Εορτολόγιο

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου


Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου


Η Λέσβος, ένα από τα πιο όμορφα και πλούσια αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας, κατά τον Γ' μ.Χ. αιώνα υπήρξε στόχος των Σαρακηνών πειρατών, οι οποίοι, απ’ όπου κι αν περνούσαν, σκόρπιζαν τον όλεθρο και την καταστροφή.
Στη τοποθεσία Λεσβάδος του νησιού, υπήρχε ένα μοναστήρι προς τιμήν των Ταξιαρ­χών. Οι δεκαοκτώ μοναχοί του είχαν καταφέρει πολλές φορές ν' αποκρούσουν μ' επιτυχία τις επιδρομές των Σαρακηνών, αλλ' αυτό έκανε τον αρχιπειρατή Σιρχάν να πεισμώση και να θέλη να το κάψη.
Η κατάλληλη γι' αυτό ευκαιρία δόθηκε στους Σαρακηνούς μιαν ανοιξιάτικη νύχτα, όταν οι μοναχοί βρίσκονταν όλοι στον ναό για την καθημερινή Θεία Λειτουργία. Το πρωτοπαλλήκαρό τους αναριχήθηκε στο ψηλό τείχος του μοναστηρίου και κατάφερε ν' ανοίξη την πόρτα. Οι σύντροφοί του ώρμησαν μέσα στον ναό αλαλάζοντας. Μέσα σε λίγα λεπτά ο ναός πλημμύρισε από το μαρτυρικό αίμα των μοναχών που σφάχτηκαν από τους μπαλτάδες των αιμοχαρών πειρατών.
Μόνο ο δόκιμος Γαβριήλ κατάφερε να ανεβή στη σκεπή του ναού, όπου και έχασε τις αι­σθήσεις του. Τότε είδε έναν πελώριο στρατιώτη —τον Ταξιάρχη— με αγριωπή όψι κι ένα σπαθί που έβγαζε φωτιές να προχωρή εναντίον των πειρατών. Εκείνοι με άναρθρες κραυ­γές και μεγάλο τρόμο υποχώρησαν αμέσως και έφυγαν.
Όταν συνήλθε ο δόκιμος, συνειδητοποίησε το μεγάλο θαύμα που είχε συμβή, αλλά βρήκε και τους δεκαοκτώ μοναχούς σκοτωμένους. Καθώς προσευχόταν με δάκρυα για τις ψυχές τους προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, του δόθηκε άνωθεν η έμπνευσις να φτιάξη μια ανάγλυ­φη εικόνα του Αρχαγγέλου από ψιλοκοσκινισμένο ασπρόχωμα ζυμωμένο με το αίμα των μοναχών. Έτσι θα ευχαριστούσε τον Ταξιάρχη, που διάλεξε αυτόν τον τρόπο να μεταθέση τις ψυχές των μοναχών μέσα από την επίγεια Θεία Λειτουργία στην επουράνια. Σαν κά­ποια αόρατη δύναμις να ωδηγούσε τα χέρια του, στον αιματοπότιστο πηλό αποτυπώθηκαν με επιτυχία τα χαρακτηριστικά του αγριωπού, μα και θεϊκού προσώπου που είχε αντικρύσει ο δόκιμος Γαβριήλ στην οπτασία του πάνω στην σκεπή του ναού. Είχε ήδη σχηματίσει το πρόσωπο του Αρχαγγέλου, τις φτερούγες του και την πύρινη ρομφαία του, ενώ με το λι­γοστό πηλό που του απέμεινε σχεδίασε άτεχνα το υπόλοιπο σώμα.
Αν και πέρασαν από τότε εκατοντάδες χρόνια, η ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου με το σκούρο αιμάτινο χρώμα της παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή, απείρακτη από τον νόμο της φθοράς και του χρόνου, μνημείο αιώνιο του θαύματος του Ταξιάρχη και του μαρτυρικού θανάτου των μοναχών. Δέχεται δε καθημερινά τα δώρα χιλιάδων ευλαβικών ψυχών, που αφήνουν εκεί την θερμή ευχαριστία τους για το θαύμα που τους έκανε ο Ταξιάρχης ή την ελπίδα τους για εκείνο που προσμένουν.
ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ * 
Ο καιρός «σκεπτικός», μελαγχολικός, συννε­φιασμένος. Πότε-πότε στάλες ψιλής βρο­χής συνεπλήρωναν το όλο σκηνικό της ακατάστατης αυτής ημέρας της 2ας Μαΐου 1987 και παραμο­νής της παλλεσβιακής πανήγυρης του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Μανταμάδου.Οι χριστιανοί απ’ όλο το νησί, αψη­φώντας τις κακές καιρικές συνθήκες, με τα πόδια, μικρά μικρά πολύχρωμα αν­θρώπινα ρυάκια, έτρεχαν προς την «θάλασσα» αυτή της ελπίδας, στον Ταξιάρ­χη Μανταμάδου, οδηγούμενοι, θαρρείς, κάθε χρόνο τις ημέρες αυτές από κά­ποιο αστέρι μαγικό, όμοιο μ' αυτό που οδήγησε τους Μάγους προς την Φάτνη.
Απ' όλο το βορειοδυτικό μέρος του Νησιού μας, για να έλθουν οι προσκυνητές με τα πόδια στον Ταξιάρχη Μαντα­μάδου, θα πρέπη να περάσουν απαραι­τήτως μέσα από την κωμόπολη της Α­γίας Παρασκευής, δώδεκα χιλιόμετρα α­πόσταση από τον Μανταμάδο. Εκεί ξε­κουράζονται για λίγο και με νέες δυνά­μεις συνεχίζουν την οδοιπορία τους προς τον Ταξιάρχη. Στο κέντρο του χω­ρίου αυτού έχει το καφενείο του ο Πλά­των Κούτρος. Από την Παρασκευή μέ­χρι τα ξημερώματα της Κυριακής, ημέρα της πανήγυρης του Προσκυνήματος, το καφενείο του κ. Κούτρου ήταν γεμάτο από τους οδοιπόρους προσκυνητές. Τους έβλεπε αυτός και προβληματιζό­ταν «Είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσοι άνθρωποι ακόμα που να πιστεύουν τό­σο δυνατά, ώστε να διανύουν τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια, για να πάνε να προσκυνήσουν τον Ταξιάρχη;» έλεγε. Όταν δε είδε δύο άνδρες να έχουν στην πλάτη τους από ένα αρνί, τάμα προς τον Ταξιάρχη, δεν άντεξε και τους πείραξε: «Για δες, μωρέ, μυαλό που έχουν μερικοί άνθρωποι· να σηκώνουν με την πλάτη αρνιά και να τα πάνε τόσο δρό­μο στον Ταξιάρχη! Τρώει ο Ταξιάρχης αρνιά;» και γέλασε. Οι ώρες κυλούσαν και όσο πλησίαζε το σούρουπο της παραμονής της πανήγυρης, τόσο οι προσκυνητές επλήθαιναν και ο κεντρικός δρόμος της κωμό­πολης της Αγίας Παρασκευής γέμιζε απ' αυτούς, που άλλοι σταματούσαν να ξε­κουραστούν και άλλοι πάλι συνέχιζαν την οδοιπορία τους χωρίς ανάπαυλα.
Η σύζυγος του κ. Κούτρου, που και αυτή βρισκόταν στο καφεvεio και βοηθούσε τον σύζυγό της στην πολλή δουλειά που είχε αυτές τις ώρες, του είπε: «Μου είχες υποσχεθή, Πλάτων, ότι θα με πή­γαινες την παραμονή το βράδυ στον Τα­ξιάρχη με το αυτοκίνητο να ανάψουμε ένα κερί. Τι λες, θα πάμε;» Εκείνος της απάντησε: «Δεν βλέπεις, βρε γυναίκα, τι δουλειά έχει το μαγαζί; Θα αφήσουμε τώρα τη δουλειά και θα τρέχουμε στον Ταξιάρχη;» Και λέγοντας αυτά βγήκε έ­ξω από το καφενείο, για να πάρη πα­ραγγελίες των πελατών προσκυνητών. Η σύζυγος του στενοχωρέθηκε με το φέρσιμο του αυτό και μετά από λίγο τον άφησε μόνο του στη δουλειά και πήγε στο σπίτι της. Ήταν πια περασμένα μεσάνυκτα και η κίνηση των προσκυνητών δεν έλεγε να σταματήση. Κατά τις μιάμιση μετά τα μεσάνυκτα έφτασε η τελευταία παρέα προσκυνητών και κάθησε στα καθίσμα­τα έξω από το καφενείο του κ. Κού­τρου. Στην παρέα αυτή υπήρχαν και γνωστοί του, που προθυμοποιήθηκε να τους κεράση. Τότε του ήλθε η σκέψη να δώση χρήματα σ' έναν απ’ αυτούς να του ανάψουν ένα κερί στον Ταξιάρχη. Με τον τρόπο αυτόν, σκέφτηκε, θα δικαιολογιόταν στην γυναίκα του λέγον­τας της αργότερα στο σπίτι: «Γυναίκα, δεν σε πήγα στον Ταξιάρχη, αλλά εγώ έδωσα να μας ανάψουν το κερί μας».
Βγήκε από το καφενείο και την προσο­χή του την τράβηξε κάποιος άνδρας που καθόταν κοντά σε μια γνωστή του κοπέλλα από την Καλλονή. Σκέφθηκε ότι θα την συνώδευε στον Μανταμάδο και χωρίς καθυστέρηση απευθύνθηκε προς αυτόν και τον ρώτησε:— Πάτε και σεις στον Μανταμάδο;— Ναι, του απάντησε αυτός.— Πάρτε τα χρήματα αυτά και ανάψ­τε ένα κερί και για μας. Ο άγνωστος άνδρας του πέταξε τα χρήματα πίσω και του λέγει:— Εσύ θα το ανάψης. Ο κ. Κούτρος χαμογέλασε και αφού μάζεψε τα χρήματα από κάτω του τα ξαναέδιδε πίσω λέγοντας του:— Εγώ δεν πρόκειται να πάω· είμαι πολύ κουρασμένος· είμαι εγώ για τέτοια; Ο άγνωστος άνδρας απώθησε το χέ­ρι του κ. Κούτρου που κρατούσε τα χρήματα και του επανέλαβε την ίδια φράση:— Εσύ θα το ανάψης. Αυτός βλέποντας την επίμονη άρνηση του άγνωστου έβαλε τα χρήματα στην τσέπη του και είπε γελώντας:— Ε, καλά, κέρδος έχουμε, και μπήκε πάλι στο καφενείο. Όμως το όλο παρουσιαστικό και η συμπεριφορά του άγνωστου άνδρα του έκανε μεγάλη εντύπωση. «Ποιος νάναι αυτός, που μου συμπεριφέρθηκε έτσι σαν να με διάταζε;» διερωτώνταν. Δεν άντεξε για πολύ και βγήκε πάλι έξω να μάθη, να ικανοποίηση την περιέργεια του. Ο άγνωστος δεν ήταν εκεί. Το κάθισμα του άδειο. Τον αναζήτησε με την ματιά του σ' όλη την παρέα· πουθενά. Πλησίασε την γνωστή του κοπέλλα και την ρώτησε:— Πού είναι αυτός που σε συνοδεύει; Δεν με συνοδεύει κανείς, απάντησε η κοπέλλα. Μα αυτός που καθόταν δίπλα σου, που του έδωσα τα χρήματα να μου ανάψη ένα κερί στον Ταξιάρχη και δεν δέ­χθηκε...; της εξήγησε ο κ. Κούτρος. Μα πότε; του απάντησε η γνωστή του. Δεν πήρα είδηση· πότε έγινε αυτό, πού καθόταν, πώς ήταν; Ο κ. Κούτρος την κοίταξε στα μάτια και διέκρινε την έκπληξη και απορία της. Κοίταξε πάλι το άδειο κάθισμα που πριν από λίγο καθόταν ο άγνωστος και στρεφόμενος πάλι προς την κοπέλλα της είπε:— Ασ' το, ξέχασε το! Και προχώρησε προς το καφενείο.
Σε λίγο και ο τελευταίος προσκυνητής έφευγε. Ο κ. Κούτρος τους έβλεπε να χάνωνται στην στροφή. Έμεινε μόνος, εντελώς μόνος. Η εικόνα του άγνωστου του ήλθε ολοζώντανη στην μνήμη του. «Λες να ήταν σημάδι του Ταξιάρχη αυτό και να θέλη να πάω ο ίδιος να του ανά­ψω το κερί;» σκέφθηκε. Αλλά αμέσως γέλασε: «Για δες που αρχίζω να σκέπτο­μαι και 'γω σαν αυτούς», μονολόγησε δυνατά και εννοούσε τους προσκυνητές. Κοίταξε το ρολόι του: περασμένες δύο το πρωί. Άφησε τις σκέψεις και βάλθηκε να τακτοποιήση το καφενείο, για να εί­ναι το πρωί έτοιμο. Μάζεψε τα ποτήρια από τα τραπέζια και πήρε την σκούπα να σκουπίση. Και τότε... ένας φοβερός αέρας, ένα βοητό πέταξε μακρυά την σκούπα από τα χέρια του και όλα τα καθίσματα μαζεύτηκαν σε ένα σωρό με πάταγο! Έπεσε ο ίδιος κάτω. Ένοιωθε το σώμα του να πονή.
Οι αφόρητοι πό­νοι παρέλυαν όλα του τα μέλη. Φώναξε δυνατά και έχασε τον έλεγχο των αι­σθήσεων του. Από την στιγμή αυτή και έπειτα δεν θυμάται τίποτα, μόνο έντονο το αίσθη­μα του πόνου σ' όλο του το σώμα. Την συνέχεια μας την αφηγείται η γυναίκα του: «Ήταν πολύ αργά, μας λέει, και χτύ­πησε η πόρτα του σπιτιού μας. Ποιος νάναι; σκέφτηκα. Ο άνδρας μου έχει κλειδί.— Ποιος είναι; ρώτησα.Εγώ, απάντησε μια φωνή που έμοι­αζε του ανδρός μου. Εσύ είσαι, Πλάτων; ξαναρώτησα να βεβαιωθώ. Ναι, άνοιξε μου, ακούστηκε σβησμέ­νη η φωνή του. Έτρεξα γρήγορα και του άνοιξα. Μόλις μπήκε στην αυλή μού είπε:— Πήγαινε κλείσε το μαγαζί, γιατί εγώ σήμερα υπέφερα πολλά δεινά. Από ποιόν; ρώτησα.Από τον Ταξιάρχη! Και λέγοντας αυτά σωριάστηκε στην αυλή παράλυτος και άφωνος. Έχασε τη φωνή του. Έτρεξα γρήγορα στους δικούς μου και φέραμε γιατρό. Ο γιατρός του έκα­με δύο ενέσεις και μας είπε να τον πάμε αμέσως στο νοσοκομείο στη Μυτιλήνη, γιατί υποπτευόταν εγκεφαλικό. Αμέσως πήραμε το ταξί και ξεκινήσα­με. Σ' όλον το δρόμο ο Πλάτων βογκού­σε από τους πόνους, αλλά δεν επικοι­νωνούσε με το περιβάλλον του και δεν μπορούσε να άρθρωση λέξη. Στα μισά του δρόμου του ήλθε η φωνή και με ρώτησε: Πού πάμε; Στο νοσοκομείο, του απάντησα.— Στρίψτε. Πηγαίντε με στον Ταξιάρ­χη. Στον Μανταμάδο... Και αμέσως πά­λι περιήλθε στην πρότερα κατάσταση.
