ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΦΙΛΩΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕ ΠΡΟΒΟΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ.
Προσέξετε το αυτό: Όση πίστη να έχεις δε σώζεσαι, δε σώζεσαι αν πιστεύεις στον Θεό.
Ναι, εξαρτάται. Ότι είναι ένα όπλο, δεν είναι απλό όπλο. Το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με, δεν είναι απλώς όπλο εναντίον του διαβόλου. Προσέξετε, είναι .
Τινάζει τον διάβολο, τον εξαφανίζει. Είναι μια τρομερά συμπυκνωμένη, είναι μια τρομερά δυνατή ευχή. Μέσα της κλείνει όλες τις προσευχές, ξέρετε γιατί;
Είναι ένα μυστήριο, λέει η Γραφή ότι όταν θα γίνει η δευτέρα παρουσία του Χριστού θα εμφανισθεί στον ουρανό το όνομα του Χριστού και ενώπιον του ονόματος αυτού (λέει), παν γόνυ κάμψει επουρανίων επιγείων και καταχθονίων. Αυτό είναι ένα μυστήριο, το όνομα του Χριστού. Θα γονατίσει μπροστά στο όνομα αυτό το γονατο των επουρανίων, οι άγγελοι θα γονατίσουν οι άνθρωποι θα γονατίσουν, και των υποχθονίων και οι διάβολοι θα λυγίσουν μπροστά σε αυτό το όνομα.
Λέει η γραφή (πάλι ο Απόστολος): “Δεν υπάρχει άλλο όνομα με το οποίο θα σωθούμε, και εμείς τι κάνουμε; Λέμε αυτό το όνομα. Λέμε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, το όνομά Σου ονομάζομεν” λέει, “Θεό άλλον εκτός από Εσένα δε γνωρίζουμε το όνομά σου ονομάζομεν”. Είναι κάτι το οποίο προσπαθεί ο διάβολος να μας πείσει να μην το κάνουμε. Ο διάβολος δεν φοβάται αν πιστεύουμε στον Θεό.
Προσέξετε το αυτό: Όση πίστη να έχεις δε σώζεσαι, δε σώζεσαι αν πιστεύεις στον Θεό. Ο διάβολος σκοτώνεται εμείς σωζόμαστε από τι; Όταν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Δεν έχουμε άλλον Θεό. Εκεί είναι το σκάνδαλο για τον διάβολο. Γίνονται θεολογικά συνέδρια στο εξωτερικό με χριστιανούς, (θα καταλήξω εκεί), θεολογικά συνέδρια με χριστιανούς στο εξωτερικό που συμφωνούν, (“χριστιανοί” τώρα) να μην αναφέρουν το όνομα του Χριστού για να μην προσβληθούν και οι βουδιστές και οι ινδουιστές και όποιοι άλλοι συμμετέχουν στο συνέδριο.
Πώς τρέμει ο διάβολος το όνομα του Χριστού! Και εμείς λέμε ονομάζουμε τον Χριστό Κύριο, αυτό το οποίο ο διάβολος προσπαθεί να σε πείσει να μη το κάνεις. Κατ’ αρχήν δε θέλει να σκέφτεσαι τον Χριστό. Μετά σου λέει: “Τον σκέπτεσαι; σκέψου τον σαν έναν μεγάλο μύστη. Σαν μια από τις ενσαρκώσεις του Βούδα, σαν έναν μεγάλο ποιητή σαν ένα μεγάλο φιλόσοφο, σαν, σαν, σαν, όχι Κύριο”. Και εμείς τώρα λέμε “Κύριε Ιησού Χριστέ”.
Και τι ακόμα; “Ελέησόν με”. Ελεημοσύνη ποιος ζητάει; Ένας ζητιάνος. Δηλαδή ταπεινώνεσαι; Τον πέθανες! Γι’ αυτό εμείς επιμένουμε στο “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”. Τώρα κάνουμε τον σταυρό μας – δεν τον κάνουμε, δεν έχει καμιά σημασία, όταν έχουμε μέσα στην καρδιά μας τον διάβολο, είναι αστείο να κάνουμε τον σταυρό μας. Δε μας σώζει, είναι ασήμαντο. Το σημαντικό είναι να έχουμε το όνομα του Χριστού στο μυαλό μας.
Είναι πυρηνική βόμβα, στην πράξη θα τα δείτε αυτά. Στην πράξη, απλά πραγματάκια είναι αυτά. Θα κατεβείτε τώρα, θα δείτε, θα αρχίσετε να περπατάτε, κανείς δε μπορεί να σας εμποδίσει να λέτε από μέσα σας: “Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”.
