«Ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου περὶ ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων ὑπό το φῶς τῆς πατερικῆς ἐσχατολογίας»
Ἡ μελέτη ἀποδεικνύει ὅτι ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου Παϊσίου δὲν συνιστᾶ ἰδιωτικὴ ἢ καινοφανῆ ἐσχατολογικὴ προσέγγιση, ἀλλὰ κινεῖται σὲ σαφῆ συνέχεια μὲ τὴν πατερικὴ ἑρμηνεία τῆς Ἀποκαλύψεως, ἐκφρασθεῖσα ἀπὸ Πατέρες ὅπως ὁ Ἱππόλυτος Ρώμης, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Ἀρέθας Καισαρείας, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων καὶ ὁ Θεοδώρητος Κύρου. Ἰδιαίτερη ἔμφαση δίδεται στὴν ἀπουσία χρονολογικῶν προσδιορισμῶν, στοιχεῖο ποὺ χαρακτηρίζει τὴ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ προφητικότητα. Συμπεραίνεται ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἀποτελεῖ σύγχρονη ποιμαντικὴ ἔκφραση πατερικῶν ἀρχῶν καὶ ὄχι τεχνοφοβικὴ ἢ συνωμοσιολογικὴ τοποθέτηση.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν προσεγγίζει τὴν ἱστορία ὡς οὐδέτερο πεδίο ἐξελίξεων, ἀλλὰ ὡς χῶρο φανέρωσης τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ ταυτόχρονα ὡς πεδίο πνευματικοῦ ἀγῶνα. Οἱ τεχνολογικὲς καὶ κοινωνικὲς μεταβολές, ἰδίως ὅταν ἀγγίζουν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου καὶ τὴ δυνατότητα συμμετοχῆς του στὴν κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ζωή, δὲν μποροῦν νὰ ἀξιολογηθοῦν ἀποκλειστικὰ μὲ λειτουργικὰ ἢ ὠφελιμιστικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀπαιτοῦν θεολογικὴ καὶ πνευματικὴ διάκριση.
Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐντάσσεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου σχετικὰ μὲ τὶς ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες καὶ τὴ σχέση τους μὲ τὸ ἀποκαλυπτικὸ θέμα τοῦ σφραγίσματος. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ Ὁσίου δὲν συνιστᾶ προσωπική/ἰδιωτικὴ ἐσχατολογικὴ θεωρία οὔτε τεχνοφοβικὴ ἀντίδραση, ἀλλὰ ἔκφραση τῆς πατερικῆς ἑρμηνευτικῆς παραδόσεως, μεταφερμένης σὲ ἕνα νέο ἱστορικὸ καὶ τεχνολογικὸ περιβάλλον.
Γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἡ θεμελιώδης ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ Βάπτισμα. Τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γραμμένο «ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου εἶναι ἀδιαπραγμάτευτη. Ὁ Ἅγιος μὲ τὴ διδασκαλία του δὲν ἀπορρίπτει τὴν ἀνάγκη διοικητικῆς ὀργάνωσης τοῦ κράτους, ἀλλὰ διακρίνει τὸν κίνδυνο ὅταν ἡ τεχνολογία ἀποκτᾶ ὑπαρξιακὸ καὶ καθολικὸ χαρακτῆρα, δηλαδὴ ὅταν παύει νὰ εἶναι ἐργαλεῖο καὶ γίνεται ὅρος συμμετοχῆς στὴν κοινωνία.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος προσεγγίζει τὸ ζήτημα τῶν ταυτοτήτων ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιά. Ἡ ἔννοια τῆς «ταύτισης» ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς ταυτότητας δὲν εἶναι οὐδέτερη: δηλώνει ἀποδοχή, ἔνταξη, ὑπαγωγή. Ὅταν ἡ ταυτότητα παύει νὰ εἶναι ἁπλὸ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο καὶ μετατρέπεται σὲ καθολικὸ μηχανισμὸ ἐλέγχου καὶ συμμετοχῆς στὴν κοινωνικὴ ζωή, τότε ἀποκτᾶ ὑπαρξιακὴ καὶ πνευματικὴ διάσταση. Ἀπὸ θεολογικὴ σκοπιά, ἡ ταύτιση αὐτὴ ἐξετάζεται ὄχι ὡς ἁπλῆ διοικητικὴ διαδικασία ἀλλὰ ὡς πνευματικὴ πραγματικότητα, ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἔχει ἐνσυνείδητο χαρακτῆρα καὶ ἐλευθερία, ποὺ δὲν περιορίζεται μόνο στὸν φυσικὸ χῶρο ἀλλὰ καὶ στὴν πνευματική της διάσταση.
Κατὰ τὸν Ὅσιο Παΐσιο, ὑπάρχει μία βασικὴ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἕνα ἁπλὸ τεχνολογικὸ ἢ διοικητικὸ ἔγγραφο καὶ τὴν πνευματική του διάσταση: Ὁ Γέροντας τονίζει ὅτι ἡ ταυτότητα δὲν εἶναι ἁπλᾶ ἕνα ἔγγραφο, ἀλλὰ ἔχει ἕνα συμβολικὸ περιεχόμενο: «ταυτίζομαι μὲ ὅσα δηλώνω».[1] Ἡ λέξη «ταυτότητα» σημαίνει ταύτιση τοῦ ἀτόμου μὲ ὅσα ἀναφέρει ὅτι εἶναι ἢ δηλώνει[2]. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἡ ἠλεκτρονικὴ ταυτότητα δὲν εἶναι ἁπλῶς τεχνικὴ ὑπογραφὴ ἀλλὰ συμβολίζει μία πνευματικὴ «ταύτιση» μὲ ἕνα σύστημα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιτίθεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.[3]
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίνει ὁ Ὅσιος Παΐσιος στὴν ἴδια τήν ἔννοια τῆς «ταυτότητας». Γιὰ τὸν Ἅγιο, ἡ ταυτότητα δὲν εἶναι οὐδέτερο διοικητικὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ πράξη ταύτισης. Ἡ φράση «Ἡ ταυτότητα σημαίνει ὅτι ταυτίζεσαι μ’ αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε» ἀποκαλύπτει τὴν ὀντολογικὴ διάσταση τοῦ ζητήματος. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀναρωτηθεῖ ὄχι ἁπλῶς τί κρατᾶ, ἀλλὰ μὲ τί ταυτίζεται. Στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ ταύτιση τοῦ ἀνθρώπου ἀνήκει πρωτίστως στὸν Χριστὸ καὶ στὸ Βάπτισμα, ὄχι σὲ ἀπρόσωπα συστήματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος δὲν προχωρεῖ σὲ ἐπιβολὲς ἢ καταναγκασμούς, ἀλλὰ ἀφήνει τὸν χῶρο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς συνείδησης ἀνοικτό: «Ὁ καθένας νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὴ συνείδησή του.» Ἡ θέση αὐτὴ φανερώνει ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου δὲν εἶναι νομικιστικὴ οὔτε φοβική, ἀλλὰ βαθύτατα ἐκκλησιολογικὴ καὶ ἀσκητική
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἑρμηνεύει τὸ χωρίο ὄχι τεχνοκρατικὰ ἀλλὰ πνευματικά, ἐπισημαίνοντας ὅτι τὸ ἀποφασιστικὸ στοιχεῖο δὲν εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ χαράγματος, ἀλλὰ ἡ ἑκούσια ἀποδοχή, ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ζωῆς σὲ ἕνα ἀντίθεο σύστημα, ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας τῆς συνείδησης. Αὐτὴ ἡ προσέγγιση ταυτίζεται πλήρως μὲ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτική.
