάνω.

Ησυχία. Είναι αρχές του χειμώνα, ούτε πουλιά, ούτε τζιτζίκια. Σιγή. Κάνω να αγγίξω την κουρτίνα και ξάφνου αισθάνομαι μία παρουσία έξω από το δωμάτιό μου. Κάνω τον σταυρό μου. Σιγά σιγά ανοίγω την κουρτίνα και δειλά κοιτώ. Σκοτάδι. Το φεγγάρι φωτίζει ελάχιστα τα ανεμοδαρμένα κυπαρίσσια.

Φυσά, όμως δεν ακούω τον άνεμο.

«Θα ανοίξω το παράθυρο» σκέφτομαι, και το κάνω. Ο άνεμος δυνατός, τον ακούω…αλλά δεν ακούω μόνο αυτόν. Σαν να ακούω ανθρώπινη λαλιά. Σαν να βρίσκεται κάποιος εκεί έξω. «Μα, τι γλυκιά φωνή είναι αυτή;» Από πού την φέρνει ο άνεμος; Είναι ανθρώπινη ή αγγελική; Είναι επίγεια ή ουράνια;

Ρίχνω στους ώμους μου το χειμωνιάτικο πανωφόρι μου και κάνω να βγω έξω. Κάνω τον σταυρό μου. «Κύριε, τι μου επιφυλάσσει αυτή η έξοδος;».

Είμαι έξω. Μόνος με τον αγέρα. Αρχίζω να βαδίζω προς το καθολικό της μονής. Τίποτα. Ο άνεμος αρχίζει να δυναμώνει.  «….ελέησόν, με» ακούω πέρα, από τα κοιμητήρια. Πηγαίνω προς τα εκεί. Κρυώνω, το κομποσχοίνι στο χέρι μου κρατιέται σφιχτά από τα ιδρωμένα χέρια μου. Κρυώνω, όμως δεν με νοιάζει. Θέλω να βρω αυτή την φωνή.

Κοντεύω στον κοιμητηριακό ναό του μοναστηριού. Ένα μικρό εκκλησάκι, πετρόκτιστο, παλαιό. Γύρω του οι τάφοι των πατέρων. Ασκητών και γεροντάδων. Κοντοστέκομαι κάτω από την βελανιδιά. Προσπαθώ να δω αν βρίσκεται κάποιος μέσα στο χώρο των κοιμητηρίων. Ο άνεμος δυνατός. Κρυώνω.

Κάνω να κοντέψω, όταν ξανακούω τη φωνή. «Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό…».

Η φωνή ακούγεται καθαρά, γεμάτη πόνο… εκλιπαρεί για έλεος και συγχώρεση. Μένω στην ίδια θέση λέγοντας και εγώ την ευχή. Το κρύο αφόρητο. Στην βιασύνη μου δεν ντύθηκα καλά και τώρα αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι το κρυολόγημα δεν το γλιτώνω.

Ο νους μου πετά, απ’εδώ και απ’ εκεί. Αρχίζω και πάλι να σκέφτομαι ρηχά και ανούσια πράγματα. Μπροστά μου γίνεται κάτι σημαντικό και εγώ σκέφτομαι το κρυολόγημα. Ανασηκώνομαι. Έχει περάσει μισή ώρα και κανείς δεν έχει εμφανιστεί. Μόνο η φωνή ακούγεται τώρα να προσεύχεται για τις ψυχές των κεκοιμημένων. «Κύριε ανάπαυσον τις ψυχές των δούλων σου…». Η ώρα περνά.

Βλέπω κίνηση. Μία μικρή φλόγα βαδίζει μέσα στους τάφους. Ποιος είναι; Δεν μπορώ να διακρίνω καλά… η φλόγα σταματά. Ένα φαναράκι στα χέρια κάποιου ρασοφόρου. Γνώριμη η σιλουέτα αλλά…

Θέλω να φωνάξω, να δηλώσω την παρουσία μου, όμως δειλιάζω…δεν θέλω να διακόψω την στιγμή. Ο ρασοφόρος ανοίγει την πόρτα απ’ το εκκλησάκι και μπαίνει μέσα. Αρχίζει να ψέλνει το «Χριστός Ανέστη…». Το λέει πολλές φορές.