Φτάσαμε στο νοσοκομείο και οι για­τροί, αφού τον εξέτασαν, μάς είπαν:— Δεν μάς φαίνεται για εγκεφαλικό. Κάποια άλλη αιτία είναι. Θα τον βάλου­με τώρα σε κρεβάτι και σε ορούς, αλλά θα πρέπη να τον πάτε αύριο στην Αθή­να. Θα τον δουν αύριο το πρωί και οι άλλοι γιατροί, αλλά η περίπτωσή του φαίνεται τέτοια που δεν έχουμε τα ειδικά μέσα να την ελέγξουμε.Τον βάλανε ορούς. Ο Πλάτων συνε­χώς βογκούσε. Τα μέλη του ήταν παράλυτα. Τα μάτια του ανοιχτά, αλλά δεν μπορούσε να μας μιλήση. Η ημέρα άρχισε να ροδίζη. Όλοι μας είμασταν γύρω από το κρεβάτι του και προσπαθούσαμε να δούμε κάτι που θα μας αναπτέρωνε τις ελπίδες μας προς το καλύτερο, όταν ο Πλάτων άνοιξε διά­πλατα τα μάτια του, με κοίταξε με απορία μαζί με αγωνία και με ρώτησε:— Πού είμαστε; Στο νοσοκομείο, του απάντησα. Δεν σου είπα να με πάτε στον Ταξιάρχη; Θα σε πάμε. Κάτσε να γίνης λίγο καλά και θα σε πάμε. Αν δεν με πάτε στον Ταξιάρχη θα πεθάνω.
Και λέγοντας αυτά μαζί με την φωνή του χάνει και το φως του! Βλέποντας αυτό όλα, δεν χάνω καιρό. Βγάζω γρήγορα τους ορούς και με την βοήθεια των δικών μου τον μεταφέρουμε σε ταξί και κατ' ευθείαν στον Ταξιάρχη, στον Μανταμάδο. Φτάσαμε στον Ταξιάρχη, αλλά μας ή­ταν αδύνατον να μπούμε στην εκκλησία από τις χιλιάδες των προσκυνητών που καθόταν υπομονετικά στην πελώρια σειρά αναμονής. Μιλήσαμε στα όργανα της τάξεως και εκείνα, βλέποντας να κρατάμε σηκωτό τον Πλάτωνα και πα­ράλυτο, αυτόν δε να μουγκρίζη από τους πόνους, μάς έκαμαν χώρο, και από το μέσον του ναού, που βρισκόταν οι επίσημοι, με κόπο, έπειτα από πολύ ώρα φτάσαμε εμπρός στην εικόνα του Αρχαγγέλου.
Αφήσαμε κάτω τον Πλάτω­να τυφλό, βουβό και παράλυτο. Σε λίγο άρχισε η Μεγάλη Είσοδος. Την στιγμή ακριβώς που ο αρχιερεύς έπαιρνε το άγιο δισκάριο από τον διάκονο και άρχισε να δέεται υπέρ των προσκυνη­τών, βλέπουμε τον Πλάτωνα να κάνη μια προσπάθεια. Σηκώνεται επάνω, ορμά στην εικόνα του Αρχαγγέλου και κάνον­τας τον σταυρό του, φωνάζει:— Βλέπω, βλέπω, Ταξιάρχη μου!! Έτρεξα κοντά του. Με αγκάλιασε. Έ­κλαιγε· κλαίγαμε όλοι μας από χαρά. Μείναμε κοντά στην εικόνα έως το τέ­λος ευχαριστώντας τον Ταξιάρχη ευτυχισμένοι».Στο σημείο αυτό ο κ. Κούτρος μάς λέ­γει: «Μέχρι τη στιγμή που σηκώθηκα και ξαναβρήκα το φως και τη φωνή μου, δεν αισθανόμουν χρόνο, χώρο, παραστάσεις και πρόσωπα· όταν ξαφνικά, ένας αέρας δυνατός με σήκωσε στα πό­δια μου και αμέσως όλες οι αισθήσεις μου λειτούργησαν φυσιολογικά».Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Κούτρος ακολούθησε την λιτάνευση της εικόνας με τη σύζυγό του και τους συγγενείς του.
Οι επίσημοι προσκυνηταί, ο στρατη­γός, ο διοικητής του ναυτικού κλιμακίου, ο διοικητής της Πυροσβεστικής, οι εκ­πρόσωποι του ημερησίου τύπου κ.ά. έλεγαν αργότερα με θαυμασμό στον Μητροπολίτη μας: «Τον βλέπαμε με δέ­ος να ακολουθή την λιτανεία, γιατί ζή­σαμε όλες τις εκφάνσεις του θαυμαστού γεγονότος μέσα στον ναό, ως αυτόπται και αυτήκοοι μάρτυρες. Τον είδαμε να τον μεταφέρουν από εμπρός μας βογγώντας και να τον αφήνουν εμπρός στην εικόνα του Αρχαγγέλου. Τον είδα­με να σηκώνεται, να κάμη τον σταυρό του, να αγκαλιάζη την γυναίκα του και να κλαίνε από χαρά. Τα είδαμε όλα αυ­τά και συγκλονιστήκαμε- αλλά περισσό­τερο, όταν τον είδαμε να ακολουθή την λιτάνευση υγιέστατος!»
Ο Σεβασμιώτατος ζήτησε να δη τον άνθρωπο αυτόν, που μέχρι τότε μάς ή­ταν εντελώς άγνωστος. Ψάξαμε παν­τού, ρωτήσαμε, μα δεν τον βρήκαμε. Αργότερα, μάθαμε γιατί. Μετά την λιτάνευση της εικόνας οι συγγενείς του κ. Κούτρου τον έπεισαν ότι θα έπρεπε να πήγαιναν και στο Νο­σοκομείο να τον εξετάσουν οι γιατροί και εν ανάγκη ακόμη και στην Αθήνα, για να δουν τι θα έλεγε και η επιστήμη, ώστε να είναι πια σίγουροι ότι πράγμα­τι είναι καλά!!! Εκείνος, ζαλισμένος ακόμα από την περιπέτεια του, πείστηκε και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Όταν έφτασαν εκεί, ο κ. Κούτρος άρχισε να μη νοιώθη τόσο καλά, όπως πρώτα. Το κεφάλι του θό­λωνε. Τα μέλη του και ιδιαίτερα το δεξί του χέρι και πόδι τα ένοιωθε κάπως μουδιασμένα. Οι γιατροί απεφάνθησαν ότι έπρεπε να πάνε το συντομώτερο στην Αθήνα. Έφυγαν αμέσως. Πήγαν σε πολλούς και καλούς για­τρούς. Όλοι ζητούσαν το ιστορικό, και εκείνος τους έλεγε ακριβώς τι συνέβη. Εκείνοι τον κορόιδευαν και του έλεγαν ότι δεν γίνονται τέτοια πράγματα. «Γί­νονται θαύματα, καϋμένε;». Και συνιστούσαν στην γυναίκα του να τον πάη σε νευρολόγο ή νευρολογική κλινική!!!
Η σύζυγος του έκλεισε ραντεβού με ένα φημισμένο καθηγητή γιατρό νευρολόγο. Την νύχτα, παραμονή της ημέρας του ραντεβού με τον καθηγητή, ο κ. Κούτρος ήταν σε αθλία κατάσταση· σω­ματική και ψυχολογική. Το δεξί του χέρι παράλυτο, το πόδι του μόλις που το πατούσε. Το μυαλό του θολό με διαλεί­ψεις. Έκλαιγε συνεχώς και αναρωτιώνταν τι θα γίνη η κατάσταση του. Η γυ­ναίκα του τον παρηγορούσε και εκείνος ανυπομονούσε να ξημερώση να πάνε στον γιατρό. Όλη την νύκτα σ' αυτή την κατάσταση δεν έκλεισε μάτι. Τα ξη­μερώματα τον πήρε για πολύ λίγο ο ύπνος. Η γυναίκα του βλέποντας ότι τον πή­ρε ο ύπνος δεν ήθελε να τον ξυπνήση. Όμως δεν μπορούσε να κάνη διαφορε­τικά, τους περίμενε ο γιατρός.— Σήκω Πλάτων! Πέρασε η ώρα, αρ­γήσαμε, μας περιμένει ο γιατρός. Ο Πλάτων άνοιξε τα μάτια του. Είδε την γυναίκα του με κάποια έκπληξη. Σιγά-σιγά η ματιά του γαλήνεψε, της χα­μογέλασε και είπε. Δεν χρειάζεται, δεν θα πάμε στον γιατρό. Μα τι λες; του απαντά εκείνη. Εσύ μέχρι προ ολίγου ανυπομονούσες πότε θα πάμε και τώρα λες τέτοια λόγια; Εκείνος πλάτυνε περισσότερο το χα­μόγελο του και της λέει:— Δεν την ξαναπαθαίνω, γυναίκα-φέρθηκα ανόητα, παρασύρθηκα. Τώρα έχω ακλόνητη την πίστη μου. Και συνέ­χισε:— Πριν λίγο, που με θόλωσε ο ύπνος, ήλθε ο Ταξιάρχης και μου είπε: «Ακόμη δεν έβαλες μυαλό; Συνεχίζεις τις αμφι­βολίες σου; Δεν σου έγινε μάθημα το ό,τι έπαθες; Ακόμη αμφιβάλεις; Δεν πρόκειται εδώ να γίνης καλά. Αυτό θα γίνη, όταν με πίστη έλθης στον ναό μου». Κατάλαβες γυναίκα; Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης με συγχώρεσε και με καλεί κοντά του. θα γίνω καλά!
Πήγαινε βγά­λε εισιτήρια και φεύγουμε- φεύγουμε γρήγορα στον Μανταμάδο! Πράγματι την Τετάρτη 6 Μαΐου, τρεις ημέρες μετά την πανήγυρη, κατά τις δέ­κα το πρωί έφταναν στον Ταξιάρχη ο Πλάτων, η σύζυγός του και αρκετοί συγ­γενείς του. Τότε μας συστήθηκε και μας εξιστόρησε στο γραφείο του ναού όλη την περιπέτεια του. Όταν τέλειωσε, τον πήραμε οι ιερείς και τον πήγαμε μπροστά στην ανάγλυφο θαυματουργό εικόνα του Αρχαγγέλου. Στον δρόμο μας έδειχνε το παράλυτο δεξιό του χέρι και το πόδι του, που το έσερνε με δυσκολία. Μας ακολούθησαν όλοι οι συγ­γενείς του. Του βάλαμε ένα κάθισμα να καθίση και στο δεξί του χέρι του στερε­ώσαμε μία λαμπάδα. Ακριβώς την στιγ­μή αυτή μπήκαν στον ναό μία μεγάλη ομάδα προσκυνητών από την Νάουσα, που μόλις είχαν φτάσει με πούλμαν. Πε­ριμέναμε για λίγο να ανάψουν το κερί τους και έπειτα τους είπαμε, με λίγα λό­για, την θαυμαστή ενέργεια του Αρχαγ­γέλου που έγινε την ημέρα της πανήγυ­ρης επί του κ. Κούτρου και τους ζητήσα­με να συμμετάσχουν στην παράκληση που ετοιμαζόμασταν να ψάλουμε υπέρ του κ. Κούτρου και να συμπροσευχηθούν μαζί μας. Γονατίσαμε όλοι και αρχί­σαμε να ψάλλουμε την παράκληση των Αρχαγγέλων.
Ο κ. Κούτρος έκανε τον σταυρό του με το αριστερό του χέρι· δεν μπορούσε να κινήση το δεξί. Με με­γάλη κατάνυξη εψάλετο η παράκληση, όταν — ω Θεέ μου!!!— μόλις φτάσαμε και ψάλαμε τον ειρμό: Εισάκουσον, Μιχαήλ Αρχάγγελε, της φωνής των εν τω θείω ναώ σου, και προ της σης θειοτάτης εικόνος, γονυπετούντων θερμαίς παρακλήσεσι, και δος των ευχών επιτυχείν, και χαρά απελθείν εις τα ίδια, ο Πλάτων, που καθόταν στο κάθισμα, πετάχτηκε σαν ελατήριο ψηλά βγάζον­τας συγχρόνως μια δυνατή κραυγή και έπεσε πάνω στην εικόνα. Με το δεξί του χέρι τώρα έκανε τον σταυρό του και λόγια ευχαριστίας έβγαιναν σαν χεί­μαρρος από το στόμα του. Όλοι τώρα είχαν σηκωθή όρθιοι και προσπαθού­σαν με κάθε κύτταρο του σώματος τους, με όλο τους το είναι, να εκδηλώσουν τον θαυμασμό γι' αυτά που ξετυλίγονταν μπροστά τους, να εκδηλώσουν την χα­ρά για την σωτηρία του άγνωστου «αδελφού» τους. Άλλοι συνέχιζαν να ψάλ­λουν μαζί μας την παράκληση κάνοντας συνεχώς μαζί με τον σταυρό τους και μεγάλες μετάνοιες. Άλλοι δοξολογού­σαν τον Θεό και τον Αρχάγγελό Του Μιχαήλ με αυτοσχέδιες δοξολογίες, που η γεμάτη πίστη καρδιά τους υπαγόρευε.
Μερικοί έτρεξαν, πήραν λαμπάδες και τις μοίρασαν σε όλους. Ήταν μια ανά­σταση, μια ψυχική ανάταση, μια ανεπα­νάληπτη εμπειρία. Ήταν μια δυνατή στιγμή που η πίστη αβίαστα άνθιζε και σκορπούσε ένα χρώμα, ένα άρωμα, μια ομορφιά μέσα απ’ τις καρδιές. Ω Θεέ μου, πόσο δυνατή η πίστη! Αλλά και πόσο όμορφη η άδολη αγά­πη!!!
Η παράκληση τελείωσε. Ο μέχρι τότε γονατιστός μπροστά στην εικόνα Πλάτων, απ’ τη στιγμή της θεραπείας του, σηκώθηκε. Έκαμε πολλές φορές τον σταυρό του, ασπάσθηκε την εικόνα του Αρχαγγέλου κλαίγοντας από χαρά και συγκίνηση και στρεφόμενος προς όλους έλεγε: «Είμαι καλά, είμαι πάλι γερός, νοι­ώθω καλύτερα από πρώτα». Όλοι με δάκρυα στα μάτια έτρεξαν να τον ακουμπήσουν, να τον συγχα­ρούν. Εκείνος τους έσφιγγε το χέρι λέ­γοντας: «Δέστε, το χέρι μου είναι γερό, γερό σαν πρώτα».Τώρα ο κ. Κούτρος βρίσκεται πάλι στο χωριό του, στην Αγία Παρασκευή, υγιέστατος και εξυπηρετεί μόνος του την πελατεία του καφενείου του. Με μια διαφορά: Τώρα πια δεν έχει αμφιβολίες, τώρα είναι ο πιο θερμός κήρυκας της Εκκλησίας του Χρίστου. Πολλαίς περιπέπτωκα συμφοραίς,και νόσοις ποικίλαιςεκ πολλών μου αμαρτιών,διό Μιχαήλ ο Ταξιάρχηςκαι Γαβριήλ με πασών τούτων ρύσασθε.
* Πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου, Το Ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μαν­ταμάδου, Τόμος Α', Μυτιλήνη 1988, σ. 109-117.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΕΥΧΟΣ 8-9
ΙΟΥΝΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ Εκκλησία της Βρεττανίας OΙ ΑΓΙΟΙ ΟΣΒΑΛΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΝΟΡΘΟΥΜΒΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΪΔΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΙΝΤΙΣΦΑΡΝ


Άγιοι Οσβάλδος και Αϊδανός


ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ
Εκκλησία της Βρεττανίας
OΙ ΑΓΙΟΙ ΟΣΒΑΛΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΝΟΡΘΟΥΜΒΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΪΔΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΙΝΤΙΣΦΑΡΝ
Βρεττανία, η μεγάλη αυτή νησιω­τική χώρα ανάμεσα στην Ευρώπη και τον Ατλαντικό, δέχθηκε το χριστιανικό φως το όγδοο έτος της βασιλεί­ας του Νέρωνος. Το γεγονός μαρτυρεί ο σο­φός Βρεττανός Γίλδας (500-750), αλλά και ο Θεοδώρητος Κύρου (393-460), ο άγιος Κλήμης πάπας Ρώμης και οι συναξαριστές. Φορεύς του ευαγγελικού μηνύματος ήταν ο Α­πόστολος Παύλος. Υπάρχει όμως και μία άλλη διαδεδομένη και σεβαστή παράδοσις σύμφωνα με την οποία, ο πρώτος κήρυ­κας του Ευαγγελίου στην Βρεττανία, ήταν ο ενταφιαστής του Κυρίου, ο άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ο οποίος έφθασε στην νότια ακτή της Βρεττανίας έχοντας μαζί του το άγιο Ποτήριο του Μυστικού Δείπνου και μέρος από τον Ακάνθινο Στέφανο του Χριστού μας.
Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι ο άγιος Ιωσήφ εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Γκλάστονμπέρυ (Glastonbury), το οποίο χρησιμοποίησε ως κέντρο της ιεραποστολι­κής του δράσεως. Αναφέρεται ότι κάποτε οι βάρβαροι και άξεστοι Βρεττανοί (αρχαίοι Κέλται κάτοικοι της Βρεττανίας), μη κατα­νοώντας το κήρυγμά του περί της ενσάρκου Οικονομίας του Κυρίου, τον επίεσαν φορτικώτατα να τους δείξη κάποιο «σημείο». Ο άγιος Ιωσήφ, απογοητευμένος από την σκληροκαρδία των παγανιστών, έμπηξε θυμωμένος στην γη το οδοιπορικό του ραβδί, το οποίο κατά παραχώρησιν Θεού ρίζωσε αμέ­σως, βλάστησε και έδωσε άνθη.
Κατά την παράδοσι αυτό το ραβδί προερ­χόταν από τον θάμνο που φύτρωσε στην Παλαιστίνη, όταν ο άγιος Ιωσήφ φύτεψε ένα από τα αγκάθια του στεφάνου του Κυ­ρίου, πριν φύγη για το ιεραποστολικό του ταξίδι. Τρία και μεγάλα θαύματα έδειξε σ' αυτό το ραβδί-φυτό ο Πανάγιος Θεός: Το πρώτο είναι ο θαυματουργικός τρόπος της δημιουργίας του δένδρου. Το δεύτερο είναι ότι το δένδρο, που σώζεται ακόμη στην αυλή του αββαείου (μονής) του Αγίου Ιωάννου στο Γκλάστονμπέρυ, ανθίζει δύο φορές τον χρόνο, μία φορά την άνοιξι φυσιολογικώς και δεύτερη φορά θαυματουργικώς μέσα στην καρδιά του χειμώνα και για μία μόνον ημέρα: το βράδυ της 24ης προς την 25η Δε­κεμβρίου. Κατά παράδοσιν τα πρώτα άνθη της δευτέρας αυτής θαυματουργικής ανθο­φορίας προσφέρονται τιμητικώς στον εκά­στοτε βασιλέα της Αγγλίας. Το τρίτο θαύμα είναι το γεγονός ότι το δένδρο —του οποίου το επιστημονικό όνομα είναι oxyacanthus peris— ενώ φύεται μόνον στην Παλαιστίνη και σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, πα­ραδόξως φύεται και στο Γκλάστονμπέρυ και μάλιστα σε ένα μόνο σημείο του. Κάθε προ­σπάθεια μεταφυτεύσεως έστω και λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα από το αρχικό δένδρο του θαύματος αποβαίνει άκαρπη.
Σύμφωνα με την παράδοσι πρώτος επίσκο­πος Βρεττανίας χρημάτισε ο άγιος Αρι­στόβουλος, Κύπριος μαθητής του Απο­στόλου Παύλου, αδελφός του αγίου Βαρνάβα και απόστολος εκ των Εβδομήκοντα[1]. Κατά τον όσιο ιερομόναχο και μεγάλο Βρεττανό ιστορικό Βέδα τον Αιδέσιμο (Bede the Venerable, 673-735), το έτος 182μ.Χ. ο βασι­λεύς των Βρεττανών Λούκιος ζήτησε από τον πάπα Ελευθέριο να σταλή επίσκοπος, για να τον βαπτίση. Τότε ο πάπας έστειλε τους αγίους Δαμιανό και Φουγέντιο.
Το 314 οι επίσκοποι Εβόριος της Υόρκης, Ρεστιτούτος του Λονδίνου και Αδέλφιος του Κόλτσεστερ, με δύο πρεσβυτέρους και έναν διάκονο, πήραν μέρος στην τοπική σύνοδο κατά του Δονατισμού στην γαλλική πόλι Αρελάτη (Aries). Επίσης Βρεττανοί επί­σκοποι έλαβαν μέρος και στις συνόδους της Σαρδικής (343) και του Αριμινίου (359).
Την πρώιμη ανάπτυξι του Χριστιανισμού στην Βρεττανία ανέκοψαν οι κατακτήσεις των Ιούτων, των Άγγλων και των Σαξώνων. Οι αρχαίοι Βρεττανοί Κέλτες, ήδη χριστια­νοί, απωθήθηκαν στα ορεινά, στις άγριες ακτές της Κορνουάλλης, στην Ουαλλία και τα νησιά, ενώ άλλοι πέρασαν στην Γαλλική ακτή, στην σημερινή Βρεττάνη. Η Εκκλησία των αρχαίων Βρεττανών, γνωστή ως Κελ­τική, με την πάροδο του χρόνου απομονώ­θηκε από την οικουμενική Εκκλησία και —χωρίς να κακοδοξήση— διαφοροποιήθηκε σε θέματα εορτασμού του Πάσχα, κόμης των κληρικών κ.ά.
Οι κατακτητές Αγγλοσάξωνες, οι Ουαλλοί, οι βάρβαροι Πίκτες και Σκώτοι του βορ­ρά εκχριστιανίσθηκαν δύσκολα χάρις στις Ιεραποστολικές προσπάθειες της Κελτικής Εκκλησίας και των παπών της Ρώμης. Σε μία εποχή διακρινόμενη για την αμάθεια και την βαρβαρότητα των ηθών και σε μία χώρα διηρημένη σε επτά βασίλεια που διαρ­κώς αλληλοσπαράσσονταν σε εμφύλιους πο­λέμους, έδρασαν άγιοι ιεραπόστολοι και ανεδείχθησαν δεκάδες άγιοι. Δυστυχώς τους αγίους αυτούς εμείς οι Έλληνες ελάχι­στα τους γνωρίζουμε. Και όμως κάποια στιγ­μή τέθηκε και ελληνική σφραγίδα στο οικο­δόμημα της Εκκλησίας της Βρεττανίας με τον διορισμό του Έλληνος μοναχού Θεοδώ­ρου του εκ Ταρσού (†690) στην θέσι του αρχιεπισκόπου Καντουαρίας (Canterbu­ry) από τον πάπα Βιταλιανό.
Από τον Η' αιώνα λόγω των επιδρομών των Βικίγγων το οικοδόμημα της βρεττανικής Εκκλησίας αρχίζει να καταστρέφεται. Είχαν προηγηθή αιώνες αντιπαραθέσεως και διαμάχης μεταξύ της Εκκλησίας των Κελτών και εκείνης των Αγγλοσαξώνων, με κύριο πρόβλημα την ανεξαρτησία ή μη έναν­τι της Ρώμης. Η βαθμιαία απορρόφησις της Κελτικής Εκκλησίας μετά την Σύνοδο του Γουΐτμπυ (Whitby) το 633-634 λέγεται ότι εζημίωσε σημαντικά τον χριστιανισμό στην Βρεττανία με την επικράτησι του ρωμαϊκού νομικιστικού πνεύματος. Η Ορθοδοξία στην Βρεττανία μπορούμε να πούμε ότι έφθασε στο οριστικό της τέλος με τον θάνατο του αγίου βασιλέως Εδουάρδου του Ομολογητού (†1065) και την επικράτησι των εκλατινισθέντων Νορμανδών σε όλο σχεδόν το φάσμα της κοινωνικής και εκκλησιαστικής ζωής το 1066 με τον Γουλιέλμο τον Κατακτη­τή. Έκτοτε η Βρεττανία ακολούθησε τον Παπισμό, έως ότου η νέα αίρεσις του Προτε­σταντισμού σάρωσε και εξαφάνισε τα πάν­τα. Κατά τον επίσκοπο Τελμησσού Χριστό­φορο Κομμοδάτο, σήμερα «ουδείς Βρεττανός επικαλείται τας πρεσβείας των αγίων και τας ευχάς των. Ελάχιστοι γνωρίζουν τους βίους των και πολύ λιγώτεροι τους βλέπουν ως πνευματοφόρους και προσπαθούν να τους μιμηθούν». Διότι «το ιδεώδες δι' αυτούς είναι να φθάσουν εις τα μέτρα του τζιέντλεμαν και της λαίδης και τούτο είναι αρκετόν. Η τυπολατρεία, ο μοραλισμός και η νοησιαρχία είναι χαρακτηριστικά των ιδιώματα, ενώ η καρδία των έπαυσε να εθίζεται εις την αποδοχήν της Θείας Χάριτος»[2].
Και όμως η Βρεττανική Εκκλησία έχει προσφέρει χιλιάδες αγίων στον Θεό. Το Άγιο Πνεύμα χαρίτωσε πολλές εκλεκτές ψυχές αυτής της χώ­ρας, χωρίς να διακρίνη γηγενείς Βρεττανούς και Ιρλανδούς ή κατακτητές Αγγλοσάξωνες. Τα μοναστικά ιδεώδη της χριστιανικής Ανατολής βιώθηκαν από δεκάδες χιλιάδες κατοίκους των βρεττανικών νησιών. Ακόμη και σήμερα ολόκληρες περιοχές, όπως η Νή­σος του Ανθρώπου (Isle of Man), η νή­σος Αϊόνα (Iona) και η Κορνουάλλη εί­ναι γεμάτες από αρχαία ερείπια που ανή­κουν σε μονές, ερημητήρια και ησυχαστήρια. Περίλαμπρα αββαεία (ό,τι απέμεινε από τις καταστροφές των Διαμαρτυρομένων) μαρ­τυρούν την παλαιά εκκλησιαστική δόξα της χώρας αυτής. Κυρίως όμως ένας μεγάλος α­ριθμός αγίων της —δεκάδες μάρτυρες, όσιοι, βασιλείς, φωτισμένοι ιεράρχες, ακούραστοι ιεραπόστολοι, λόγιοι διδάσκαλοι και εργά­τες των εκκλησιαστικών γραμμάτων— κο­σμούν το οικουμενικό αγιολόγιο και μαρτυ­ρούν για το βαθειά ορθόδοξο χριστιανικό παρελθόν της.