Κινούμενος δὲ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλαισίου, τονίζει ὅτι οἱ σύγχρονες μορφὲς τεχνολογικῆς ταυτοποίησης δὲν ταυτίζονται αὐτομάτως μὲ τὸ σφράγισμα, ἀλλὰ δύνανται νὰ λειτουργήσουν ὡς προπαρασκευαστικὸ στάδιο, ἐφόσον ἐκπαιδεύουν τὸν ἄνθρωπο σὲ καθεστὼς καθολικοῦ ἐλέγχου καὶ ἀπώλειας τῆς ἐλευθερίας.
Τί λέει (οὐσιαστικὰ) ὁ Ἅγιος Παΐσιος γιὰ ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες / «666» ;
α) Δὲν τὸ βλέπει ὡς ἁπλὸ τεχνικό/διοικητικὸ θέμα, ἀλλὰ ὡς ζήτημα πνευματικῆς πλάνης γύρω ἀπὸ τὸ «σφράγισμα». Γι’ αὐτό, στὸ κείμενο «Σημεῖα τῶν καιρῶν» ὁ ἄξονας δὲν εἶναι «προσωπικὰ δεδομένα/ἰδιωτικότητα», ἀλλὰ ἡ ἀνησυχία ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ, νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ κάτι ποὺ συνδέεται μὲ τὸ «σφράγισμα» καὶ τὸ «666», μέσα ἀπὸ μιὰ λογικὴ «δὲν πειράζει, ἀρκεῖ νὰ πιστεύω μέσα μου»[5].
β) Πολεμᾶ τὴ λογική του «βάζω κι ἕναν σταυρὸ καὶ καθάρισα». Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τοῦ κειμένου τῶν Σημείων εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῆς ἰδέας ὅτι, ἂν δεχθεῖ κανεὶς κάτι «μὲ τὸ 666», μπορεῖ νὰ τὸ «ἁγιάσει» προσθέτοντας σταυρὸ ἢ κάνοντας τὸν σταυρό του. Τὸ παρουσιάζει ὡς πλάνη, δηλαδὴ ὡς ἐσφαλμένη θεολογικὴ σκέψη γιὰ τὸ πῶς λειτουργεῖ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ ὁμολογία.[6] Δίνει τόσο μεγάλη σημασία στὸ ζήτημα αὐτό, τῆς πλάνης, ποὺ ἀφιερώνει τέσσερες ὁλόκληρες σελίδες στὸ χειρόγραφό του ὅπου ἀναιρεῖ συντριπτικὰ κάθε ἐπιχείρημα τῆς πλάνης «βάζω κι ἕναν σταυρὸ καὶ καθάρισα» μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν ὀρθὴ θέση ὅτι «μόνον αὐτὰ ποὺ δέχονται ἁγιασμό, ἁγιάζονται. Ὅπως τὸ νερό, δέχεται ἁγιασμὸ καὶ γίνεται Ἁγιασμός. Τὰ οὖρα δὲν δέχονται ἁγιασμό. Ἡ πέτρα μὲ θαῦμα γίνεται ψωμί. Ἡ ἀκαθαρσία δὲν δέχεται ἁγιασμό. Ἑπομένως ὁ διάβολος, ὁ ἀντίχριστος, ὅταν εἶναι στὴν ταυτότητά μας ἢ στὸ χέρι ἢ στὸ κεφάλι μας μὲ τὸ σύμβολό τους, δὲν ἁγιάζονται μὲ τὸ νὰ βάλουμε καὶ ἕναν Σταυρό».
γ) Τοποθετεῖ τὸ βάρος στὴ συνείδηση καὶ στὴν ἐκκλησιαστική/πνευματικὴ καθοδήγηση, ὄχι σὲ πανικό. Στὴ μεταγενέστερη τῶν «Σημείων» ἀπόδοση λόγων του ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»[7], φαίνεται μιὰ πιὸ ποιμαντικὴ γραμμή: Ὅταν σᾶς ρωτοῦν, νὰ λέτε στοὺς ἀνθρώπους νὰ συμβουλεύονται τὸν πνευματικό τους καὶ νὰ δοῦν πῶς θὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία· τονίζοντας ὅτι ὁ ἴδιος «τὰ γράφει ξεκάθαρα» στὸ φυλλάδιο «Σημεῖα τῶν καιρῶν» καὶ «ἂς ἐνεργήσει ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴ συνείδησή του».[8] Ἡ ποιμαντικὴ αὐτὴ συμβουλὴ δὲν ἀναιρεῖ φυσικὰ ὅτι τὸ πλαίσιο παραμένει πνευματικό/ἐσχατολογικὸ· ἁπλῶς δείχνει τρόπο ἀντιμετώπισης.
δ) Ἡ «ἠλεκτρονικὴ ταυτότητα» στὴ διδασκαλία του εἶναι μέρος μιᾶς εὐρύτερης εἰκόνας ποὺ τὴ συνθέτουν ἡ ἀριθμοποίηση καὶ ἔλεγχος καὶ ποὺ ὁδηγεῖ σὲ πίεση συνείδησης. Τὸ χειρόγραφο τῶν «Σημείων» εἶναι γραμμένο τὸ 1987 στὸ κελί του στὴν Παναγούδα. Τὸ νόημα τοῦ κειμένου, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα[9], εἶναι ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν ἔγκειται στὴν ἴδια τήν κάρτα ὡς ἀντικείμενο, ἀλλὰ στὴν πνευματικὴ ὀλίσθηση ποὺ ὁδηγεῖ: νὰ ἐκπαιδευτεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δέχεται συμβιβασμοὺς ποὺ ὁδηγοῦν στὸ σφράγισμα/ἄρνηση.
Ἡ κεντρικὴ ἔννοια τῆς διδασκαλίας του εἶναι: ὁμολογία καὶ ὄχι συμβιβασμός. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα σὰν πεδίο ὁμολογίας (ἢ πλάνης), ὄχι σὰν «πολιτικὴ διαχείριση» μόνο. Γι’ αὐτὸ τονίζει ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ «ἐσωτερικὰ πιστεύω». Δίνει μυσταγωγική/ἐκκλησιολογικὴ ἔμφαση στὸ Βάπτισμα–Χρίσμα (σφραγὶς δωρεᾶς...) Στὸ κείμενο ἀντιπαραβάλλει τὸ «ἅγιο σφράγισμα» (Βάπτισμα/ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ) μὲ μιὰ ἄλλη «σφράγιση» ποὺ θεωρεῖ ἀντίθετη[10]. Ἀπορρίπτει κάθε σκέψη γιὰ μιὰ «μαγικὴ» ἐνέργεια τοῦ Σταυροῦ. Τὸ «βάζω σταυρὸ πάνω στὸ 666» τὸ θεωρεῖ θεολογικὰ ἄκυρο: ἡ χρήση τοῦ Σταυροῦ δὲν εἶναι μηχανιστικὴ πράξη ποὺ ἀποκλείει τὸ νόημα τῆς ἀποδοχῆς του, σημαινόμενου ἀπὸ τὸ «666», ἀντιχρίστου. Τέλος, ὁ λόγος του στὴν ἀδελφότητα τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, παρὰ τὴν προηγούμενη ἀπολυτότητα τῆς ἔκφρασής του στὰ «Σημεῖα τῶν καιρῶν», κρατάει μία ποιμαντικὴ ἰσορροπία. Παρὰ τὸν ἔντονο λόγο, ὑπάρχει καὶ ἡ καθαρὰ ἐκκλησιαστικὴ γραμμή: διάκριση, συνείδηση, πνευματικός, Ἐκκλησία ποὺ σημαίνει: ὄχι ἀτομικὸ «κίνημα πανικοῦ».[11]
Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει: «Ἡ ταυτότητα δὲν εἶναι τὸ σφράγισμα. Εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ σφραγίσματος.»[12] Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει καθοριστικὴ θεολογικὴ σημασία. Ὁ Ἅγιος δὲν μιλᾶ γιὰ ἄμεση ἀποστασία, ἀλλὰ γιὰ μία πορεία ἐξοικείωσης, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει νὰ ζεῖ ἐντὸς ἑνὸς συστήματος καθολικοῦ ἐλέγχου καὶ ἐξάρτησης. Τὸ πρόβλημα, κατὰ τὸν Ὅσιο Παΐσιο, δὲν ἔγκειται στὸ ὑλικὸ μέσο, ἀλλὰ στὸ πνευματικὸ περιεχόμενο ποὺ αὐτὸ μεταφέρει.