Κάνει να βγει. Το φως από το φαναράκι φωτίζει το πρόσωπό του. Τι έκπληξη! Είναι δυνατόν; Είναι ο γερο-Νικόλας. Ένα από τα λίγα εναπομείναντα γεροντάκια του μοναστηριού.

Το βήμα του είναι πολύ αργό. Βρίσκω την ευκαιρία να φύγω καθώς ξαναγονατίζει μπροστά στο ναό.

«Θεέ μου. Γέρος άνθρωπος μέσα στο κρύο; Εγώ ξεπάγιασα. Αυτός έπρεπε να πεθάνει». Μπαίνω στο κελί μου με την απόφαση να διαδώσω ότι είδα και άκουσα σε ολόκληρη την αδελφότητα.

Πήγα στο κελί μου σχεδόν τρέχοντας, λόγω του κρύου αλλά και για να με καταλάβει ο γερο- Νικόλας.

Έκλεισα την πόρτα…δεν πρόλαβα να βγάλω το πανωφόρι όταν ξάφνου, στην πόρτα μου ακούστηκε ένα απαλό κτύπημα. Η ώρα ήταν τέσσερις και μισή. «Μα ποιος να είναι; Όποιος και να είναι θα του πω για τον γερο-Νικόλα» είπα μέσα μου. Πετώ το πανωφόρι πάνω στην καρέκλα του γραφείου και κάνω να ανοίξω. Μπροστά μου στέκεται ο γερο-Νικόλας. Στο αριστερό του χέρι κρατά ένα φαναράκι και στο δεξί το κομποσχοίνι του.

«Μα… πως; Πότε πρόλαβες να έρθεις;» έχασα τα λόγια μου. Ο γερο-Νικόλας δεν με κοίταξε στα μάτια. Κοιτούσε κάτω, ήρεμος, ειρηνικός.

«Παπά μου, σε παρακαλώ…» είπε ψιθυριστά «…ας μείνει μεταξύ μας».

Τα γόνατά μου λύγισαν, μπροστά στον παπουλάκο. Έπεσα χάμω. Μόλις το αντιλήφθηκε ο γερο-Νικόλας έκανε το ίδιο. Μου έπιασε τα χέρια και μου τα φιλούσε «Έτσι, παπά μου…ας μείνει μεταξύ μας…μόνο ο γέροντας το ξέρει…σε παρακαλώ».

Του έγνεψα καταφατικά μιας και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Ο γερο-Νικόλας δεν με κοίταξε στα μάτια, κοιτούσε κάτω. Σαν να ντρεπόταν για το μεγαλείο του. Τα μάτια του μούσκευαν το κατώφλι του κελιού μου. Βάλαμε μετάνοια και έφυγε. Έφυγε, αφήνοντας πίσω του τα στίγματα ταπείνωσης, ίχνη Θείας Χάριτος.

Κλείνοντας την πόρτα του κελιού μου ξέσπασα σε λυγμούς. Δεν άντεξα. Έκλαιγα από χαρά. Έκλαιγα γιατί ο Θεός με αξίωσε να δω τον κρυφό καθημερινό αγώνα ενός «ασήμαντου» μοναχού. Έκλαιγα για εμένα. Για την ακηδία μου, για τους τύπους που κρατούσα ενώ έχανα την ουσία των πραγμάτων. Έκλαιγα μπροστά στο καντηλάκι του κελιού μου που το άναβα μηχανικά χωρίς ίχνος κατάνυξης…έκλαιγα βουβά μέσα στην νύχτα της προσωπικής μου αποκάλυψης…

Έκλαιγα καθώς ο ήλιος άρχισε να βγαίνει και το τάλαντο τάραξε την ησυχία του τόπου. Δεν είπα τίποτα σε κανένα αδελφό. Μίλησα μόνο με τον γέροντα ο οποίος μου έβαλε κανόνα να μην πω τίποτα μέχρι ο γερο-Νικόλας να κοιμηθεί εν Κυρίω.