Τι σας εμποδίζει; Τι σας στοιχίζει; Τίποτα! Όλες οι άλλες προσευχές χρειάζονται μιά ησυχία, έναν τόπο ήρεμο, λίγες εικόνες, το απόδειπνο, τον εσπερινό, κάποια βιβλία, αυτή την προσευχή μπορούμε να την λέμε πάντοτε. Περπατάς; μπορείς να το λες, οδηγάς το αυτοκίνητό σου; μπορείς να το λες. Ξεκινήστε και η ίδια η προσευχή θα σας μάθει τα πάντα.
Στην πράξη τα μαθαίνουμε αυτά όχι με τα λόγια. Τώρα τα λόγια έτσι που σας τα λέω μπορεί να σας φαίνονται ωραία να χαιρόσαστε την ώρα που τα ακούτε. Όταν θα έρθει η ώρα του πειρασμού θα σας χτυπήσει ο διάολος κάτω σαν χταπόδι και δεν θα σας μείνει τίποτα από αυτά που σας λέω.
Τι θα σας μείνει; Ό,τι βάλατε εσείς στην πράξη και το μάθατε εσείς προσωπικά. Αυτό δε μπορεί να σας το μετακινήσει κανένας. Έτσι θα γνωρίσετε αν είναι αλήθεια όλα αυτά και έτσι γνωρίζουμε όλη την αλήθεια του χριστιανισμού. Αν είναι αλήθεια αυτά που μας είπε ο Χριστός ή όχι. Από την ζωή τους τα έχουν μάθει οι άνθρωποι και τα έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα. Όχι γιατί τους τα λένε οι παπάδες και οι καλόγεροι.
Οι ίδιοι οι άνθρωποι τα ζούνε και μας τα λένε. Το τι έχουμε ακούσει από ανθρώπους που ζούνε στον κόσμο δε μπορεί να το βάλει το μυαλό σας. Και επειδή ακριβώς είναι θέμα ζωής, γι, αυτό όλοι μπορούμε να σωθούμε, δεν είναι θέμα εξυπνάδας ή μόρφωσης ή γνώσεων. Γι’ αυτό έχουμε αγράμματους που είναι άγιοι. Δεν έχουν βγάλει το δημοτικό και λέμε: “Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών” και έχουμε μορφωμένους που δεν ξέρουν τι λένε και τι τους γίνεται.
Απλά πράγματα είναι, με απλά πράγματα θα πάμε στον Παράδεισο, και με απλά πράγματα θα πάμε στην κόλαση.
Από: Ο Διάβολος στο μυαλό – Η πάλη με τους λογισμούς , τού π. Νίκωνα, Νέα Σκήτη
Πίσω από την δοκιμασία κρύβεται η ευλογία του Θεού
Από Desk Vimaorthodoxias
Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους οφείλουν σε κάποια δοκιμασία.
Η θλίψη είναι κακό πράγμα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, πίσω από τον πόνο, πίσω από την θλίψη, πίσω από την δοκιμασία, κρύβεται η ευλογία του Θεού, κρύβεται η αναγέννησης, η ανάπλασις του ανθρώπου, της οικογενείας. Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους την οφείλουν σε κάποιαδοκιμασία.
Νομίζουν ότι πηγαίνουν όλα ωραία∙ τους παίρνει ο Θεός το παιδί∙ κλάμματα κακό, κ.λ.π. Έρχεται και επισκιάζει έπειτα η χάρις του θεού και ειρηνεύουν οι άνθρωποι∙ και πλησιάζουν την εκκλησία, πλησιάζουν την εξομολόγηση, πλησιάζουν τον ιερέα. Χάριν του παιδιού πάνε στην εκκλησία ο πόνος τους κάνει ν’ αναζητήσουν, να προσευχηθούν υπέρ αναπαύσεως, να κάνουν τις λειτουργίες.
Ο πόνος απαλύνει την καρδιά και την κάνει δεκτική των λόγων του θεού, ενώ πρώτα ήταν σκληρή, δε δεχόταν. π.χ, ένας άνθρωπος στο σφρίγος της νεότητος∙ εγώ είμαι σκέφτεται και κανένας άλλος δεν είναι. Να πτυχία, να και οι δόξες, να κι η υγεία, να κι οι ομορφιές, να κι όλα. Όταν όμως τον ξαπλώσει στο κρεβάτι μία ασθένεια τότε αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Μπορεί να πεθάνω.