Ο άγιος Οσβάλδος (Oswald) ήταν υιός του ειδωλολάτρου Αγγλοσάξωνος βασι­λέως της Νορθουμβρίας[3] Εθελφρίδου (Ethelfrith), ο οποίος φονεύθηκε πολεμώντας κατά των επίσης Αγγλοσαξώνων εισβολέων Εδουΐνου (Ed­win) και Ρεδαβάλδου (Redwald). Εξ αυτών ο Εδουΐνος έγινε βασιλεύς της Νορθουμβρίας, εξεχριστιανίσθη μαζί με τους υπηκόους του και ετιμήθη υπό του λαού του ως άγιος[4]. Κατά την διάρκεια της βα­σιλείας του ο Οσβάλδος και οι αδελφοί του μεγάλωσαν εξόριστοι στην Σκωτία, όπου και βαπτίσθηκαν. Μετά τον θάνατο του Εδουΐνου το 633 οι δύο πρεσβύτεροι αδελφοί του Οσβάλδου έλαβαν ο μεν Οσρικ (Osric) το βασίλειο της Δεΐρας (Deira), ο δε Εανφρίδος (Eanfrid) το βασίλειο της Βερνικίας (Bernicia).
Ατυχώς οι δύο αδελφοί του Οσβάλδου μετά την ανάληψι της εξουσίας λησμόνη­σαν τον Ουράνιο Βασιλέα και επέστρεψαν στα είδωλα, καταστρέφοντας το Ιεραπο­στολικό έργο του αγίου βασιλέως Εδουΐ­νου. Κατά τον όσιο Βέδα η τιμωρία τους ήλθε μέσω του Βρεττανού βασιλέως Καδουάλλα (Cadwalla), ο οποίος τον μεν έ­να φόνευσε σε μάχη, τον δε άλλο με δόλο, όταν πήγε να διαπραγματευθή μαζί του.
Ο Οσβάλδος δημιούργησε ένα μικρό στρατό με· σκοπό να διώξη τον Καδουάλλα, που κυβέρνησε τυραννικά την Νορθουμβρία επί ένα χρόνο. Την προηγουμένη της συγκρούσεως ο Οσβάλδος διέταξε την κατασκευή ενός τεράστιου ξύλινου σταυ­ρού, τον οποίο ύψωσε στην κορυφή μικρού λόφου που δέσποζε στο πεδίο της μάχης. Μπροστά στον σταυρό αυτό προσευχήθηκε γονατιστός ο Οσβάλδος και εναπέθεσε τις ελπίδες του στον Θεό. Πράγματι με την βο­ήθεια του Θεού νίκησε τον πολύ μεγαλύτερο εχθρικό στρατό και σκότωσε τον Καδουάλλα το 634. Έκτοτε το σημείο που υ­ψώθηκε ο σταυρός εκείνος ωνομάσθηκε Αγρός του Ουρανού (Hevenfelt), διότι όλοι αναγνώρισαν ότι εκεί είχε γίνει ένα μεγάλο θαύμα. Επί σειρά αιώνων οι Χρι­στιανοί συνήθιζαν να προσκυνούν στον τόπο αυτό και να παίρνουν ως ευλογία μι­κρά κομμάτια ξύλου από τον σταυρό ή και από τα βρύα που φύτρωναν πάνω του. Αν κάπου υπήρχε ασθενής, επικρατούσε η συ­νήθεια να αγιάζουν νερό με το ξύλο του σταυρού και να το δίνουν στον πάσχοντα. Με τον τρόπο αυτό είχαν γίνει πολλά θαύ­ματα. Επίσης στο σημείο εκείνο οι μονα­χοί της γειτονικής μονής του Έξαμ (Hex­ham), συνήθιζαν να κάνουν αγρυπνία κατά την επέτειο του θανάτου του Οσβάλδου, ενώ αργότερα χτίστηκε και ναός.
Ένα από τα θαύματα που μαρτυρούνται για τον σταυρό εκείνο έγινε σε κάποιον μο­ναχό της ανωτέρω μονής ονόματι Βότ­χελμο (Bothelm), ο οποίος είχε σπάσει το χέρι του από πτώσι στον πάγο. Βασανιζόμενος από αφόρητους πόνους έμαθε ότι κάποιος από την αδελφότητα επρόκειτο να επισκεφθή τον σταυρό στον Αγρό του Ου­ρανού και τον παρεκάλεσε να του φέρη μία ευλογία από αυτόν. Ο μοναχός επέ­στρεψε στην μονή την ώρα που οι πατέρες έτρωγαν το βραδυνό τους φαγητό και έδω­σε στον Βότχελμο ένα από τα βρύα που φύτρωναν πάνω στο ξύλο του Σταυρού. Εκείνος, μη έχοντας που να το βάλη, το τοποθέτησε μέσα στον κόλπο του χιτώνος του πάνω στο στήθος του, όπου και το ξέ­χασε. Την νύκτα, ενώ κοιμόταν, ένοιωσε κάτι κρύο στην πλευρά του και απλώνον­τας το τραυματισμένο χέρι έπιασε το βρύο. Τότε διεπίστωσε ότι το χέρι του ήταν γερό.
Το 635 ο βασιλεύς Οσβάλδος ζήτησε από τους γέροντες της μονής της Αϊόνα στην Σκωτία[5] να στείλουν στην χώρα του έναν επίσκοπο, για να κηρύξη τον Χρι­στιανισμό και να αποκαταστήση την τάξι που είχε διασαλευθή με την αποστασία των αδελφών του. Οι Σκώτοι έστειλαν αρχικά τον μοναχό Κορμάνο (Corman), ο οποίος όμως —φύσει αυστηρός— απέτυχε στις σχέσεις του με τους Αγγλοσάξωνες. Μετά το γεγονός αυτό έγινε Σύνοδος και αποφα­σίσθηκε να αναλάβη την αποστολή ο άγιος μοναχός Αϊδανός (Aidan), ο οποίος και χειροτονήθηκε επίσκοπος.
Ο επίσκοπος Αϊδανός ήταν Ιρλανδός. Η ιεραποστολική του μέθοδος ήταν αποτε­λεσματική και συντόμως βαπτίσθηκαν χι­λιάδες ειδωλολάτρες. Ο βασιλεύς Οσβάλδος δώρησε στον επίσκοπο Άϊδανό την νήσο Λίντισφαρν[6], για επισκοπική του έδρα. Η συνεργασία της ευλογημένης αυ­τής δυάδος, έφερε πλούσιους καρπούς: Κτίσθηκαν ναοί, δωρήθηκαν εδάφη για την δημιουργία μονών, καλλιεργήθηκαν οι τέ­χνες και τα γράμματα, άρχισαν να υποχω­ρούν τα βάρβαρα ήθη.
Και οι δύο ηγέτες της χώρας, πολιτικός και θρησκευτικός, ήσαν υποδείγματα αρε­τής. Ο επίσκοπος, αν και γέρων, αρνιόταν πεισματικά να χρησιμοποιήση άλογο στις μετακινήσεις του. Σκοπός της ζωής του ή­ταν η ιεραποστολή. Επειδή στην αρχή δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα, ο βασιλεύς Οσβάλδος, που είχε μεγαλώσει στην Σκωτία, τον συνώδευε στις περιοδείες του και μετέφραζε τα κηρύγματά του. Θεωρείται ο φωτιστής της βορείου Βρεττανίας, διότι το έργο του άγιου Αυγουστίνου[7] δεν είχε προ­χωρήσει τόσο βόρεια. Κέντρο της ιεραπο­στολικής και επισκοπικής του δράσεως ή­ταν η μονή της νήσου Λίντισφαρν, η όποια πολλούς νέους εμόρφωσε και μεγάλους α­γίους ανέδειξε. Παράλληλα ο Οσβάλδος, αν και ηγεμών, ήταν ταπεινός, φιλεύσπλαχνος και ελεήμων. Αναφέρεται το ακόλουθο χαρακτηρι­στικό περιστατικό: Κάποιο Πάσχα, ο βα­σιλεύς συνέτρωγε με τον επίσκοπο. Μπρο­στά τους βρισκόταν ένας περίτεχνος αση­μένιος δίσκος γεμάτος εκλεκτά φαγητά. Κάποια στιγμή πληροφόρησαν τον βασιλέα ότι στην πύλη του παλατιού είχαν έλθει πτωχοί που περίμεναν την ελεημοσύνη του. Αμέσως ο Οσβάλδος έδωσε τον δίσκο σε έναν υπασπιστή με την εντολή, αφού μοιράση τα φαγητά, να κόψη τον δίσκο σε μι­κρά τεμάχια και να τα μοιράση ελεημοσύ­νη. Ο επίσκοπος Αϊδανός συγκινημένος έπιασε το δεξί χέρι του ευσεβούς μονάρχου και ανεφώνησε: «Είθε τούτο το χέρι να είναι πάντα δυνατό και δοξασμένο». Όπως θα δούμε, η ευχή αυτή εκπληρώθηκε αργότερα, μετά τον θάνατο του βασιλέως.
Ο Οσβάλδος με την σύνεσι και την α­γιότητά του ένωσε τα βασίλεια της Δεΐρας και της Βερνικίας. Στις 5 Αυγούστου του έτους 642 έπεσε σε μάχη εναντίον του ειδωλάτρου βασιλέως των Μερκιανών[8] Πέντα (Penda) αμυνόμενος της πίστεως και της πατρίδος του. Ήταν μόλις 38 ε­τών. Το τέλος του υπήρξε μαρτυρικό. Ενώ αυτός ακόμη προσευχόταν για τις ψυχές των σωματοφυλάκων του που είχαν όλοι σκοτωθή, οι ειδωλολάτρες τον απεκεφάλισαν και κατά διαταγήν του Πέντα ετεμάχισαν τελετουργικά το σώμα του προς τιμήν του θεού τους Γουόντεν (Woden) και ύ­ψωσαν το κεφάλι και τους δύο βραχίονες του πάνω σε ξύλινους πασάλους στο πεδίο της μάχης. Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο αδελφός και διάδοχος του Οσβάλδου βα­σιλεύς Όσγουϊ (Oswy) επανέκτησε την περιοχή, βρήκε τα λείψανα του μάρτυρος αδελφού του, από τα οποία η μεν κάρα και το αριστερό χέρι είχαν υποστή την φυσιο­λογική φθορά, το δεξιό όμως χέρι (εκείνο για το οποίο είχε ευχηθή ο επίσκοπος Αϊδανός) βρέθηκε αδιάφθορο. Ο νέος βασι­λεύς κατέθεσε το αδιάφθορο δεξί χέρι και τα λείψανα του αριστερού, σε ασημένια λειψανοθήκη, στον ναό του άγιου Πέτρου της πρωτευούσης Βαμβούργου (Bamburgh), την δε κάρα αποθησαύρισε στον ναό της μονής του Λίντισφαρν. Τα λοιπά λείψανα παραδόθηκαν στο αββαείο του Μπάρντνεϋ (Bardney) υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Την μονή αυτή τιμούσε ιδιαίτερα η κόρη του νέου βασιλέως και ανηψιά του άγιου Οσβάλδου πριγκήπισσα Οστρίδη (Osthryd). Επιθυμούσε λοιπόν τα λείψανα του μάρτυρος θείου της να αναπαυθούν εκεί. Οι Μερκιανοί μοναχοί όμως της μονής, αν και γνώριζαν την αγιότητα του βίου του Οσβάλδου, δεν τα δέχθηκαν για καθαρά φυλετικούς λόγους. Άφησαν λοιπόν την άμαξα που μετέφερε τα λείψανα έξω από την μονή όλη την νύκτα, χωρίς να της επι­τρέψουν την είσοδο. Ο Πανάγιος Θεός όμως, θέλοντας αφ' ενός να δοξάση τον δούλο Του και αφ' ετέρου να καταδικάση την κακία του φυλετικού μίσους, έδειξε το εξής θαυμαστό σημείο: Στήλη φωτός από τον ουρανό, ορατή από όλη την επαρχία του Λίντσεϋ (Lindsey), φώτιζε όλη την νύ­κτα τα τίμια λείψανα. Το πρωί μετανοημέ­νοι οι μοναχοί υποδέχθηκαν με ύμνους τα λείψανα του αγίου και τον ευχαρίστησαν που προτίμησε να αναπαυθή στο μοναστή­ρι τους. Κατά την τάξι τους έπλυναν τα λείψανα και στην συνέχεια τα τοποθέτησαν σε λάρνακα μέσα στον ναό, υψώνοντας πά­νω από την λειψανοθήκη το λάβαρο του μάρτυρος βασιλέως.
Το νερό στο οποίο πλύθηκαν τα άγια λείψανα χύθηκε σε μία γωνία του κοιμητη­ρίου της μονής. Έκτοτε το χώμα στο ση­μείο εκείνο φυγάδευε τις ενέργειες των δαιμόνων, όπως αποδεικνύει και το ακό­λουθο περιστατικό: Κάποτε η πριγκήπισσα Οστρίδη βρισκόταν στην μονή αυτή. Εκεί την επισκέφθηκε για να υποβάλη τον σεβα­σμό της η μοναχή Εθελχίλδη (Ethelhild), ηγουμένη γειτονικής μονής. Συζητώντας με την πριγκήπισσα η ηγουμένη ανέφερε ότι είχε δει και εκείνη την στήλη του φωτός πάνω από τα λείψανα του αγίου Οσβάλδου, η δε πριγκήπισσα την πληροφόρησε ότι κατά την μαρτυρία των πατέρων της μονής το χώμα στο οποίο είχε χυθή το απόπλυμα των λειψάνων έδιωχνε τους δαί­μονες. Η ηγουμένη τότε ζήτησε και έλαβε λίγο τέτοιο χώμα, το οποίο φύλαξε σε ένα σακουλάκι. Αργότερα, όταν έφεραν στο μοναστήρι της μία δαιμονιζόμενη, η πά­σχουσα θεραπεύθηκε μόνο με την θέα του αντικειμένου αυτού.
Η χάρις του Θεού έδειξε θαύματα όχι μόνον μέσω των τιμίων λειψάνων του αγί­ου Οσβάλδου και του σταυρού που ύψωσε, αλλά και με το χώμα του σημείου όπου έπεσε στο πεδίο της μάχης και με τους πασάλους πάνω στους οποίους ύψωσαν τα τίμια μέλη του. Τα ακόλουθα θαύματα α­ναφέρονται στην Ιστορία του Αγγλικού λαού και της Εκκλησίας του τού οσίου Βέδα.
Κάποτε ένας ταξιδιώτης περνούσε με το άλογό του από το λιβάδι όπου είχε γίνει η μάχη και φονεύθηκε ο άγιος Οσβάλδος. Τότε το άλογό του έπεσε κάτω και άρχισε να σπαράζη βγάζοντας σπαρακτικές κραυ­γές. Ο χωρικός, αν και προσπάθησε να το σώση, δεν μπόρεσε να κάνη τίποτε. Τότε άρχισε να το σέρνη προς το σημείο όπου είχε πέσει το ματωμένο σώμα του βασιλέ­ως. Όταν έφθασε εκεί, το άλογο ηρέμησε, σταμάτησε τις κραυγές και συνέχισε τον δρόμο του.
Στην συνέχεια του ταξιδιού του ο χωρι­κός έφθασε σε ένα χάνι. Εκεί διεπίστωσε ότι η ανηψιά του ιδιοκτήτη ήταν παράλυτη. Διηγήθηκε τότε τι είχε συμβή στο άλογό του και συνέστησε στους συγγενείς να μεταφέ­ρουν την κοπέλα στο σημείο εκείνο. Πράγ­ματι η πάσχουσα μεταφέρθηκε με ένα φο­ρείο και έμεινε όλη την νύκτα εκεί. Όταν ξύπνησε το πρωί, ζήτησε νερό, έπλυνε το πρόσωπο της, χτένισε τα μαλλιά της, έσιαξε την μαντήλα στο κεφάλι της και γύρισε πί­σω με τα πόδια υγιής, όσο ποτέ άλλοτε.
Μια άλλη φορά ένας Βρεττανός ταξι­διώτης, περνώντας από το πεδίο της μά­χης διεπίστωσε ότι ένα σημείο του λιβαδιού ήταν πιο πράσινο και πιο ανθισμένο από το υπόλοιπο. Τούτο το θεώρησε σαν σημείο που φανέρωνε ότι εκεί είχε πέσει κάποιος πολεμιστής μεγάλης αγιότητος, γι' αυτό και πήρε για ευλογία λίγο χώμα. Συ­νεχίζοντας τον δρόμο του έφθασε την νύ­κτα σε ένα χωριό και φιλοξενήθηκε στην καλύβα μιας οικογενείας. Πριν κοιμηθή κρέμασε σε μία δοκό το μικρό σακούλι με το χώμα του λιβαδιού. Την νύκτα όμως ξέ­σπασε πυρκαϊά. Όλα κατακάηκαν έκτος από την δοκό εκείνη και το πάνινο σακου­λάκι. Όταν οι χωρικοί ρώτησαν περί αυ­τού τον ξένο ταξιδιώτη, διεπίστωσαν ότι επρόκειτο για χώμα από το σημείο που έπεσε ο άγιος Οσβάλδος.
Στην μονή που φυλάσσονταν τα άγια λείψανα ζούσε κάποτε ένα παιδί που αργό­τερα έγινε μοναχός. Κάποτε αρρώστησε από πυρετό και ρίγη. Τότε ένας από τους παλαιούς αδελφούς της μονής τού συν­έστησε να σταθή δίπλα στην λάρνακα, έως ότου του περάση ο πυρετός. Πράγματι το παιδί βρήκε την υγεία του και έμεινε στην μονή για όλη του την ζωή.
Η φήμη των θαυμάτων του αγίου Οσβάλδου δεν έμεινε μέσα στα όρια της Βρεττανίας, αλλά διαδόθηκε γρήγορα, κυ­ρίως στην Ιρλανδία και την Γερμανία. Ο αγγλικής καταγωγής άγιος Γουϊλιβρόρδος (Willibrord), φωτιστής των Φρισίων (αρχαίων Ολλανδών) και αρχιεπίσκοπος Ουτρέχτης, διηγείται τα ακόλουθα από το καιρό της δωδεκάχρονης παραμονής του στην Ιρλανδία:
«Τον καιρό που μία μεγάλη επιδημία πανώλους αποδεκάτιζε την Βρεττανία και την Ιρλανδία, αρρώστησε και ένας λόγιος Σκώτος που ζούσε στην Ιρλανδία. Βλέπο­ντας τον θάνατο του να πλησιάζη ήλθε σε συναίσθησι της καταστάσεώς του και έστειλε και με κάλεσε να τον εξομολογήσω. "Βλέπω από τώρα, είπε, τις φλόγες της κολάσεως. Αν όμως ο Θεός με σώση, υπό­σχομαι να αλλάξω ζωή. Έχω ακούσει για τον άγιο βασιλέα σας Οσβάλδο. Σας παρα­καλώ, αν έχετε λείψανά του, να με ευλογήσετε". Του είπα ότι είχα ένα κομματάκι από τον πάσαλο στον οποίο κάρφωσαν την τιμία κάρα του και πως, αν έχη πίστι, ο Θεός όχι μόνον θα τον έσωζε διά πρεσβει­ών του δούλου Του, αλλά θα του έδινε και πολλά χρόνια ακόμα. Με διεβεβαίωσε για την πίστι του. Τότε εγώ έβαλα το ξύλο σε λίγο νερό και του έδωσα να πιη. Πράγματι θεραπεύθηκε και έζησε χριστιανικά για πολλά ακόμη χρόνια, μετανοημένος και τακτοποιημένος».
Προς τιμήν του αγίου Οσβάλδου έχουν αναγερθή τουλάχιστον 67 ναοί. Κατά το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο η μνήμη του τιμά­ται στις 9 Αυγούστου.
Ο άγιος Αϊδανός κοιμήθηκε το 651, λί­γο μετά τον θάνατο του φίλου του και δια­δόχου τού αγίου Οσβάλδου, αγίου βασιλέ­ως Οσγουΐνου (Oswin). Κηδεύθηκε στην μονή του Λίντισφαρν. Την στιγμή του θα­νάτου του ένας αθώος νεαρός βοσκός, ο μετέπειτα επίσκοπος Λίντισφαρν Κουθβέρτος (Cuthbert)[9], ευρισκόμενος στους λόφους πάνω από την μονή, είδε την μακαρία ψυχή του αγίου Αϊδανού να ανέρχεται στον ουρανό συνοδευόμενη από υπερκόσμιο φως. Το όραμα αυτό τον παρεκίνησε να αφιερωθή και ο ίδιος στον Θεό ως μο­ναχός.
Η μνήμη του αγίου Αϊδανού επισκόπου Λίντισφαρν τιμάται (κατά το ρωμαϊκό επί­σης μαρτυρολόγιο) στις 31 Αυγούστου.