Δεν ξέρω αν από τότε ξύπνησα πνευματικά. Δεν ξέρω εάν έστω και λίγο προόδευσα. Ένα ξέρω, μέχρι το τέλος της ζωής του ο γερό-Νικόλα με απέφευγε. Ήταν το τίμημα της εξόδου μου εκείνο το βράδυ από το κελί μου. Ήταν η ταπείνωση του γερο-Νικόλα μπροστά στην δική μου εγωπάθεια.

Ο γερο-Νικόλας μας άφησε. Πήγε να βρει εκείνους που ευχόντουσαν γι’ αυτόν και αυτός προσευχόντας γι’ αυτούς αντίστοιχα. Πήγε να βρει δια του θανάτου την Ζωή που τόσο ποθούσε…

Κάποιες βραδιές που δεν έχω ύπνο. Βάζω το πανωφόρι μου και πηγαίνω μέχρι τα κοιμητήρια. Εκεί, κάτω από την βελανιδιά παρατηρώ τους ξύλινους σταυρούς των τάφων… το χώμα, που σκεπάζει μητρικά τα σώματα εκείνων που πόθησαν τον Ουρανό. Κάθομαι και κοιτώ. Κάποιες φορές είναι σαν να βλέπω τον γερο-Νικόλα με το φαναράκι του να γυρίζει από τάφο σε τάφο και να προσεύχεται για τους αδελφούς που φύγαν…να γυρίζει προς το μέρος μου και να με βεβαιώνει ότι εύχεται και για όλους εμάς, τους ανυποψίαστους παρατηρητές των μεγάλων «ασήμαντων» αγίων που βρίσκονται ανάμεσά μας, οι οποίοι ακόμα δεν έφυγαν, μα και όταν φύγουν, θα φύγουν αθόρυβα, μέσα στην ειρήνη μιας νύχτας που θα ξημερώσει γι’ αυτούς, αιωνιότητα.

πηγή: http://imverias.blogspot.gr

https://simeiakairwn.gr

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης ἔκανε πώς δὲν τὸν εἶδε, μέχρι πού βρῆκε τὸν παπα-Φώτη μπροστά του...

 

Ὅταν ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης ἔκανε πώς δὲν τὸν εἶδε, μέχρι πού βρῆκε τὸν παπα-Φώτη μπροστά του...

Ἡ Μητρόπολη Μυτιλήνης κρατοῦσε σὲ ἀπόσταση τὸν παπα-Φώτη τὸν Λαυριώτη. Ἕνα βράδυ γυρνῶντας ὁ  Μητροπολίτης ἀπὸ κάποιο χωριὸ τὸν εἶδε νὰ περπατάει μόνος του μέσα στὴ βροχή. 
Δὲν σταμάτησε οὔτε νὰ τοῦ μιλήσει, οὔτε νὰ τὸν πάρει. Φτάνοντας ὁ Μητροπολίτης στὴν Μητρόπολη καὶ μὴ ἔχοντας κάνει καμιὰ ἄλλη στάση στὸν δρόμο, βλέπει τον παπα-Φώτη νὰ στέκεται χαμογελαστὸς ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μητροπόλεως καὶ νὰ τὸν χαιρετᾶ. Κανένας δὲν ξέρει μὲ ποιὸν τρόπο βρέθηκε νωρίτερα ἀπὸ τὸν Δεσπότη ἐκεῖ, κάπου 50 χλμ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος πιὸ σύντομος δρόμος. 
Ὁμολόγησε τότε ὁ μητροπολίτης καὶ εἶπε: Ὁ παπα-Φώτης ἢ μεγάλος τρελὸς εἶναι ἢ μεγάλος Ἅγιος καὶ μᾶς δουλεύει ὅλους. 
5 Μαρτίου ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. 
Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του 