Σὲ ἄλλο σημεῖο[13] ἐπισημαίνει (σὲ νοηματικὴ μεταφορά): Θὰ τοὺς δώσουν πρῶτα τὶς κάρτες, γιὰ νὰ συνηθίσουν. Μετὰ θὰ τοὺς ποῦν: γιατί νὰ κουβαλᾶτε κάρτες;
Ἡ παρατήρηση αὐτὴ φανερώνει τὴν πατερική του διάκριση: ἡ ἀλλοίωση δὲν ἔρχεται αἰφνιδίως, ἀλλὰ μέσῳ βαθμιαίας ἀποδοχῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἐκπαιδεύεται ἀπὸ τὸ σύστημα νὰ ἀποδέχεται τὸν ἔλεγχο ὡς φυσιολογικὴ συνθήκη ζωῆς, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν πνευματική του ἔκπτωση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, κατὰ τὴν ἀπόδοση τῶν λόγων του, ἡ νέα τεχνολογία δὲν ἀποτελεῖ ἀπ' εὐθείας τὴν πλήρη ἐκπλήρωση τῆς ἀποκαλυπτικῆς εἰκόνας τῆς Ἀποκάλυψης (τῆς χειρὸς ἢ τοῦ μετώπου μὲ τὸν ἀριθμὸ 666), ἀλλὰ προκαλεῖ μία βαθμιαία στροφὴ τῆς κοινωνίας πρὸς ἕνα σύστημα ἐλέγχου καὶ ψηφιακῆς ἐξάρτησης, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸ τελικὸ σφράγισμα.
Ὁ Ἅγιος ἑρμηνεύει τὴν ἐξέλιξη ὡς ἑξῆς: Πρῶτα ἔρχεται ἡ ψηφιακὴ «ταυτότητα/κάρτα». Μετὰ προβάλλεται ὡς τέλειο σύστημα. Καὶ τελικὰ ἐνδέχεται νὰ ὁδηγήσει σὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ σφραγίσματος τὸ ὁποῖο περιγράφεται στὸν Ἀποκάλυψη ὡς ἀριθμὸς τοῦ θηρίου. Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη θεωρεῖται πνευματικὰ ἐπικίνδυνη, εἰδικὰ ἐὰν ἡ κοινωνία τὴν ἀποδεχτεῖ χωρὶς περισυλλογή. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι κινδυνεύει νὰ γίνει ἡ «προετοιμασία» τοῦ ἀνθρώπου νὰ καταστεῖ ἐξαρτώμενος ἀπὸ ἕνα σύστημα ποὺ εἰσχωρεῖ βαθιὰ στὴ ζωή του.
Ἡ πνευματικὴ ἀλλοίωση προηγεῖται πάντοτε τῆς τελικῆς ἀποστασίας. Ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει νὰ ζεῖ χωρὶς ἐλευθερία, χωρὶς ἀντίσταση, χωρὶς διάκριση, μέχρις ὅτου ἡ τελικὴ ἐπιλογὴ παρουσιαστεῖ ὡς φυσικὴ καὶ ἀναπόφευκτη.
Εἶναι λοιπὸν πολὺ σημαντικὴ ἡ διάκριση ποὺ κάνει ὁ Ἅγιος ὅτι «ἡ ταυτότητα δὲν εἶναι τὸ σφράγισμα. Εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ σφραγίσματος.»
Ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πατερική. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως οἱ ἑρμηνευτὲς τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπως λεπτομερέστερα θὰ ἐκθέσουμε κατωτέρω, δὲν μιλοῦν γιὰ αἰφνίδιες καὶ μαγικὲς ἐπιβολές, ἀλλὰ γιὰ σταδιακὴ προετοιμασία, ἀλλοίωση τῆς συνείδησης καὶ στὸ τέλος ἐξοικείωση μὲ τὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας. Τὸ σφράγισμα, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποκάλυψη (κέφ. 13), δὲν εἶναι ἁπλῶς τεχνικὴ πράξη, ἀλλὰ ἑκούσια ὑπαρξιακὴ ἐπιλογή: λατρευτικὴ ὑποταγὴ καὶ ἀποδοχὴ ἑνὸς συστήματος ἀντίθεου. Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, δὲν ταυτίζει μηχανικὰ τὴν τεχνολογία μὲ τὸ κακό, ἀλλὰ ἐπισημαίνει τὴν πνευματικὴ πορεία ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ αὐτό.
Ἡ ἔμφαση αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ πραγματικὸ διακύβευμα δὲν εἶναι ἡ τεχνολογία, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου καὶ ἡ ἱκανότητά του νὰ διακρίνει πνευματικά. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἀναφέρεται ρητὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ κάθε πιστοῦ τονίζοντας: «... νὰ συμβουλεύονται τοὺς πνευματικούς τους καὶ νὰ κάνουν ὑπομονὴ νὰ δοῦν πῶς θὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία...» καὶ «Ἀφοῦ τὸ ἔχω ξεκαθαρίσει στὰ Σημεῖα τῶν καιρῶν, κάθε ἕνας ἂς ἐνεργήσει ἀνάλογα μὲ τὴ συνείδησή του». Αὐτὸ τονίζει ὅτι ἡ πνευματικὴ διάσταση δὲν ἐπιβάλλει ἄκριτη στάση ἀλλὰ καλεῖ σὲ ὑπεύθυνη, προσεκτικὴ καὶ συνετὴ στάση, μὲ ἐπίγνωση τῶν πνευματικῶν συνεπειῶν.
Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔχει ἡ στάση τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἀπέναντι στὴν ἐλευθερία τῆς συνείδησης. Σὲ κανένα σημεῖο δὲν προβαίνει σὲ ἀφορισμούς, πανικὸ ἢ ἐξαναγκασμούς. Ἀντίθετα, ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη πνευματικῆς καθοδήγησης, τὴν ἀναμονὴ τῆς στάσης τῆς Ἐκκλησίας, τὴν προσωπικὴ εὐθύνη κάθε πιστοῦ. Αὐτὴ ἡ στάση εἶναι βαθύτατα ἐκκλησιολογική. Ἡ σωτηρία δὲν λειτουργεῖ μηχανιστικά. Οὔτε χάνεται κανεὶς ἀπὸ ἄγνοια, οὔτε σώζεται ἀπὸ ἐξωτερικὴ ἀντίσταση χωρὶς μετάνοια. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ ἀντικατοπτρίζει μιὰ θεολογικὴ ἀρχὴ στὴν Ὀρθοδοξία: κανεὶς δὲν εἶναι ἀπολύτως ὑποχρεωμένος νὰ πράξει κάτι χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσει μὲ ἔντιμη συνείδηση καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση.