[1] βλ. Συναξαριστή της 15ης Μαρτίου
[2] Χριστοφόρου Κωνσταντίνου Κομμοδάτου, Επισκόπου Τελμησσού, Οι Άγιοι των Βρεττανικών Νήσων, Αθήναι 1985, σ. 28-29.
[3] Northumbria: μεγάλη γεωγραφική περιοχή της Β. Βρεττανίας αποτελουμένη από τα αγγλοσαξωνικά βασίλεια της Βερνικίας (Bernicia) και της Δεΐρας (Deira). Η πιο γνωστή πόλις της είναι η Υόρκη.
[4] Βαπτίσθηκε το Πάσχα του 627 μ.Χ. από τον επίσκοπο Παυλίνο στην Υόρκη. Μετά την βάπτισί του ο λαός του βασιλείου του προσήρχετο αθρόως στον Χριστιανισμό και επειδή δεν υπήρχαν ναοί ή βαπτιστήρια, εβαπτίζοντο στις λίμνες και τους ποταμούς. Ο Εδουΐνος έγινε αληθινός χριστιανός και βοήθησε σημαντικά την Εκκλησία. Φονεύθηκε σε μάχη το 633 σε ηλικία 48 ετών και τιμάται στις 4 Οκτωβρίου.
[5] Iona: νησί δυτικά της Σκωτίας, χωριζόμενο από αυτήν με μικρό πορθμό. Υπήρξε μεγάλο μοναστικό κέντρο και ανέδειξε δεκάδες οσίους. Οι μοναχοί του διακρίθηκαν για το ιεραποστολικό τους ζήλο. Ο μοναχισμός εκεί είχε μεταφυτευθή από την Ιρλανδία, η οποία μπορούμε να πούμε ότι ήταν τότε το τρίτο μεγάλο κέντρο του χριστιανικού κόσμου μετά την Ρώμη και την Κωνσταντινούπολι. Οι δε εντόπιοι Σκώτοι ήταν αρχαίοι Ιρλανδοί που είχαν μεταναστεύσει στην σημερινή Σκωτία και είχαν διατηρήσει την γλώσσα και το αρχαίο τους όνομα, όπως ακριβώς και οι Έλληνες της Μ. Ασίας και Κ. Ιταλίας. Σκωτία εκαλείτο στην αρχαιότητα η Ιρλανδία.
[6] Lindisfarne: νησί στο βασίλειο της Βερνικίας, πολύ κοντά στην πρωτεύουσα του βασιλείου Bamburgh. Υπήρξε επίσης μεγάλο μοναστικό κέντρο, ανέδειξε πολλούς αγίους και επηρέασε σημα­ντικά την πνευματική ζωή στην Βρεττανία.