Πηγή: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Μνήμη τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη

 

Μνήμη τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη

Σὰν σήμερα, 5 Μαρτίου, ἡ μνήμη μας στρέφεται μὲ σεβασμὸ καὶ συγκίνηση στὴν κοίμηση τοῦ παπα-Φώτη τοῦ Λαυριώτη, μιᾶς φωτεινῆς μορφῆς τῆς ταπεινῆς ἁγιότητος τῆς ἐποχῆς μας. 
Ὁ παπα-Φώτης δὲν ἔζησε μὲ δόξες καὶ τιμές. Περπάτησε στοὺς δρόμους τῆς Μυτιλήνης φτωχός, συχνὰ ξυπόλητος, μὲ ἕνα ἁπλὸ ράσο καὶ μὲ τὴν καρδιά του γεμάτη προσευχή. Στὰ μάτια πολλῶν ἔμοιαζε μὲ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο· στὰ μάτια ὅμως τοῦ Θεοῦ ἦταν ἕνας κρυμμένος θησαυρὸς πίστεως, ἀγάπης καὶ ταπεινώσεως. 
Ἔζησε ὡς «διὰ Χριστὸν σαλός», κρύβοντας τὴν πνευματική του ζωὴ πίσω ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀφάνεια. Ὅπου ὑπῆρχε πόνος, βρισκόταν κοντά. Ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη, προσέφερε ὅ,τι εἶχε – ἀκόμη κι ἂν ὁ ἴδιος δὲν εἶχε τίποτε. 
Ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα δὲν βρίσκεται στὸν θόρυβο τοῦ κόσμου, ἀλλὰ στὴ σιωπηλὴ προσφορά, στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο. 
Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ ἂς γίνει ἡ ταπεινή του πορεία ἕνα μικρὸ φῶς ποὺ θὰ φωτίζει καὶ τὴ δική μας ζωή. 
Αἰωνία του ἡ μνήμη.
 
πηγή:  orthodoxia-ellhnismos.gr
https://makkavaios.blogspot.com

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Πειθήνια όργανα του Σατανά οι Παπικοί.

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: Πειθήνια όργανα του Σατανά οι Παπικοί.

… Ἐπάθαμε δυστυχῶς πολλά, διότι στήν ἀρχ τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνα, πού ἐκτιμοῦσαν πολλοί ὅτι θά ἦταν ὁ αἰῶνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Διάβολος διά τοῦ πάπα καί τῶν φιλοπαπικῶν ἐχάραξε ἄλλη πορεία, φιλοπαπική, φιλοδυτική, οἰκουμενιστική, ἐκκοσμικευμένη, ἀνατρεπτική τῶν θεσμῶν καί τῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας.

… Μεταλλάξαμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ψεῦδος τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας καί ἀκαθαρσίας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 1, 24-25).

 Ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν διακοπεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία. Καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία διά τῶν αἰώνων θεωρεῖ αἵρεση καί πλάνη τόν Παπισμό, κατασκεύασμα τοῦ Διαβόλου.

Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός, ὁμόθρονος καί ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ Παπικοί ἔχασαν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς.

… Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στούς «Ἀποδεικτικούς Λόγους, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μᾶς διδάσκει ὅτι καί πάλι ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος, σηκώνει τό κεφάλι του ἐναντίον μας καί προσβάλλει τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεως.

Αὐτός παρεκίνησε τούς παλαιούς αἱρετικούς, τούς Ἀρείους, τούς Ἀπολιναρίους, τούς Εὐνομίους, τούς Μακεδονίους καί πολλούς ἄλλους νά χύσουν τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, τυλιγμένο μέ λόγια εὐσεβείας, καί νά τήν παρουσιάσουν σάν ἕνα νέο θαλερό φυτό γεμᾶτο ἀπό ὡραίους καρπούς.