Ὁ Ὅσιος προτρέπει ἐπίσης τὴν Ἐκκλησία νὰ λάβει μιὰ σωστή, θεολογικὰ θεμελιωμένη θέση καὶ νὰ μιλήσει καθαρὰ στοὺς πιστούς, ὥστε νὰ κατανοήσουν τὶς πνευματικὲς διαστάσεις τῶν γεγονότων. Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ἀπόδοση αὐτῶν τῶν λόγων, εἶναι νὰ διαφωτίσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς πιστούς, νὰ προστατεύσει τὴν ἐλευθερία τῆς συνείδησης, νὰ ἐξηγήσει μὲ σύνεση τὶς ἀλλαγὲς στὸν κόσμο, καὶ νὰ ὑπενθυμίσει ὅτι ἡ πραγματικὴ πνευματικὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὸ Χριστὸ καὶ τὸ Βάπτισμα.
α. Τὸ χάραγμα ὡς ἐθελούσια πνευματικὴ προσχώρηση (Ἱππόλυτος Ρώμης – Ἀνδρέας Καισαρείας – Ἀρέθας Καισαρείας)
Στὴν πατερικὴ ἐσχατολογικὴ παράδοση, τὸ χάραγμα τοῦ ἀντιχρίστου δὲν νοεῖται ὡς ἁπλὸς ἐξωτερικὸς ἢ τεχνικὸς μηχανισμός, ἀλλὰ ὡς πνευματικὸ γεγονός, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Ἱππόλυτος Ρώμης, στὸ ἔργο Περὶ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστου, ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς πλάνης δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ συντελεῖται μέσῳ ἐθελούσιας προσχώρησης σὲ αὐτήν. Ἡ πράξη αὐτὴ ἀποτελεῖ καρπὸ ἐσωτερικῆς ἐπιλογῆς καὶ ὄχι ἐξαναγκασμοῦ.[15]
Τὴν ἴδια ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ ἀκολουθεῖ ὁ Ἀνδρέας Καισαρείας, ὁ ὁποῖος, σχολιάζοντας τὸ ἀποκαλυπτικὸ κείμενο, σημειώνει ὅτι τὸ χάραγμα «οὐ βὶᾳ δίδοται, ἀλλὰ προαιρέσει».[16] Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ καθιστᾶ σαφὲς ὅτι τὸ χάραγμα προϋποθέτει συνειδητὴ ἀποδοχὴ καὶ πνευματικὴ στάση.
Ὁ Ἀρέθας Καισαρείας, συνεχιστὴς τῆς ἴδιας σχολιαστικὴς παραδόσεως, ἑρμηνεύει τὸ χάραγμα ὡς «σημεῖον δουλείας καὶ προσκυνήσεως»[17], ἀποσαφηνίζοντας ὅτι πρόκειται γιὰ πράξη ὑποταγῆς καὶ λατρευτικῆς ἔνταξης στὸ ἀντίχριστο σύστημα, καὶ ὄχι γιὰ οὐδέτερη ἐξωτερικὴ σήμανση.
β. Ἡ πλάνη μὲ προσωπεῖο ἀγαθότητας (Ἰωάννης Χρυσόστομος – Κύριλλος Ἱεροσολύμων)
Ἰδιαίτερο βάρος στὴν πατερικὴ ἑρμηνεία τῶν ἐσχάτων κατέχει ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ πλάνη δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἀπροκάλυπτη ἀθεΐα ἢ ὠμὴ βία, ἀλλὰ ὡς φαινομενικὰ ἀγαθὴ καὶ ὠφέλιμη πρόταση.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπισημαίνει χαρακτηριστικὰ ὅτι τὸ κακὸ «διὰ προσχήματος χρηστότητος» εἰσέρχεται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου[18], καθιστῶντας τὴν πλάνη πειστικὴ καὶ δυσδιάκριτη. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ ἔχει καίρια σημασία γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Ἀντίχριστος. Συγκεκριμένα εἶπε: «Οὐ γὰρ εὐθέως τὸ κακὸν δείκνυσιν, ἀλλὰ διὰ προσχήματος χρηστότητος» καὶ ἀλλοῦ: «Ὅτὰν τὸ βλαβερὸν ὡς ὠφέλιμον προσφέρηται, τότε πλείστους ἀπατᾷ».[19] Μὲ τὴ βαθιὰ ψυχοπνευματική του διορατικότητα, ἐπισημαίνει ὅτι τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ἐμφανίζεται ὠμά, ἀλλὰ πάντοτε προηγεῖται μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, μὲ ὠφέλιμες προτάσεις, μὲ φαινομενικὰ ἀγαθὲς προθέσεις. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ ἀποτελεῖ κλειδὶ ἑρμηνείας τῆς στάσης τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἀπέναντι στὰ σύγχρονα συστήματα ἐλέγχου: τὸ κακὸ δὲν ἐπιβάλλεται μὲ φόβο, ἀλλὰ μὲ «εὐκολία». Κατὰ τὸ λόγο τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, οἱ τεχνολογικὲς δομὲς ἐλέγχου παρουσιάζονται ὡς ἐργαλεῖα ἐξυπηρέτησης τοῦ πολίτη, μέσα ἀσφάλειας καὶ τάξης, μηχανισμοὶ διευκόλυνσης τῆς ζωῆς. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς διδάσκει ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ «λογικότητα» ἀποτελεῖ τὸ ἐπικίνδυνο στοιχεῖο, διότι ἀφοπλίζει τὴ διάκριση καὶ ἀναισθητοποιεῖ τὴ συνείδηση. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος συνεχίζει αὐτὴ τὴ γραμμή, ἐπιμένοντας στὴν ἀνάγκη πνευματικῆς ἐγρήγορσης καὶ ὄχι ἀφελοῦς ἀποδοχῆς
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, στὴν Κατήχηση ΙΕ΄, περιγράφει τὸν Ἀντίχριστο ὡς πρόσωπο ποὺ θὰ ἐμφανισθεῖ μὲ ἀπατηλὰ σωτηριολογικὸ χαρακτῆρα, μιμούμενος τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν φιλανθρωπία, καὶ γι’ αὐτὸ καλεῖ τοὺς πιστοὺς σὲ νήψη, διάκριση καὶ ἐγρήγορση[20].
γ. Φόβος, ἀνάγκη καὶ ἀποδυνάμωση τῆς πνευματικῆς διάκρισης (Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος – Θεοδώρητος Κύρου)
Ὁ γνήσιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος δὲν ἀναπτύσσει εἰδικὴ ἑρμηνεία τοῦ χαράγματος τῆς Ἀποκαλύψεως. Ὡστόσο, στὰ ἀσκητικὰ καὶ ἐσχατολογικά του κείμενα σκιαγραφεῖ μὲ ἐνάργεια τὸ πνευματικὸ κλίμα τῶν ἐσχάτων: φόβο, στενοχωρία, πεῖνα καὶ γενικευμένη πλάνη, συνθῆκες ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ἀποδυνάμωση τῆς πίστης καὶ τῆς διάκρισης.[21] Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἐφραὶμ ἔγκειται στὴ θεολογικὴ κατανόηση του πῶς ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ψυχικὴ πίεση καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο εὐάλωτο.