[7]Ο άγιος Αυγουστίνος είναι ο πρώτος αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας (Canterbury). Κατά την παράδοσι, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ο μετέπειτα πάπας, ήταν ακόμη ηγούμενος στην Ρώ­μη, είδε κάποτε να πωλούνται στην αγορά ως δούλοι ωραιότατοι νέοι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Όταν πληροφορήθηκε ότι είναι Άγγλοι, είπε χαριτολογώντας ότι δεν πρέπει να λέγωνται Άγ­γλοι, αλλά Άγγελοι. Όταν αργότερα έγινε πάπας, έστειλε στην Βρεττανία (το 596 μ.Χ.) τον μοναχό Αυγουστίνο επικεφαλής ομάδος σαράντα ιεραποστόλων, για να εκχριστιανίση τους Αγγλοσάξωνες. Ο Αυγουστίνος χειροτονήθηκε επίσκοπος το 597 μ.Χ. στην γαλλική πόλι Αρελάτη. Το έτος 600 μ.Χ. ο πάπας Γρηγόριος του έστειλε το ωμοφόριον (pallium), αναγνωρίζοντάς τον έτσι ως πριμάτο της βρεττανικής Εκκλησίας και δίδοντάς του την εντολή να χειροτονήση άλλους δώδεκα επισκόπους για την νέα Εκκλησία. Ο άγιος Αυγουστίνος κοιμήθηκε το 605 μ.Χ. και τιμάται στις 26 Μαΐου.
[8] Mercia: ένα από τα αλληλοσυγκρουόμενα μικρά αγγλοσαξωνικά βασίλεια
[9] Ο άγιος Κουθβέρτος είναι από τους πιο γνωστούς της χορείας των Σκώτων αγίων. Την μετέ­πειτα πορεία του επηρέασε το όραμα που είδε κατά την κοίμησι του αγίου Αϊδανού. Κατετάγη στην μονή του Μέλροζ (Melrose) ύπό τον όσιο Ήτα (Eata). Εκεί απέκτησε θεολογική κατάρτισι και άρχι­σε ιεραποστολικές περιοδείες. Με την πίεσι του βασιλέως Εγφρίδου (Egfrith), των επισκόπων και του λαού χειροτονήθηκε επίσκοπος Λίντισφαρν, ενώ παράλληλα ησύχαζε και σε ένα ερημητήριο στην νήσο Φαρν (Farne). Είχε το προφητικό χάρισμα και λέγεται ότι δίδαξε στους Άγγλους την ωραιότητα της θρησκείας και το κάλλος της λατρείας. Προείδε τον θάνατό του και αποσύρθηκε στο ασκητήριό του, όπου και κοιμήθηκε το έτος 687 σε ηλικία 57 ετών. Τιμάται στις 20 Μαρτίου και επ' ονόματί του τιμώνται 83 ναοί.
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 7
ΜΑΡΤΙΟΣ - ΜΑΪΟΣ 1990

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ. «ΤΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ»



ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ. «ΤΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ»PDFΕκτύπωσηE-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Kiriakos Diamantopoulos   
Τετάρτη, 09 Νοέμβριος 2011 
ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ. «ΤΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ»Γιορτάζουμε σήμερα 9 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως Αιγύπτου «Του Αιγίνης», ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Άγιος Νεκτάριος, γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1846 μ.Χ. στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος.
Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μ.Χ. μέχρι το 1876 μ.Χ. χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο.
Το 1876 μ.Χ. εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860 - 1877 μ.Χ.), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως.
Το 1881 μ.Χ. ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ' (1870 - 1899 μ.Χ.), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885 μ.Χ. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 μ.Χ. πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο.
Στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ., χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει τον γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889 μ.Χ.).
Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891 - 1893 μ.Χ.), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893 - 1894 μ.Χ.) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894 - 1904 μ.Χ.).
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899 μ.Χ.), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε.
Στα κηρύγματα του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να «ρουφήξει» το νέκταρ των Ιερών λόγων του.
Το 1904 μ.Χ. ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908 μ.Χ., μετά την παραίτηση του από τη Ριζάρειο Σχολή.
Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις.
Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920 μ.Χ. Τόση δε ήταν η αγιότητά του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, πριν αλλά και μετά τον θάνατο του. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα.
Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 μ.Χ. και στις 20 Απριλίου του 1961 μ.Χ. με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:

Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης. 
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ, ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυματώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

saint.gr

Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα: Πώς να κόψετε το Κάπνισμα


Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα: Πώς να κόψετε το Κάπνισμα


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ
Ένας μανιώδης καπνιστής από την Αγία Πετρούπολη, ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς Μαγιόρωφ, άρχισε κάποτε να αισθάνεται τις επιζήμιες συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία του. Οι πολλές συμβουλές και παραινέσεις των φίλων του αποδείχθηκαν μάταιες. Τελικά το έτος 1888 ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς κατέφυγε στην βοήθεια του στάρετς Αμβροσίου και με επιστολή τού ζήτησε να του υποδείξη τον τρόπο που θα καταπολεμήση το πάθος του.
Σε γράμμα του με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1888 ο όσιος Αμβρόσιος απάντησε στον Αλέξιο Μαγιόρωφ τα εξής:
«Γράφεις ότι δεν μπορείς να κόψης το κάπνισμα! Αυτό που είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, είναι δυνατό με τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αποφασίσης με σταθερότητα να απαλλαγής απ' αυτό, αφού αναγνωρίζεις την ζημία που προξενεί στην ψυχή και στο σώμα σου. Διότι ο καπνός εξασθενίζει την ψυχή, αυξάνει και δυναμώνει τα πάθη, σκοτίζει το νου και καταστρέφει σιγά-σιγά τη σωματική υγεία με έναν αργό θάνατο. Ταυτόχρονα οι πνευματικές ασθένειες της οξυθυμίας και μελαγχολίας εμφανίζονται στην ψυχή σαν συνέπεια του καπνίσματος.
Σε συμβουλεύω να χρησιμοποιήσης πνευματική θεραπεία για την καταπολέμησι του πάθους σου. Να κάνης λεπτομερή εξομολόγησι όλων των αμαρτιών που διέπραξες από την ηλικία των επτά χρόνων έως σήμερα και να μεταλάβης τα Άχραντα Μυστήρια. Κάθε μέρα να διαβάζης όρθιος ένα ή περισσότερα κεφάλαια του Ευαγγελίου. Μόλις αρχίζει να εμφανίζεται η αποθάρρυνσις και η απελπισία, να διαβάζης και πάλι μέχρι να περάση. Αν ξαναεμφανισθή, άρχισε πάλι την μελέτη του Ευαγγελίου. Ή, αν θέλης, πήγαινε σε κάποιον απομονωμένο χώρο και κάνε τριάντα τρεις εδαφιαίες μετάνοιες εις ανάμνησιν της επίγειας ζωής του Κυρίου και προς τιμήν της Αγίας Τριάδος».
Μόλις έλαβε το γράμμα, ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς το διάβασε και «άναψε ένα τσιγάρο», όπως εξηγεί ο ίδιος σε ιδιόγραφο σημείωμα του:
«Άρχισα να το καπνίζω, άλλα ένιωσα ξαφνικά έναν φοβερό πονοκέφαλο και μια απέχθεια προς τον καπνό του τσιγάρου. Εκείνο το βράδυ δεν κάπνισα.
Την επομένη ημέρα τέσσερις φορές άρχισα να καπνίζω μηχανικά και από συνήθεια. Δεν μπορούσα όμως να καταπιώ τον καπνό, γιατί με έπιανε δυνατός πονοκέφαλος. Έτσι έκοψα το κάπνισμα με ευκολία.
Τα δύο προηγούμενα χρόνια δεν είχα μπορέσει να απαλλαγώ από το κάπνισμα όσο κι αν είχα πιέσει τον εαυτό μου. Παρ' όλο που η υγεία μου επιδεινώθηκε σοβαρά, συνέχισα να καπνίζω γύρω στα εβδομήντα πέντε τσιγάρα την ημέρα. Όταν λοιπόν άρχισα να αισθάνωμαι άρρωστος και ανίκανος να ξερριζώσω το πάθος μου, ακολούθησα τις συμβουλές των φίλων μου και κατέφυγα στον στάρετς Αμβρόσιο. Με ειλικρινή μετάνοια τού ζήτησα να προσευχηθή για μένα. Αργότερα, όταν πήγα να τον ευχαριστήσω, ο πατήρ Αμβρόσιος άγγιξε με το ραβδί του το κεφάλι μου που πονούσε και από εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνομαι πια κανενός είδους πονοκέφαλο».
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχη 8-9
Ιούνιος - Νοέμβριος 1990