Αὐτός λοιπόν ὁ πονηρός καί καταραμἐνος ὄφις, «τό πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν», ὁ ἀκούραστος ἐπιτηρητής τῆς ἀπάτης καί εὐμήχανος σοφιστής, δέν ξέχασε καθόλου τήν χαρακτηριστική του κακοτεχνία, ἀλλά μέ τούς Λατίνους, πού εἶναι πειθήνια ὄργανά του, «διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων», διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ καινούργιες διδασκαλίες, πού φαίνεται νά ἔχουν μικρή διαφορά, εἶναι ὅμως ἀφορμές γιά μεγάλα κακά καί προκαλοῦν στήν Ὀρθοδοξία πολλά καί δεινά ἔκφυλα καί ἄτοπα, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι στά δογματικά θέματα περί τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μικρό τό παραμικρό· «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν».


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Άγιοι Γέροντες για την εξομολόγηση και την μετάνοια

 

Άγιοι Γέροντες για την εξομολόγηση και την μετάνοια

Άγιοι Γέροντες για την εξομολόγηση και την μετάνοια

Εξομολόγηση – Μετάνοια

*******

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Αν ο άνθρωπος δεν τα λέει όλα στον πνευματικό του, τότε είναι ο δρόμος του στραβός και δεν οδηγεί στην σωτηρία. 

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Την ψυχή που συνηθίζει να εξομολογείται, η σκέψη της εξομολογήσεως, την συγκρατεί σαν χαλινάρι και δεν την αφήνει να αμαρτήσει. Αντίθετα οι αμαρτίες που δεν σκέφτεται κάποιος να τις εξομολογηθεί, συνεχώς σαν σε σκοτάδι, τις διαπράττει άφοβα.

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής

α) Πρόσεχε να καθαρίζεις τον εαυτόν σου με καθαρή εξομολόγηση. Μην αφήνεις ακαθαρσία αμαρτίας μέσα σου, για να μην βρίσκει αιτία ο πονηρός και σε ρίχνει. Αποκάλυψε στον γέροντά σου τους λογισμούς σου και αυτός σε θεραπεύει. Μην κρύψεις ποτέ λογισμό σου, διότι μέσα σ' αυτόν βρίσκεται κρυμμένη η πονηριά του διαβόλου.

β) Όσο αργείς να ζητήσεις συγχώρεση, πηγαίνοντας για εξομολόγηση, τόσο περισσότερο δίνεις άδεια στον πονηρό (διάβολο) να απλώνει μέσα σου ρίζες.  

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι. Αυτό σε κατηγορώ. Έπεσες; Στον πνευματικό. Έπεσες; Στον πνευματικό, όλα στον πνευματικό. Και η οσία Μαρία, πρώτα εξομολογήθηκε.

Στη γειτονιά μας ήτανε κάποιος Κύπριος και είχε έναν υποτακτικό, ο οποίος τους γονείς του δεν είχε αναπαύσει, να πούμε. Όταν καλογέρευσε, και τον Γέροντά του δεν τον ανέπαυσε. Κι’ εκεί που καθόμαστε στη Μικρή Αγία Άννα, τον έστειλε ο Γέροντάς του στον Γέροντα, τον Γέρο-Ιωσήφ, να πει τον λογισμό του και ό,τι μπορεί να τον βοηθήσει. Όταν ήρθε εκεί, ήμαστε γύρω έτσι με τον Γέροντα, λέει: «Άντε εσύ, πήγαινε εσύ, πηγαίνετε στα δωματιά σας· έλα ‘δω, πατερ- Ιωάννη». Ανεβαίνει, πήγαινε στο δωμάτιό του.

-Γέροντα, λέει, η ψυχή μου κλαίει,κλαίει, κλαίει σαν μικρό παιδί.

-Γιατί, παιδί μου, η ψυχή σου κλαίει;

-Διότι, λέει, δεν ανέπαυσα τον Γέροντά μου.