Στὴν ἴδια κατεύθυνση κινεῖται ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ ὁποῖος, ἑρμηνεύοντας τὸν Δανιὴλ καὶ τὴ Β΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή, τονίζει ὅτι ἡ πλάνη δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ μέσῳ πειθοῦς καὶ ἀπάτης, πλήττοντας κυρίως ὅσους στεροῦνται πνευματικῆς ἐγρήγορσης καὶ διάκρισης.[22]
δ. Ψευδεπίγραφα ἀποκαλυπτικὰ κείμενα καὶ ἡ ἐσχατολογικὴ παράδοση (Ψευδο-Ἐφραίμ)
Στὴν ἀποκαλυπτικὴ γραμματεία τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας ἀπαντοῦν καὶ ψευδεπίγραφα κείμενα, ὅπως τὸ De fine mundi et consummatione saeculi, τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται στὸν Ἐφραίμ τον Σῦρο, ἀλλὰ κατατάσσεται ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα στὸν λεγόμενο ψευδο-Ἐφραίμ. Στὸ κείμενο αὐτὸ συνδέεται ρητὰ τὸ χάραγμα μὲ τὴν ἐπιβίωση καὶ τὸν κοινωνικοοικονομικὸ ἀποκλεισμό.[23] Ἡ χρήση τέτοιων κειμένων εἶναι θεμιτὴ μόνον ἐφόσον δηλώνεται ρητὰ ὁ ψευδεπίγραφος χαρακτῆρας τους, ὡς μαρτυριῶν τῆς ἐσχατολογικῆς εὐαισθησίας τῆς Ἐκκλησίας σὲ μεταγενέστερες περιόδους, καὶ ὄχι ὡς αὐθεντικῶν λόγων Ἁγίων.
ε. Συνθετικὸ συμπέρασμα
Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν πατερικῶν μαρτυριῶν προκύπτει ἑνιαῖο καὶ συνεκτικὸ θεολογικὸ σχῆμα κατὰ τὸ ὁποῖο: α) τὸ χάραγμα νοεῖται ὡς ἐθελούσια πνευματικὴ ὑποταγὴ καὶ ὄχι ὡς μηχανικὴ πράξη, β) ἡ πλάνη ἐνεργεῖ μὲ προσωπεῖο ἀγαθότητας καὶ ὠφελιμότητας, γ) ἡ πίεση ἀσκεῖται μέσῳ φόβου, ἀνάγκης καὶ κοινωνικοοικονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ, δ) ἡ ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς διάκρισης προηγεῖται τῆς ἀποστασίας.
Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πατερικοῦ πλαισίου, ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου δὲν ἀποτελεῖ ἰδιωτικὴ ἢ καινοφανῆ ἐσχατολογικὴ ἄποψη, ἀλλὰ σύγχρονη διατύπωση τῆς πατερικῆς παραδόσεως, προσαρμοσμένη στὶς συνθῆκες καὶ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας. Ἀπὸ τὴν πατερικὴ καὶ ἀποκαλυπτικὴ ἀνάλυση προκύπτουν σαφῆ συμπεράσματα: Ὅτι τὸ σφράγισμα εἶναι πνευματικὸ γεγονός, ὄχι τεχνικὴ λεπτομέρεια, Ὅτι προϋποθέτει συνείδηση, συγκατάθεση καὶ ἀποδοχή. Ὅτι προηγεῖται μακρὰ διαδικασία προετοιμασίας. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἑπομένως δὲν καινοτομεὶ· συνεχίζει τὴν ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μιλᾶ ὡς φορέας τῆς ἀποκαλυπτικῆς καὶ ἀσκητικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ σκέψη του πατάει σὲ τρεῖς σταθεροὺς θεολογικοὺς ἄξονες:
α) Στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη. Ἡ ἔννοια τοῦ σφραγίσματος, τῆς καθολικῆς ἐπιτήρησης, τῆς οἰκονομικῆς ἐξάρτησης καὶ τῆς κατάργησης τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι δικές του ἐπινοήσεις. Εἶναι βιβλικὲς κατηγορίες.
β) Στὴν πατερικὴ ἑρμηνεία τῶν «σημείων τῶν καιρῶν». Οἱ Πατέρες πάντοτε μιλοῦσαν γιὰ προοδευτικὴ προετοιμασία, σταδιακὴ ἀλλοίωση, ἐξοικείωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος δὲν εἰσάγει κάτι νέο. Συνεχίζει αὐτὴ τὴ γραμμή.
γ) Στὴν ἔννοια τῆς συνείδησης. Ὁ Ἅγιος δὲν λέει: «ὅποιος πάρει τὴν ἠλεκτρονικὴ ταυτότητα χάνεται» Ἀντίθετα λέει: «Δὲν εἶναι τὸ σφράγισμα· εἶναι ἡ εἰσαγωγή. Ὁ καθένας νὰ ἐνεργήσει κατὰ συνείδηση.» Ὁ Ὅσιος Παΐσιος μιλᾶ εἰρηνικά, δὲν ὁρίζει χρονοδιαγράμματα, δὲν τρομοκρατεῖ, εἰσάγει μόνο τὴν «καλὴ ἀνησυχία», δὲν ἐξαναγκάζει, δὲν ἀποκόπτει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀντίθετα πεντακάθαρα διδάσκει μὲ ἀπόλυτα ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα: Νὰ συμβουλεύεστε πνευματικούς. Νὰ δεῖτε πῶς θὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἐκκλησιολογικὴ ὑπακοή, ὄχι παραδιδασκαλία.
Ἡ οὐσία τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὁσίου Παϊσίου δὲν εἶναι ἡ τεχνολογία, ἀλλὰ ἡ κατάργηση τῆς ἐλευθερίας σταδιακὰ μὲ πονηρία καὶ χωρὶς μαρτύριο, ἡ ἑκούσια παράδοση τῆς συνείδησης, ἡ σταδιακὴ ἀποδοχὴ ἐλέγχου ὡς «εὐκολίας». Αὐτὸ εἶναι βαθιὰ ἀσκητικὸ καὶ προφητικό, ὄχι φοβικό. Ὁ Ἅγιος δὲν βλέπει «τσιπάκια», ἀλλὰ ἀνθρώπους ποὺ μαθαίνουν νὰ ζοῦν χωρὶς ἐλευθερία καὶ χωρὶς ἀντίσταση.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος δὲν προφητεύει μὲ πολιτικοὺς ἢ τεχνικοὺς ὅρους, ἀλλὰ καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἐγρήγορση. Σημαντικὸ στοιχεῖο τῆς ἁγιοπατερικῆς στάσης του εἶναι ἡ ἀπουσία χρονολογικῆς βεβαιότητας. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος δὲν ὁρίζει ἡμερομηνίες, δὲν ταυτίζει πρόσωπα, δὲν προφητεύει μὲ πολιτικοὺς ὅρους. Ἡ προφητικότητα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι μαντεῖα, ἀλλὰ κλήση σὲ μετάνοια καὶ ἐγρήγορση. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιτελεῖ ἡ διδασκαλία του.
7.- Συγκριτικὴ ἀποτίμηση τῶν πρόσφατων τοποθετήσεων τῆς Δ.Ι.Σ. καὶ τῆς Ι.Κ. Ἁγίου Ὅρους γιὰ τὸν Προσωπικὸ Ἀριθμὸ σὲ σχέση μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου.
α) Σὲ σχέση μὲ τὴ θέση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου (2025) γιὰ τὸν «Προσωπικὸ Ἀριθμό»
Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, μὲ τὴν τοποθέτησή της τὸ 2025[24], διατύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ὁ λεγόμενος Προσωπικὸς Ἀριθμὸς ἁπλᾶ ὑποκαθιστᾶ ἤδη ὑπάρχοντες ἀριθμοὺς ταυτοποίησης καί, γιὰ τὸν λόγο αὐτό, δὲν συνιστᾶ θεολογικὸ ζήτημα, ἀλλὰ θέμα καθαρὰ νομικὸ καὶ διοικητικό. Ἡ ἀξιολόγηση αὐτὴ στηρίζεται ρητῶς στὴ γνωμοδότηση τοῦ νομικοῦ της συμβούλου καὶ κινεῖται ἐντὸς ἑνὸς στενοῦ πλαισίου διοικητικῆς λειτουργικότητας.