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Ένα θαύμα του Ταξιάρχη


Ένα θαύμα του Ταξιάρχη


ΝΕΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ

Ήταν ένα γλυκό Αυγουστιάτικο βραδινό. Ο εσπερινός τελείωνε όταν μια παρέα προσκυνητές, έφτανε στο Ναό μας. 
—Πάτερ, την ευχή σας. Είναι ευλογημένο να διανυκτερεύσουμε εδώ απόψε και το πρωί να εκκλησιαστούμε και να κοινωνήσουμε;
Ήταν μια νεαρή γυναίκα που ρωτούσε και που με κάποιον άλλον νεαρό, βοηθούσαν ένα παλληκάρι να στέκεται όρθιο και να βαδίζει.
—Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Έχουμε χώρο για όλους σας.
—Ευχαριστούμε πολύ, να είστε καλά. Μήπως εδώ μένει ο Δεσπότης;
—Όχι, όμως αύριο το πρωί θα μας επισκεφθεί.
—Αλήθεια; Ω Θεέ μου! Ανέλπιστη χαρά μας δίνετε, πάτερ μου.
—Μα τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω.
—Πάτερ μου, ο Ταξιάρχης έκανε ένα μεγάλο θαύμα στον αδελφό μου, είναι αυτός εδώ, ο Διονύσης.
Η νεαρή γυναίκα λέγοντας τις τελευταίες λέξεις στράφηκε προς το παλ¬ληκάρι που κρατούσε αγκαζέ μαζί με τον άλλο νεαρό. Με ένα τρυφερό χαμόγελο τον οδήγησε μπροστά μου, με τη βοήθεια του άλλου νέου. Το παλληκάρι έκανε μια υπόκλιση, όσο του επέτρεπε η κατάσταση του και απλώνοντας το χέρι του πήρε το δικό μου και το ασπάστηκε με σεβασμό.
—Πάτερ, είναι ο αδελφός μου ο Διονύσης, συνέχισε η νεαρή γυναίκα, ο Ταξιάρχης στην κυριολεξία τον έσωσε, σχεδόν τον ανέστησε από νεκρό. Κατά τη νοσηλεία του αδελφού μου στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας Αθηνών, πέρασαν απ’ αυτό και γνώρισαν τον αδελφό μου και είδαν την κρισιμότητα της κατάστασης του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας και ο πατήρ Χρήστος, ο συνεφημέριός σας, όταν και εκείνος είχε την περιπέτεια με την πρεσβυτέρα του στο ίδιο Νοσοκομείο. Βέβαια τότε ο αδελφός μου ήταν σε βαθύ κώμα και δεν τους γνώρισε• όμως εκείνοι προσευχήθηκαν για κείνον. Καταλαβαίνετε λοιπόν, τι ευλογία, είναι για μας, όταν στην πρώτη μας ευχαριστήριο επίσκεψη προς τον Ταξιάρχη, να παρευρίσκεται ο Σεβασμιώτατος και να συμπροσεύχεται και να συνδοξολογεί τον Αρχάγγελο μαζί μας, για τη θαυμαστή Του ενέργεια στον αδελφό μου.
Μιλώντας, έρριξε μια ματιά στον Διονύση, που έδειχνε σημεία κόπωσης, λόγω του προσφάτου ατυχήματος του- και απευθυνόμενη πάλι σε μένα, συνέχισε:
—Αν είναι ευλογημένο, πάτερ μου, θα ήθελα λίγο να τακτοποιήσω τα πράγματά μας και να περιποιηθώ τον αδελφό μου, γιατί ακόμη έχει ανάγκη από εμάς, και έπειτα να έλθω στο Γραφείο και να σας εξιστορήσω, μαζί με. τον ξάδελφό μου, το θαυμαστό αυτό γεγονός με κάθε λεπτομέρεια.
—Μην ενοχλείστε, δεν πειράζει. Τακτοποιείστε τα πράγματά σας, ξεκουρα¬στείτε και αύριο μετά τη θεία λειτουργία, που θάναι εδώ και ο Δεσπότης μάς τα εξιστορείτε όλα με την ησυχία σας. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πάρα πολύ να μάθει την έκβαση αυτού του γεγονότος, από πρώτο χέρι, με κάθε λεπτομέρεια.
—Να είναι ευλογημένο, πάτερ μου. Ευχαριστούμε πολύ. Αύριο με υγεία.
Είχε τελειώσει η θεία λειτουργία και καθώς πηγαίναμε στο Γραφείο για καφέ, μαζί με την παρέα του Διονύση έφτασε ο Δεσπότης. Ήταν απερίγραπτη η χαρά όλης της παρέας μόλις τον αντίκρυσαν. Έτρεξαν όλοι κοντά του χαρούμενοι. Έβαλαν μετάνοια και του φίλησαν με σεβασμό το χέρι.
—Τι κάνετε Σεβασμιώτατε, τον θυμάστε τον Διονύση μας;
—Μα είναι δυνατόν; Είναι το παιδί, που νοσηλευόταν στο Κρατικό, με το τροχαίο;
—Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιώτατε, αυτός είναι. Θαύμα, θαύμα του Ταξιάρχη!
—Δόξα σοι ο Θεός! Παιδιά μου πολύ χαίρομαι. Ξέρετε, με είχε συγκινήσει πολύ η περίπτωση του Διονύση και συχνά αναρωτιόμουν για την έκβαση της υγείας του. Και να που σήμερα τον βλέπω υγιέστατο μπροστά μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του μεγάλου Θεού. Παιδιά μου, θα μου επιτρέψτε να πάω μέσα, να προσκυνήσω τον Αρχάγγελο, γιατί μόλις έφτασα και έρχομαι στο Γραφείο να τα πούμε με την ησυχία μας και με κάθε λεπτομέρεια.
—Νάναι ευλογημένο, Δέσποτα.
Ο Σεβασμιώτατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος προς τον Ναό, υμνώντας το όνομα του μεγάλου Θεού και ευχαριστώντας τον Αρχάγγελο.
Σε λίγο στο Γραφείο του Ναού, ακούγαμε όλοι κατάπληκτοι από την Ελένη και το Νίκο τα γεγονότα τα του θαύματος, να ξετυλίγονται αστραπιαία και θαυμαστά.
—Σεβασμιώτατε, ονομάζομαι Ελένη και είμαι η αδελφή του Διονύση, παντρεμένη και μένω στο Ναύπλιο, Σουλίου 8.
Το απόγευμα της Κυριακής του Θωμά, 25-4-1993, χτυπά το τηλέφωνο του σπιτιού μου,.... και πληροφορούμαι ότι ο αδελφός μου ο Διονύσης χτύπησε σε τροχαίο και βρίσκεται, στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας στην Αθήνα. Το ακουστικό έφυγε από τα χέ¬ρια μου όταν με παρότρυναν να κάνουμε όσο το δυνατόν σύντομα, γιατί ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Ετοιμοθάνατος! «Τον προλαβαίνετε, δεν τον προλαβαίνετε», μου είπαν χαρακτηριστικά.
Φύγαμε αμέσως για την Αθήνα. Πώς αισθανόμουν στον δρόμο για την Αθήνα, δεν μπορώ να το εκφράσω, ήταν μια φοβερή εμπειρία! Ένοιωθα να βουλιάζει σιγά-σιγά ο κόσμος ολόκληρος. Αισθανόμουν ότι τα πάντα για μένα έχαναν ξαφνικά την αξία τους! Δεν μετρούσε για μένα τίποτα. Μόνο μέσα από ένα μεταξωτό ιστό αράχνης, αμυδρά, διέκρινα με τη φαντασία μου το Διονύση μας αιμόφυρτο και ετοιμοθάνατο. Και τότε, το μόνο που ήθελα, ήταν να βρεθώ κοντά του, να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω, να τον σφίξω και να του ξαναδώσω τη δύναμη και τη ζωή. Τα λεφτά μού φαινότανε ώρες και οι ώρες αιώνες. Σε κάποια στιγμή σχεδόν λιποθύμησα, όταν μέσα στο αμάξι μύρισε, πολύ αισθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα και ένοιωθα να χάνω τις αισθήσεις μου.
Φτάσαμε στο Νοσοκομείο και η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνη της φαντασίας. Ο Διονύσης αιμόφυρτος πάνω στο κρεββάτι αναίσθητος σε αφασία. Με φώναξαν στο Γραφείο οι γιατροί και μου είπαν επί λέξει: «Κορίτσι μου, τι να σου πούμε, το παιδί είναι ξεγραμμένο. Το μυαλό του έγινε γιαούρτι. Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα».
Ρώτησα για κάποια εγχείριση, για κάτι άλλο που θα μας έδινε κάποιες ελπίδες. «Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα, δεν σηκώνει ούτε εγχείριση», μου είπαν και συνέχισαν: «Εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
Γονατιστοί όλη τη νύχτα στο προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε το Θεό να τον λυπηθεί και να τον αναστήσει.
Το πρωί επισκέφθηκε τον αδελφό μου ο άριστος κρανιολόγος γιατρός κ. Μουρουζίνης. Τον εξέτασε πολύ ώρα και στο τέλος κουνώντας το κεφάλι του είπε:
«Είτε έτσι, είτε αλλιώς ο νεαρός είναι χαμένος, ας του κάνουμε μια επέμβαση στο κεφάλι του. Βέβαια οι πιθανότητες δεν είναι ούτε μία στις χίλιες, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο καλύτερο». Το δεχτήκαμε. Πώς να κάναμε διαφορετικά; Ο αδελφός μου χανόταν!
Μπήκε στο χειρουργείο στις δώδεκα το μεσημέρι. Κατά το διάστημα της εγχείρισης, μας πήρε τηλέφωνο στο Νοσοκομείο ο ξάδελφός μας ο Νίκος και μας είπε πράγματα που μας ζωήρεψαν τις ελάχιστες και υποτονικές ελπίδες μας. Άλλα καλύτερα να σας τα εξιστορήσει αυτά ο ίδιος.
Λέγοντας αυτά η Ελένη, στράφηκε στο νεαρό δίπλα της, που βοηθούσε μαζί της τον Διονύση.
—Μάλιστα Σεβασμιώτατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Είμαι 22 χρόνων και σπουδάζω μαζί με την αδελφή μου Ελένη στη Θεσσαλονίκη. Η διεύθυνση μας: ...... Το τηλέφωνο μας: ......
Την Κυριακή του Θωμά 25-4-1993, η αδελφή μου και γω ξεκινήσαμε να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη, απ’ την οποία είχαμε φύγει, για να περάσουμε τις διακοπές του Πάσχα κοντά στους δικούς μας. Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε στις 7 το απόγευμα. Αμέσως πήραμε τηλέφωνο τους δικούς μου, όπως άλλωστε συνηθίζουμε, για να ενημερώσουμε τους δικούς μας ότι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε και για κείνους, πώς είναι και αν έχουν κανένα νεότερο από το πρωί που φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Μας είπαν ότι είναι όλα μια χαρά, όπως τα ξέραμε. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι μας, πολύ νωρίς πήγαμε για ύπνο.
Τη νύχτα, ένα όνειρο με συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σε ένα Νοσοκομείο, για μένα άγνωστο, και πάνω σε ένα κρεββάτι, ντυμένο στα μαύρα, τον ξάδελφό μου ξαπλωμένο. Τον ρωτάω τι έπαθε και εκείνος μου δείχνει το κεφάλι του, που ήταν γεμάτο αίματα, και μου λέει ότι χτύπησε. Τότε ακούω τη φωνή του πατέρα μου να με φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δεν τον έβλεπα, όμως ακολούθησα τη φωνή του και βρέθηκα σε μια μικρή Εκκλησιά, που βρισκόταν στην αυλή του Νοσοκομείου. Στο μέσον της Εκκλησίας στεκόταν ο πατέρας μου και κυττούσε προς το μέρος μου. Στα δεξιά μου βλέπω μία εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά της. Βγάζω το μαντήλι μου και την σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Το μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να μού δείχνει την αριστερή πλευρά του Ναού και στο σημείο που βρισκόταν μια άλλη εικόνα, που όμως ήταν τόσο μαύρη, που δεν φαινόταν το πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου. Συγχρόνως ο πατέρας μου, με προστακτικό ύφος μού έλεγε τα εξής: Πες στην Ελένη, την ξαδέλφη σου, να την καθαρίσει. Ανήσυχος απ’ αυτά όλα το πρωί, παίρνω μια θεία μου τηλέφωνο στο Ναύπλιο να ρωτήσω. Δεν πήρα το σπίτι μου, γιατί γνώριζα ότι όλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω το θλιβερό γεγονός. Ρώτησα για την ξαδέλφη μου, την Ελένη και μού είπε ότι είναι στο Νοσοκομείο της Νικαίας. Εκεί πήρα τηλέφωνο και αφού έμαθα λεπτομέρειες και την απελπιστική κατάσταση του Διονύση, ρώτησα την Ελένη αν υπάρχει στο χώρο του Νοσοκομείου καμμιά Εκκλησιά.
Μου απάντησε ότι δεν το γνώριζε. Τότε της είπα το όνειρο και την παρότρυνα να ψάξει και αν υπήρχε, να κυττούσε στον αριστερό μπαίνοντας τοίχο της. Παρακάτω, Σεβασμιώτατε, ας συνεχίσει εκείνη.
—Όταν άκουσα αυτά από τον ξάδελφό μου Νίκο, Σεβασμιώτατε, κάποιες ελπίδες άρχισαν να αναπτερώνονται. Όταν θα βγουν σωστά τα λόγια του ξαδέλφου μου, είπα μέσα μου, τότε θα πει ότι ο Διονύσης μας θα σωθεί. Ρωτήσαμε και μάθαμε ότι υπήρχε κάτω Εκκλησία του Νοσοκομείου. Τρέξαμε με τους συγγενείς μου και ψάξαμε. Πράγματι στο αριστερό τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα κατάμαυρο!!! Το ξεκρεμάσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε τι αναπαριστούσε. Πήρα βαμβάκι και οινόπνευμα και το καθάρισα. Ω Θεέ μου! Έλαμψε ολόκληρο! Αστραποβολούσε! Όμως και πάλι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιον άγιο εικόνιζε. Όταν το είδε η θεία μου. η μητέρα του Νίκου, σταυροκοπήθηκε και το καταφιλούσε, το είχε γνωρίσει! Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου!!! φώναζε. Είχε έλθει πριν δυο χρόνια και είχε πάρει το εικόνισμα Του και τους δυο τόμους των βιβλίων Του. Να το εικόνισμα Σεβασμιώτατε, είπε η Ελένη και ανοίγοντας το πουκάμισο του Διονύση το έβγαλε από τη θήκη του και το έδωσε στον Δεσπότη μας. Εκείνος το κύτταξε για λίγο και έπειτα με πολύ σεβασμό και ευλάβεια, το ακούμπησε στα χείλη του. Ήταν ένα ξύλινο μικρό εικονισματάκι του Ταξιάρχη μας, απ’ αυτά που έχουμε στο περίπτερο του Ναού, για τους προσκυνητές μας.
Αφού το προσκυνήσαμε όλοι μας, η Ελένη το πήρε, το έβαλε πάλι στη θέση του και συνέχισε:

—Τελείωσε η εγχείριση στον εγκέφαλο του αδελφού μου. Οι γιατροί δεν μας έδιναν περισσότερες ελπίδες απ’ ότι πριν την εγχείριση, δηλαδή μία τοις χιλίοις! «Το μυαλό του», μας έλεγαν, «είναι σα γιαούρτι- και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω. Ανθρωπίνως και επιστημονικώς κάναμε το καλύτερο, τώρα μόνο ένα θαύμα τον σώζει». Ζήτησα να μου επιτρέψουν να μπω στην εντατική και να του βάλω το εικόνισμα επάνω του. Μου το επέτρεψαν. Μπήκα και του το φόρεσα.
Το πρωί, 27-4-93, μας παίρνει πάλι τηλέφωνο ο Νίκος απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και μου λέει ότι πάλι είδε όνειρο σημαδιακό και πως πρέπει να εντείνουμε τις προσευχές μας, γιατί ο Διονύσης θα γίνει καλά!
—Ναι, Σεβασμιώτατε, συνεχίζει, παίρνοντας τον λόγο ο Νίκος. Το βράδυ της 26ης προς την 27η βλέπω πάλι να βρίσκομαι στο Νοσοκομείο και να θέλουν δυο μαυροφορεμένοι άνδρες, να μας πάρουν τον Διονύση, μέσα σε ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο. Μετά από πολύ ώρα το κατώρθωσαν, αλλά το αυτοκίνητο δεν έφευγε. Κάποιος νέος, όμορφος, ξανθός, με ένα μικρό γενάκι και μέχρι τη μέση τον κατάξανθα σγουρά κυματιστά μαλλιά, εμφανίστηκε και αφού πήρε και έβαλε τον Διονύση πάνω σε ένα κρεββάτι του Νοσοκομείου, μου είπε: «Μην ανησυχείς! Ανοίξτε του μια τρύπα εδώ», δείχνοντας το λαιμό του, «βάλτε του την εικόνα της Παναγιάς στα χέρια του και αφήστε τον σε μένα». Το πρόσωπό του έχυνε μια γλυκεία λάμψη, που σε γαλήνευε, σε πλημμύριζε ευεξία και εμπιστοσύνη.
—Σκεφθείτε Δέσποτα πώς ένοιωσα, συνέχισε τώρα η Ελένη, όταν ενώ άκουγα αυτό από το Νίκο, έρχονται οι γιατροί, μπαίνουν βιαστικά στην εντατική και βγαίνοντας γρήγορα, έπαιρναν μαζί τους και τον Διονύση στο χειρουργείο για τραχειοτομή!!! Μάς είπαν επί λέξει:
«Έχει χειροτερεύσει η κατάσταση του. Τώρα έχει και πνευμονία με υψηλό πυρετό. Τον πάμε αμέσως για τραχειοτομή να τον προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να πνιγεί»! Μετά από την τραχειοτομή, τον λυπήθηκε πράγματι η ψυχή μου. Δεν ζούσε. Τα μηχανήματα τον κρατούσαν φυτό!! Στο σημείο αυτό έχασα όσο θάρρος μού είχε απομείνει. Λύγισα σαν άνθρωπος και χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, έφυγα στο Ναύπλιο να πάρω τα ρούχα του για το επερχόμενο μοιραίο. Απ' εκεί έφερα μαζί μου και τα βιβλία του Ταξιάρχη, το Ιστορικό και τα θαύματά Του. Κάποιος, θαρρείς μέσα μου, με έσπρωχνε να τα πάρω από τη θεία μου μαζί μου! Όταν επέστρεψα και είδα τον αδελφό μου ζωντανό, μετάνοιωσα πικρά για την ολιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινά συγγνώμη, για την αδυναμία μου αυτή και γονατιστή μέρα και νύχτα έξω από την εντατική, διάβαζα τα θαύματά Του και παρακαλούσα για τη σωτηρία του αδελφού μου.
Όσο διάβαζα το βιβλίο με τα θαύματα, τόσο ένοιωθα κοντά μας την παρουσία του Άγιου. Οι ελπίδες πάλι δειλά-δειλά ερχότανε να πάρουν τη θέση της απογοήτευσης και απόγνωσης και σιγά-σιγά γιγάντωναν και πολλαπλασιάζονταν. Οι ενημερώσεις των γιατρών δεν με προβλημάτιζαν πια και δεν με ενδιέφεραν πολύ, παρ’ όλο που ήτανε άσχημες! Κι αυτό γιατί τώρα γνώριζα ότι πάνω και από τους γιατρούς, βρίσκεται ο Άγιος, κι ότι Αυτός μόνο επιμελείται τον αδελφό μου. Τα βιβλία αυτά μού έδωσαν την ηρεμία, τη δύναμη, τη δυνατή πίστη, την υπομονή, την καρτερία.
Με 40 πυρετό επί 8 ήμερες στην εντατική πάλεψε με τον θάνατο ο Διονύσης, με σύμμαχο τον Ταξιάρχη. Οκτώ ολόκληρες ημέρες έμοιαζε με νεκρό. Οι γιατροί μας έλεγαν ότι: «Δυστυχώς χάνουμε ελπίδες, παρά κερδίζουμε»! Και την ογδόη, μεγάλε μου Άγιε Ταξιάρχη! Άνοιξε τα μάτια του!!! Από τότε και μετά, κάθε μέρα και ένα μηχάνημα απομακρυνόταν από τον αδελφό μου, μέχρι που έφυγε και το τελευταίο.
Οι γιατροί κατάπληκτοι έλεγαν: «Αυτό δεν μπορούσε να γίνει φυσιολογικά ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό και σε τόσο λίγο χρόνο! Το μυαλό του αδελφού σας ήταν πράγματι "γιαούρτι". Μόνο ένα θαύμα, στην κυριολεξία, θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει όλα αυτά, μόνο ένα θαύμα»!!!
Στο διάστημα των 8 αυτών ημερών, που ο Διονύσης μας πάλευε με τον θάνατο, επισκεφθήκατε Σεβασμιώτατε την πρεσβυτέρα του πατρός Χρήστου και γνωρίσατε τον Διονύση μας. Ο πατήρ Χρήστος σας είχε μιλήσει για τα όνειρα του ξαδέλφου μου, την εύρεση της εικόνας και σεις θελήσατε να δείτε τον αδελφό μου και να τον ευλογήσετε. Να ξέρατε τότε, Σεβασμιώτατε, τι κουράγιο και δύναμη μας δίνατε, όταν μας είπατε ότι: «Αφού θέλησε ο Ταξιάρχης να τον πάρει υπό την προστασία Του, μη φοβάστε, είναι μεγάλη ευλογία και όλα θα πάνε καλά. Μόνο μη χάνετε την πίστη σας και να προσεύχεστε ζεστά, μέσα από την καρδιά σας. Ο Κύριος πάντοτε ανταποκρίνεται στις θερμές μεσιτείες του Αρχαγγέλου Του». Τα λόγια Σας αυτά, Σεβασμιώτατε, ήταν μια ακόμη επιβεβαίωση των θαυμάτων του Ταξιάρχη, που κάθε μέρα διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε. Η παρουσία Σας αυτή, στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής μας, ήταν ευεργετική. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ μέσα απ’ την καρδιά μας, για όλα.
«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ο Δεσπότης μας, «εμείς δεν κάναμε τίποτα, ενώσαμε τις προσευχές μας, όπως είχαμε υποχρέωση, μαζί με τις δικές σας. Ο Κύριος πάντοτε δίνει ό,τι του ζητούνε, με αληθινή πίστη, υπομονή και επιμονή! Και η δική σας η πίστη, η υπομονή και η επιμονή ήταν πράγματι υποδειγματική. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται (Ματθ. ζ' 8)».
—Σεβασμιώτατε, παρά λίγο να το ξεχάσω, είπε η Ελένη. Ο Αρχάγγελος έκαμε και δεύτερο θαύμα!
—Τι παιδί μου;
—Η Ελένη Μαϊοράνου, ήταν Πεντηκοστιανή. Λέω ήταν, γιατί τώρα δεν είναι. Ο Ταξιάρχης, με τις επεμβάσεις Του, την έκανε ορθόδοξη!!!
Ήταν αποκλειστική του αδελφού μου, μέσα στην εντατική. Σαν Πεντηκοστιανή δεν πίστευε στις εικόνες και επομένως ούτε και στην εικόνα του Ταξιάρχη, που βρήκαμε στην Εκκλησία του Νοσοκομείου. «Μη πιστεύετε», μας έλεγε συνεχώς, «μη πιστεύετε σε θαύματα και μάλιστα θαύματα από εικόνες άγιων. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα».
Όταν όμως έβλεπε αργότερα, την εξέλιξη της υγείας του Διονύση, κλονίστηκε και μας είπε: «Αν πράγματι γίνει καλά εντελώς ο Διονύσης, θα πάω στον Μανταμάδο, στον Ταξιάρχη, στη θαυμαστή Του εικόνα και το δικό μου παιδί»! Το παιδί της είχε κάποια άγνωστη ασθένεια. Φύγαμε από το Νοσοκομείο και σε δυο μήνες έπρεπε να το επισκεφτούμε πάλι για αξονική εξέταση. Όταν ανεβήκαμε στην νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε την Ελένη, την αποκλειστική του Διονύση. Μόλις μας είδε έμεινε άφωνη. Κάθισε για λίγο μαρμαρωμένη, σαν να έβλεπε φαντάσματα και έπειτα έτρεξε κατεπάνω μας και μας αγκάλιασε όλους δακρυσμένη. «Τι κάνεις, Ελένη;» τη ρωτήσαμε. Εκείνη μας παρέσυρε λίγο παράμερα και μας είπε: «Τώρα πίστευω, τώρα πιστεύω. Είναι πιο φωτεινό και από τον ήλιο ότι εσείς έχετε δίκαιο, οι ορθόδοξοι. Ακούστε τι έχω να σας πω: Χθες τη νύχτα είδα στο όνειρό μου, ότι βρισκόμουν σε μια γαληνεμένη θάλασσα και ήρθε και με συνάντησε κάποιος νέος, ωραίος και μελαψός και μού λέγει: "Πήγαινε αύριο στη νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου να δεις και να πιστέψεις. Σου έχω μια μεγάλη έκπληξη". Είμαι εδώ από το πρωί, γιατί πίστευα ότι αυτός που μού μίλησε στο όνειρό μου ήταν ο Ταξιάρχης! Και να που βλέπω το Διονύση μας αναστημένο! Γιατί, για νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μα ποτέ δεν πίστευα ότι το παιδί αυτό θα μπορούσε να γίνει καλά και μάλιστα με τέτοια διαύγεια του νου έπειτα από τέτοια κάκωση που είχε στον εγκέφαλό του. Αυτό είναι πράγματι ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα του Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω και μετανοιώνω που τόσα χρόνια ήμουν σε τόση πλάνη!!! Με την πρώτη ευκαιρία θα πάω να προσκυνήσω την θαυμαστή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και να Του ζητήσω να με συγχωρέσει».
—Ξέρετε, Σεβασμιώτατε, —μίλησε για πρώτη φορά ο Διονύσης—, αν οι δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, για τη θεραπεία μου, άλλο τόσο εγώ χαίρομαι για την επιστροφή στην Ορθόδοξη πίστη, της κ. Ελένης. Είναι μια αξιαγάπητη κυρία και σωστός άνθρωπος. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, που εξ αιτίας του ατυχήματός μου σώθηκε μια ψυχή. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού», όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας. Δόξα σοι ο Θεός!
Ο Σεβασμιώτατος σηκώθηκε. Πλησίασε τον Διονύση που με τη βοήθεια των δικών του είχε σηκωθεί. Τον ασπάσθηκε σταυρωτά και άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του νέου στον αριστερό του ώμο, χτυπώντας χαϊδευτικά την πλάτη του. Είχαν δακρύσει και οι δυο τους και η συγκίνηση αυτή είχε απλωθεί παντού μέσα στο χώρο του Γραφείου του Ναού και μας συνεπήρε όλους. Έπειτα, δειλά-δειλά και άχρωμα στην αρχή, ακούστηκε η φωνή του Σεβασμιωτάτου: «Των ουρανίων Στρατιών Αρχιστράτηγε...» Τον ακολουθήσαμε όλοι μαζί συγκινημένοι...
Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 7
Μάρτιος - Μάιος 1990

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «TIΠΟΤΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ»



ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «TIΠΟΤΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ»PDFΕκτύπωσηE-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Kiriakos Diamantopoulos   

Ὁ Γέροντας, καθισμένος κάτω ἀπὸ ἕνα πεῦκο, ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπόγευμα, μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀπεριόριστη ἐμπιστοσύνη ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ: «Ξέρετε, αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Γραφή “καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν ἠριθμημέναι εἰσί”, εἶναι πραγματικότητα. Ἔτσι εἶναι.
Τίποτε στὴ ζωή μας δὲν εἶναι τυχαῖο. Ὁ Θεὸς φροντίζει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ μᾶς, δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο. Μᾶς ἀγαπᾶ πολύ, μᾶς ἔχει στὸ νοῦ του κάθε στιγμὴ καὶ μᾶς προστατεύει. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε».
Ρωτούσαμε τὸν Γέροντα Πορφύριο, μετὰ τὴν εἰσβολή, τί θὰ γίνει μὲ τὴν Κύπρο κι ἔλεγε: «Ἂς κάνει ὁ Θεὸς τὴ δουλειά Του». Τὸ ἴδιο ἔλεγε, ὅταν γίνονταν οἱ μεγάλοι σεισμοὶ στὴν Ἑλλάδα κι ἔμενε ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν κατάσταση. 
Ἔλεγε: «Ἐμεῖς νὰ γίνουμε καλοὶ κι ὁ Θεὸς ἂς κάνει ὅ,τι θέλει».
«Σοῦ ἔρχονται φοβίες μερικὲς φορές, ὅπως μοῦ λές, γιατὶ δὲν ἀγαπᾶς πολὺ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ἄντε πήγαινε τώρα…»

Ἀνθολόγιο συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 432-433