-Ε, πού καταλαμβάνεις ότι δεν ανέπαυσες τον Γέροντα;

-Να, λέει, έτσι στην υπακοή.

-Άκουσε, παιδί μου. Εκεί που γκρέμισες, εκεί να διορθώσεις. Εχαλάρωσες το “νά ‘ναι ευλογημένο”, την ταπείνωση και την αυταπάρνηση στον Γέροντα. Μη ζητάς τώρα με την ευχή ή με την Θεία Μετάληψη, πάτερ μιου, να διορθώσεις το λάθος σου. Εκεί έσφαλες, εκεί να βάλεις μετάνοια, εκεί να διορθώσεις.

Ο αββάς Παμβώ, όταν ήταν κοσμικός, πήγε και κλέψανε σύκα από άλλο γειτονικό αμπέλι. Και όταν τους πήρε μυρωδιά ο δραγάτης, τό ‘βαλαν στα ποδάρια να φύγουν, Αλλά από το μαντήλι που είχε τα σύκα, τού ‘πεσε ένα σύκο κάτω και να μην το χάσει, πήγε και τό ‘φαγε. Και λέει ο ίδιος: «Όποτε θυμάμαι αυτό το σύκο, κάθομαι και κλαίω». Κάθομαι και κλαίω… Αυτό το σύκο…

Έτσι κι εγώ, να πούμε. Όταν θυμάμαι αυτήν την παρακοή που έκανα στον Γέροντα, ως άλλος απόστολος Πέτρος, κάθομαι και κλαίω. Γιατί να κάνω αυτήν την παρακοή, να μην την κάνω υπακοή να κερδίσω;

Ένα πράγμα, άμα σε κεντάει η συνείδησή σου, πήγαινε και βάλε μετάνοια: «Αδερφέ μου, ευλόγησον, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις, έσφαλα». Αυτό διορθώνει το λάθος σου. Μην παραβλέπεις τη συνείδησή σου. Άνθρωποι είμεθα, ένας στον άλλον φταίει. Ή σου είπε έναν λόγο είτε δεν έκανε εκείνο το οποίο είπες, και οπότε κατόπιν η συνείδηση έρχεται ελέγχουσα. Μην την παραβλέπεις, πήγαινε ταπεινώσου και πες το “ευλόγησον” εις τον αδελφό ή εις τον Γέροντα. 

Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης

1) Για να νιώσει κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξει τα σκουπίδια από μέσα του, με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον Πνευματικό, λέγοντας τα αμαρτήματά του, ταπεινώνεται και έτσι ανοίγει την πύλη του ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται. Αν όμως βλέπεις ότι δεν έχεις γαλήνη, αλλά στεναχώρια, να ξέρεις ότι υπάρχει μέσα σου κάτι ατακτοποίητο και πρέπει να το βρεις, για να το διορθώσεις. Κάνεις ας υποθέσουμε ένα σφάλμα, στεναχωριέσαι, αλλά δεν το εξομολογείσαι. Σου συμβαίνει μετά ένα ευχάριστο γεγονός και νιώθεις χαρά. Αυτή η χαρά σκεπάζει τη στεναχώρια για το σφάλμα σου και σιγά-σιγά το ξεχνάς, δεν το βλέπεις επειδή καπακώθηκε από τη χαρά. Αλλά εκείνο εσωτερικά δουλεύει... 

2) Αν ο άνθρωπος δεν ομολογεί (στην εξομολόγηση) την αλήθεια στον πνευματικό, δεν του αποκαλύπτει το σφάλμα του, για να μπορέσει να τον βοηθήσει, παθαίνει ζημιά, όπως ακριβώς και ο άρρωστος κάνει μεγάλο κακό στην υγεία του, όταν κρύβει την πάθησή του από τον γιατρό. Ενώ, όταν εκθέτει τον εαυτόν του, όπως ακριβώς είναι, τότε ο πνευματικός μπορεί να τον γνωρίσει καλύτερα και να τον βοηθήσει πιο θετικά. 