Ὡστόσο, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος δὲν συγκροτεῖ τὸ σύνολο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν ἀποτελεῖ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιο ὄργανο γιὰ τὴ διατύπωση δεσμευτικῶν θεολογικῶν ἢ δογματικῶν κρίσεων. Ἡ ἁρμοδιότητα αὐτὴ ἀνήκει στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, ἐνῷ ἡ ΔΙΣ λειτουργεῖ πρωτίστως ὡς διοικητικὸ καὶ διαχειριστικὸ ὄργανο γιὰ ζητήματα τρέχουσας φύσεως. Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, ἡ συγκεκριμένη τοποθέτηση δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἐκφράζει δεσμευτικὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς πρὸς τὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τοῦ ζητήματος.
Ἡ οὐσιώδης διαφορὰ σὲ σχέση μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου δὲν περιορίζεται ἁπλῶς στὸ ἐπίπεδο τῆς ὀπτικῆς, ἀλλὰ ἀφορᾶ στὸ ἴδιο τὸ εἶδος τοῦ λόγου ποὺ ἀρθρώνεται. Ἡ ΔΙΣ ὁμιλεῖ ὡς διοικητικὸς θεσμὸς γιὰ ἕνα συγκεκριμένο μέτρο «ἐδῶ καὶ τώρα», ἑστιάζοντας στὴν πρακτικὴ ταυτοποίηση τῶν πολιτῶν στὶς συναλλαγές τους μὲ τὸ Δημόσιο καὶ ἀξιολογῶντας τὸν Προσωπικὸ Ἀριθμὸ ὡς τεχνικὸ μηχανισμό. Ἀντιθέτως, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁμιλεῖ ἐντὸς τῆς πατερικῆς προοπτικῆς τῶν «σημείων τῶν καιρῶν», μὲ κέντρο ὄχι τὸν ἀριθμὸ καθ’ αὐτόν, ἀλλὰ τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σφραγίσματος ὡς πράξης ὁμολογιακῆς καὶ πνευματικῆς βαρύτητας, στὸ πλαίσιο μίας -μεθοδευόμενης ἀπὸ τὶς ἀντίχριστες δυνάμεις- πορείας σταδιακῆς ἀλλοίωσης τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς συνείδησης.
Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἐπισημαίνεται ὅτι ΔΙΣ καὶ Ὅσιος Παΐσιος δὲν συζητοῦν στὸ ἴδιο ἐπίπεδο. Οἱ λόγοι τους εἶναι διαφορετικοὶ καὶ κινοῦνται σὲ ἑτερόκλητες θεολογικὲς κατηγορίες. Ἡ τοποθέτηση τῆς ΔΙΣ παραμένει ἐντὸς ἑνὸς νομικοδιοικητικοῦ πλαισίου, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἀναντιστοιχία μὲ τὸν πατερικὸ τρόπο θεολογήσεως ποὺ ἐκφράζει ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου Παϊσίου καὶ ἡ εὐρύτερη πατερικὴ παράδοση. Ὁ Ἅγιος δὲν ἀξιολογεῖ ἕναν ἀριθμητικὸ μηχανισμό, ἀλλὰ προειδοποιεῖ πνευματικὰ γιὰ μιὰ πορεία σταδιακῆς ἀλλοίωσης τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς συνείδησης, ἡ ὁποία, ὑπὸ ὁρισμένες συνθῆκες, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ κάτι ποιοτικὰ καὶ σωτηριολογικὰ βαρύτερο.
β) Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος Ἁγίου Ὅρους
Ἡ πρόσφατη ἁγιορειτικὴ παρέμβαση[25] σχετικὰ μὲ τὸν Προσωπικὸ Ἀριθμὸ ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὴ δημιουργία ἑνιαίου συστήματος δεδομένων, στὴν ἐπιτήρηση, στὴν προστασία τῆς ἰδιωτικότητας καί, κυρίως, στὸ ζήτημα τῆς προαιρετικότητας. Ἐκφράζεται σαφὴς ἀνησυχία γιὰ τὴν πιθανὴ ὑποχρεωτικότητα καὶ τὴ συγκέντρωση δεδομένων, καθὼς καὶ γιὰ τὶς συνέπειες ποὺ αὐτὲς ἐνδέχεται νὰ ἔχουν στὶς προσωπικὲς ἐλευθερίες.
Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο παρατηρεῖται οὐσιαστικὴ συγγένεια προβληματισμοῦ μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, ἰδίως ὡς πρὸς τὸν φόβο μιᾶς διολίσθησης πρὸς μορφὲς ἐλέγχου ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ λάβουν «τυραννικὸ» χαρακτῆρα καὶ νὰ περιορίσουν τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
Ὡστόσο, ἡ διαφορὰ ἔγκειται καὶ ἐδῶ στὸ εἶδος τῆς ἐπιχειρηματολογίας. Τὸ σύγχρονο Ἅγιον Ὅρος, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὰ ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος κατὰ τὴν περίοδο 2023–2025, ἀρθρώνει τὸν προβληματισμὸ τοῦ κυρίως μὲ ἠθικοκοινωνικοὺς ὅρους, δίνοντας ἔμφαση στὴ διαχείριση δεδομένων, στὴ συγκέντρωση ἐξουσίας καὶ στὴν ὑποχρεωτικότητα. Ἀντιθέτως, ὁ Ὅσιος Παΐσιος (ἤδη ἀπὸ τὸ 1987) προσεγγίζει τὸ ζήτημα πρωτίστως μὲ θεολογικοὺς καὶ πνευματικοὺς ὅρους: πλάνη, ὁμολογία, σφράγισμα, καὶ τὸν κίνδυνο μετατροπῆς ἀκόμη καὶ τοῦ σταυροῦ σὲ «μαγικὴ λύση», ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἄσκηση τῆς ἐλευθερίας.
Κατὰ συνέπεια, ἐνῷ τὸ Ἅγιον Ὅρος -σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ΔΙΣ- ἐκφράζει εὔλογη ἀνησυχία γιὰ τὶς πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐλευθερίες, δὲν υἱοθετεῖ ρητὰ τὴν ὀπτικὴ τοῦ Ὁσίου Παϊσίου περὶ ἐγγενοῦς πνευματικοῦ διακυβεύματος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνακύψει ἀπὸ μιὰ τεχνολογία ἡ ὁποία, μέσῳ τῆς σταδιακῆς κατάργησης τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐξοικείωσης μὲ τὸν ἔλεγχο ὡς «εὐκολία», δύναται νὰ προετοιμάσει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἑκούσια παράδοση τῆς συνείδησής του.
Ἀκρίβεια καὶ οἰκονομία: δύο τρόποι ποιμαντικῆς διακονίας
Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομία δὲν ἀποτελεῖ μηχανισμὸ «νομιμοποιήσεως» κάθε δυσκολίας, οὔτε «ἄδεια» γιὰ συμβιβασμοὺς μὲ τὴν πλάνη. Εἶναι θεραπευτικὴ διάκριση: ὑπηρετεῖ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐντὸς ἱστορικῶν συνθηκῶν, χωρὶς νὰ ἀκυρώνει τὸ περιεχόμενο τῆς ἀλήθειας. Δὲν λειτουργεῖ ὡς θεολογικὸ ἄλλοθι γιὰ νὰ βαπτίζουμε ὡς ἀκίνδυνα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσάγουν ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος ἢ διαβρώνουν τὴν πνευματικὴ ἐγρήγορση.
Τὸ κριτήριο: διοικητικὸ μέσο ἢ ὁμολογιακὴ ταύτιση;
Κεντρικὸς ἄξονας στὴ συζήτηση εἶναι ἡ διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἕνα οὐδέτερο διοικητικὸ μέσο (τὸ ὁποῖο δὲν ἐμπεριέχει ὁμολογία ἢ ἄρνηση πίστεως) καὶ σὲ μία πράξη ταυτίσεως ἡ ὁποία μεταβάλλει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐλευθερία του.
Στὸ πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, τὸ βάρος δὲν πέφτει μόνο στὸ «τεχνικὸ ἀντικείμενο» (μιὰ κάρτα, ἕνα νούμερο, ἕνα μέσο ἀναγνώρισης), ἀλλὰ στὴ δυναμικὴ τὴν ὁποίαν ἐγκαθιδρύει: τὴν ἐξάρτηση, τὴν ἐπιτήρηση, τὴν προϋπόθεση συμμετοχῆς στὴν κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ζωή. Ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ «εἰσαγωγή», ὄχι διότι τὸ ἀντικείμενο ταυτίζεται αὐτομάτως μὲ τὸ σφράγισμα, ἀλλὰ διότι δύναται νὰ ἐθίσει τὴ συνείδηση σὲ ἕνα σύστημα ὅπου τὰ στοιχειώδη καθίστανται προσβάσιμα μόνον ὑπὸ ὅρους.
Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, τὸ ἐρώτημα τῆς οἰκονομίας μετατίθεται: οἰκονομία σὲ τί ἀκριβῶς; Σὲ ἕνα καθαρὰ διευκολυντικὸ διοικητικὸ μέσο, ἢ σὲ μία διαδικασία ἡ ὁποία, ἐὰν ἐξελιχθεῖ, μπορεῖ νὰ λάβει χαρακτῆρα ὁμολογιακοῦ ἐκβιασμοῦ;
Ἑπομένως, ἀκόμη καὶ ἂν σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις ἡ Ἐκκλησία σταθεῖ μὲ ποιμαντικὴ ἐπιείκεια ἀπέναντι σὲ πιστοὺς ποὺ τελοῦν ὑπὸ πίεση ἢ ἀντικειμενικὴ δυσχέρεια, τοῦτο δὲν συνεπάγεται ἀποδοχὴ τῆς λογικῆς ποὺ παράγει τὴν πίεση, οὔτε κατάργηση τοῦ κριτηρίου τῆς διακρίσεως.
Ἄρα, ἡ οἰκονομία δύναται νὰ παρηγορεῖ καὶ νὰ θεραπεύει τὸν πιεζόμενο πιστό, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μετατραπεῖ σὲ θεολογικὴ ἐπικύρωση τῆς λογικῆς ἡ ὁποία παράγει τὴν πίεση.
Ἐν κατακλεῖδι, ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ποιμάνει «κατ' οἰκονομίαν» ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν σὲ ἀδιέξοδο. Ὅμως ἡ ἴδια ἡ οἰκονομία δὲν καταργεῖ τὸ κριτήριο τῆς ὁμολογίας οὔτε τὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως. Τὸ ζήτημα δὲν ἐξαντλεῖται στὸ ἐὰν ἕνα ἀντικείμενο συνιστᾶ αὐτοτελῶς ἁμαρτία, ἀλλὰ στὸ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἰσάγεται σταδιακῶς σὲ κατάσταση ὅπου ἡ ἐλευθερία του καθίσταται διαπραγματεύσιμη καὶ ἡ συνείδησή του συνηθίζει στὴν ἐκχώρηση.
Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, τὸ ἐπίμαχο ζήτημα δὲν ἐξαντλεῖται σὲ διοικητικὲς ἀξιολογήσεις, ἀλλὰ ἀγγίζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καλεῖται νὰ συνδυάσει τὴ διάκριση, τὴν ποιμαντικὴ μέριμνα καὶ τὴ διαφύλαξη τῆς ἐλευθερίας τῆς συνείδησης ἐντὸς τῶν μεταβαλλόμενων ἱστορικῶν συνθηκῶν.
[2] « Γέροντα, εἶπε κάποιος: «Πῶς τὸ πεντοχίλιαρο ἔχει τὸ 666 καὶ τὸ χρησιμοποιοῦμε; Τὸ ἴδιο θὰ εἶναι καὶ ἡ ταυτότητα».– Τὸ πεντοχίλιαρο εἶναι νόμισμα – καὶ ἡ λίρα τῆς Ἀγγλίας ἔχει ἐπάνω την Βικτώρια· αὐτὸ δὲν μὲ πειράζει. «Τὰ Καίσαρος Καίσαρι». Ἐδῶ ὅμως εἶναι ἡ ταυτότητά μου, εἶναι κάτι προσωπικὸ· δὲν εἶναι νόμισμα. Ταυτότητα σημαίνει ὅ,τι καὶ ἡ λέξη· ταυτίζεται δηλαδὴ κανεὶς μ᾿ αὐτὰ ποὺ δηλώνει. Βάζουν τὸν διάβολο καὶ ὑπογράφω ὅτι τὸν ἀποδέχομαι. Πῶς νὰ τὸ κάνω αὐτό;» ΓΕΡΟΝΤΟΣ Παϊσιου ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-189, Ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1999.
[3] ΓΕΡΟΝΤΟΣ Παϊσιου ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1999.
[4] Τὸ κρίσιμο χωρίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέρει: «Καὶ ποιεῖ πάντας... ἵνα δῶσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χεὶρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν, καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα...» (Ἄποκ. 13,16–17)
[5] «Δυστυχῶς καὶ πάλι, ὁρισμένοι «γνωστικοὶ» θὰ φασκιώνουν τὰ πνευματικά τους τέκνα σὰν τὰ μωρά, δῆθεν γιὰ νὰ μὴ στενοχωροῦνται, δὲν πειράζει αὐτό, δὲν εἶναι τίποτα, ἀρκεῖ ἐσωτερικὰ νὰ πιστεύετε» (Σημεῖα τῶν Καιρῶν, χειρόγραφο, 1987).
[6] «... ἀκούει κανεὶς ἕνα σωρὸ δυστυχῶς ἀνοησίες τοῦ μυαλοῦ ἀπὸ ὁρισμένους σημερινοὺς «Γνωστικούς» , ὁ ἕνας νὰ λέει, «ἐγὼ θὰ δεχθῶ τὴν ταυτότητα μὲ τὸ 666, θὰ βάλλω καὶ ἕναν Σταυρό, κι ὁ ἄλλος νὰ λέει, ἐγὼ θὰ δεχθῶ τὸ σφράγισμα στὸ κεφάλι μὲ τὸ 666 καὶ θὰ κάνω καὶ ἕναν Σταυρὸ στὸ κεφάλι, καὶ ἕναν σωρὸ ὅμοιες ἀνοησίες ποὺ νομίζουν ὅτι θὰ ἁγιασθοῦν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἐνῷ αὐτὰ εἶναι πλάνες» (Σημεῖα τῶν Καιρῶν, χειρόγραφο, 1987).
[7] ΓΕΡΟΝΤΟΣ Παϊσιου ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188.
[8] «Ὁ κόσμος, Γέροντα, ρωτάει τί νὰ κάνουν σχετικὰ μὲ τὶς νέες ταυτότητες». «Ἐσεῖς καλύτερα, ὅταν σᾶς ρωτοῦν, νὰ τοὺς λέτε νὰ συμβουλεύονται τοὺς Πνευματικούς τους καὶ νὰ κάνουν ὑπομονὴ νὰ δοῦν πῶς θὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία, γιατί πολλοὶ κάνουν ἐρωτήσεις, ἀλλὰ λίγοι καταλαβαίνουν τὶς ἀπαντήσεις. Ἀφοῦ ξεκάθαρα τὰ γράφω στὸ φυλλάδιο «Σημεῖα τῶν καιρῶν», ἂς ἐνεργήσει ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴν συνείδησή του.»