3) Βλέπω και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό, ότι αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ' αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται και χαίρεται το ταγκαλάκι (διάβολος). 

4) Όταν ο άνθρωπος μετανοήσει και πει στον πνευματικό ό,τι θυμόταν, χωρίς να έχει την πρόθεση να κρύψει κάτι, τελείωσε· τα ταγκαλάκια δεν έχουν καμμία εξουσία πάνω του. Όταν όμως δεν εξομολογηθεί εν γνώσει του μερικές αμαρτίες του, θα βασανίζεται στην άλλη ζωή γι' αυτές. 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

Η εξομολόγηση χωρίς υπακοή στον πνευματικό πατέρα, όχι μόνο είναι ανώφελη, αλλά και επικίνδυνη, διότι μπορεί κανείς να τύχη της τιμωρίας του Θεού. 

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Μια αλυσίδα χάριτος από τον Άγιο Χρυσόστομο στον Γέροντα Αμφιλόχιο

 

Μια αλυσίδα χάριτος από τον Άγιο Χρυσόστομο στον Γέροντα Αμφιλόχιο

 
 Μητροπολίτης Ναϊρόμπι Μακάριος

Πρόσφατα η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής απεφάσισε την αγιοκατάταξη του ηρωικού και ανεπανάληπτου Γέροντα Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου. Το γεγονός αυτό δεν είναι μια απλή πράξη αλλά μεταδίδει μηνύματα και αρετές που στολίζουν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη με τις χάρες και τα αγιαστικά νάματα της ουρανίου παρουσίας.

Μια κατάσταση που στο τέλος μεταμορφώνει και ανακαινίζει τον άνθρωπο καθοριστικά. Αυτή η αγιοκατάταξη μάς επιτρέπει σήμερα να γράψουμε και να τονίσουμε το θυσιαστικό πνεύμα που οδήγησε τον Άγιο παρ’ όλο ότι ήταν μεν μόλις 59 ετών, είχε όμως ασθένειες που τον ταλαιπωρούσαν και τον βασάνιζαν ίσως για την εγκατάλειψη αυτού του τόσο πρωτοποριακού έργου της εποχής εκείνης. Όμως ο Άγιος ήταν αποφασισμένος και πεπεισμένος ότι τίποτε άλλο δεν ήθελε να κάνει στη ζωή του. Μόνη του έγνοια ήταν πώς να μεταδοθεί η Ορθοδοξία στα πέρατα της οικουμένης.

Σε παλαιότερες μελέτες μου ασχολήθηκα εκτενώς για τη βαθιά και ειλικρινή του επιθυμία να θυσιάσει τα πάντα, την καλοπέραση και άνεση στον χώρο της Μονής Πετράκη που είχε όταν βρισκόταν εκεί. Στις μελέτες μου λοιπόν αυτές έδωσα πρωτότυπες πληροφορίες και αυθεντικά στοιχεία που δικαιολογούσαν άνετα την πρόσφατη απόφαση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας για την αγιοκατάταξή του στο Αγιολόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ήδη όλα σχεδόν τα πρόσωπα που συνεργάσθηκαν μαζί του δεν ζουν. Και ο Άγιος Γέροντάς είχε τόση αγάπη και φιλανθρωπία που εμπνεύστηκε από ένα αριθμό αγίων που του συμπαρίσταντο καθ’ όλη τη διάρκεια της 12ετούς εργασίας στον χώρο της Ιεραποστολής. Πίστεψε βαθειά ότι χωρίς τις αρετές της αγάπης, της ταπείνωσης, της θυσίας δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε ότι ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το προσωπικό του ανέβασμα αλλά για την εντολή του Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Αυτό ήταν το μυστήριο και η αποστολή του εαυτού του εξ ολοκλήρου: να υπηρετήσει τον διπλανό και τον πλησίον του της οποιασδήποτε καταγωγής ή προέλευσης.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

https://makkavaios.blogspot.com