[9] «Πίσω λοιπὸν ἀπὸ τὸ τέλειο σύστημα «κάρτας ἐξυπηρετήσεως», ἀσφαλείας κομπιοῦτερ, κρύβεται ἡ παγκόσμια δικτατορία, ἡ σκλαβιὰ τοῦ Ἀντιχρίστου», «Ἡ κάρτα, ἡ ταυτότητα, ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ σφραγίσματος» τί φανερώνουν;», «Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν κάρτα καὶ τὴν ταυτότητα, «τὸ φακέλλωμα», γιὰ νὰ προχωρήσουν πονηρὰ στὸ σφράγισμα, θὰ λένε συνέχεια στὴν τηλεόραση ὅτι πῆρε κάποιος τὴν κάρτα τοῦ δεῖνα καὶ τοῦ σήκωσε τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν τράπεζα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θὰ διαφημίζουν «τὸ τέλειο σύστημα», τὸ σφράγισμα στὸ χέρι ἢ στὸ μέτωπο μὲ ἀκτῖνες λέϊζερ ποὺ δὲν θὰ διακρίνεται ἐξωτερικά, μὲ τὸ 6 6 6 τὸ ὄνομα τοῦ ἀντιχρίστου».
[10] «...κι ἐνῷ βλέπουμε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ποὺ ἐξωτερικὰ ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ ἠτο ἄρνησις, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὸ Ἅγιο Σφράγισμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ τοὺς δόθηκε στὸ ἅγιο βάπτισμα. "σφραγὶς δωρεᾶς πνεύματος ἅγιου" μὲ τὸ νὰ δέχονται τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀντίχριστου, λένε καὶ ὅτι ἔχουν μέσα τους τὸ Χριστό!
[11] «...νὰ τοὺς λέτε νὰ συμβουλεύονται τοὺς Πνευματικούς τους καὶ νὰ κάνουν ὑπομονὴ νὰ δοῦν πῶς θὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία...» καὶ παρακάτω «Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ πάρει μιὰ θέση σωστή. Νὰ μιλήσει, νὰ ἐξηγήσει στοὺς πιστούς, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι, ἂν πάρουν τὴν ταυτότητα, αὐτὸ θὰ εἶναι πτώση ...»
[12] ΓΕΡΟΝΤΟΣ Παϊσιου ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1999.
[13] Ο.π. «Σιγά-σιγά, μετὰ τὴν κάρτα καὶ τὴν ταυτότητα, δηλαδὴ τὸ «φακέλωμα», θὰ προχωρήσουν πονηρὰ στὸ σφράγισμα. Μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα θὰ κάνουν ἐκβιασμούς, γιὰ νὰ δέχονται οἱ ἄνθρωποι τὸ σφράγισμα στὸ μέτωπο ή στὸ χέρι. Θὰ στριμώξουν τὰ πράγματα καὶ θὰ ποῦν: «Μόνο μὲ τὶς κάρτες θὰ κινῆστε· τὰ χρήματα θὰ καταργηθοῦν». Θὰ δίνη κανεὶς τὴν κάρτα στὸ κατάστημα καὶ θὰ ψωνίζει, καὶ ὁ καταστηματάρχης θὰ παίρνει τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζα. Ὅποιος δὲν θὰ ἔχει κάρτα, δὲν θὰ μπορεῖ οὔτε νὰ πουλάει οὔτε νὰ ἀγοράζει. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θὰ ἀρχίσουν νὰ διαφημίζουν «τὸ τέλειο σύστημα», τὸ σφράγισμα μὲ ἀκτῖνες λέϊζερ μὲ τὸ 666 στὸ χέρι ή στὸ μέτωπο, ποὺ δὲν θὰ διακρίνεται ἐξωτερικά. Συγχρόνως στὴν τηλεόραση θὰ δείχνουν ὅτι ὁ τάδε πῆρε τὴν κάρτα τοῦ τάδε καὶ τοῦ πῆρε τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζα καὶ θὰ λένε συνέχεια: «Πιὸ σίγουρο εἶναι τὸ σφράγισμα μὲ ἀκτῖνες λέϊζερ στὸ χέρι ή στὸ μέτωπο, γιατί μόνον ὁ κάτοχος ξέρει τὸ νούμερό του. Τὸ σφράγισμα εἶναι τὸ τελειότερο σύστημα. Οὔτε τὸ κεφάλι μπορεῖ νὰ πάρει ὁ ἄλλος οὔτε τὸ χέρι οὔτε τὸ σφράγισμα τὸ βλέπει». Γι’ αὐτὸ ἀφήνουν τώρα τοὺς ληστές, τοὺς κακοποιούς, νὰ ὀργώνουν. Δεκαπέντε κελιὰ λήστεψαν ἐκεῖ γύρω στὶς Καρυές. Ἕναν τὸν σκότωσαν, γιὰ νὰ τὸν ληστέψουν. Ἔτσι θὰ βρεῖ τότε εὐκαιρία ὁ καθένας νὰ καταπατήσει καὶ νὰ πάρει ὅ,τι θέλει. Ἂς ποῦμε, ἂν θέλει νὰ καταπατήσει ἕνα χωράφι, θὰ πεῖ ὅτι ἦταν δῆθεν τοῦ παπποῦ του ή ὅτι τὸ εἶχε νοικιάσει κάποτε γιὰ βοσκοτόπι, ὁπότε ἄντε νὰ βρεῖς ἄκρη. Θὰ ποῦνε μετὰ οἱ ἁρμόδιοι: «Δυστυχῶς δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἐλέγξουμε· ὁ ἔλεγχος μόνο μὲ τὸ κομπιοῦτερ μπορεῖ νὰ γίνει», καὶ θὰ προχωρήσουν στὸ σφράγισμα. Θὰ χτυπάει μετὰ τὸ κομπιοῦτερ, θὰ βλέπει ἂν εἶσαι σφραγισμένος, γιὰ νὰ σὲ ἐξυπηρετήσει ή ὄχι.»
[14] Λέγει στὰ «Σημεῖα» τὸ ἑξῆς σημαντικό: «Τὸ παράξενο ὅμως καὶ πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἐκτὸς ποὺ δίνουν δικές τους ἑρμηνεῖες, φοβάνται καὶ αὐτοὶ τὸν κοσμικὸ φόβο τοῦ φακελώματος, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀνησυχοῦν πνευματικὰ καὶ νὰ βοηθήσουν τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὴν καλὴ ἀνησυχία, καὶ νὰ τοὺς τονώσουν στὴν πίστη, νὰ νιώθουν θεϊκὴ παρηγοριά». Καὶ ἀλλοῦ ««Ὁ καθένας νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὴ συνείδησή του.»
[15] Ἱππολύτου Ρώμης, De Christo et Antichristo, 28.
[16] Ἀνδρέου Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 328c.
[17] Ἀρέθα Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 665a.
[18] Ἰὠάννου Χρυσοστόμου, In Matthaeum, PG 62, 361.
[19] Εἰς τὴν Πρὸς Ἐφεσίους, PG 61, 58.
[20] Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Catecheses, XV, PG 33, 892–900.
[21] Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Sermones Ascetici, PG 40, 1093b.
[22] Θεοδωρήτου Κύρου, In Danielem, PG 81, 1252c· In II Thessalonicenses, PG 82, 668a.
[23] Pseudo-Ephraem, De fine mundi et consummatione saeculi, §§ 9–10 (CPL 1144)
[24] https://www.in.gr/2025/06/13/greece/dis-gia-prosopiko-arithmo-den-yparxei-zitima-antisyntagmatikou-periorismou-atomikon-eleytherion/
[25] https://www.romfea.gr/agioritika-nea/69152-epistoli-agiou-orous-gia-ton-prosopiko-arithmo