Τι το όφελος όλα αυτά, κι αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Έρχεται φερ’ ειπείν ένας άνθρωπος, τον πλησιάζει, διάβασε και αυτό το βιβλίο να δεις τι λέει. Ακούει και ένα λόγο του Θεού και τότε τον ακούει τον λόγου του Θεού. Κι άμα του δώσεις και βιβλίο, ο πόνος ήδη του έχει κάνει την καρδιά του, έτσι κατάλληλη κι ανοίγει και το βιβλίο και το Ευαγγέλιο και το διαβάζει και από εκεί αρχίζει η ανάπλασις του ανθρώπου. Και όταν γίνει καλά, αμέσως πλέον σηκώνεται και ζει προσεκτικά τη ζωή του και δεν ζει όπως πρώτα με την υπηρηφάνεια και τη φαντασία που είχε.
Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ’ εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού για να τον φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του.
Ο Ιώβ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος πάνω στη γη, αλλά ο Θεός ήθελε να τον κάνει ακόμα καλύτερο. Και από τότε που δοκιμάστηκε, από τότε και δοξάστηκε. Ήταν καλός άνθρωπος και ευσεβής κ.λ.π. αλλά χωρίς δοκιμασία δεν ήταν ονομαστός ο Ιώβ. Αφ’ ης στιγμής όμως δοκιμάστηκε και πολέμησε και αγωνίστηκε και στεφανώθηκε και πλούτισε, από κει και ύστερα άρχισε η δόξα του, και απλώθηκε μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα του, είναι φωτεινότατο και ενισχύει κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται. Αν αυτός δοκιμάστηκε που ήταν ένας άγιος, πολύ περισσότερο εμείς που είμαστε αμαρτωλοί. Και το αποτέλεσμα ήταν να τον κάμει άγιον και να του δώσει πάλι χρόνια ζωής και να τον ευλογήσει διπλά και τριπλά απ’ ότι έχασε, και έτσι να γίνει ένα φωτεινό παράδειγμα ανά τους αιώνες για κάθε πονεμένο άνθρωπο∙ να προσαρμόζεται και ν’ ακουμπάει σ’ αυτό το παράδειγμα και να ξεκουράζεται και αυτός και να λέει: Ως έδοξε τω Κυρίω, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένο. Σκύβει το κεφάλι και λέει: ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε. Και το παιδί ακόμα να μου πάρει, ο θεός δεν μου το δώσε; Το πήρε. Που είναι το παιδί μου; Στον ουρανό; Εκεί τι γίνεται; Αναπαύεται εκεί…
Σε κάθε δοκιμασία πίσω κρύβεται το θέλημα του Θεού και η ωφέλεια την οποία φυσικά ίσως εκείνο τον καιρό να μην μπορεί να την δει, αλλά με τον χρόνο θα την γνωρίζει την ωφέλεια. Έχουμε τέτοια παραδείγματα πάρα πολλά.
Όπως και με τους Αγίους Ανδρόνικο και Αθανασία. Αυτοί ήταν αντρόγυνο∙ και ήταν χρυσοχόος ο Ανδρόνικος με πολύ πλούτο κ.λ.π. Το ένα μέρος του κέρδους έτρεφε την οικογένειά του. Το ένας μέρος του κέρδους το έδινε στους φτωχούς και το ένα μέρος του άλλου κέρδους το ένα τρίτο το έδινε άτοκα στους ανθρώπους που δεν είχανε χρήματα. Είχαν δύο χαριτωμένα κοριτσάκια. Και μια μέρα από μία αρρώστια πέθαναν και τα δύο. Πηγαίνουν και τα θάβουν και οι δύο. Η Αθανασία η καημένη πάνω στον τάφο έκλαιγε έκλαιγε, έκλαιγε. Ε ο Ανδρόνικος έκλαιγε και αυτός. Είδε και απόειδε, τράβηξε για το σπίτι. Έμεινε η καημένη η Αθανασία και έκλαιγε πάνω στον τάφο: «Τα παιδιά μου» και «τα παιδιά μου», και κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος και να κλείσει το νεκροταφείο. Για μια στιγμή επάνω στη θλίψη της και στη στεναχώρια της, βλέπει και έρχεται ένα μοναχός και της λέει:
«Κυρά μου γιατί κλαις;» «Πως να μην κλαίω πάτερ;» (Αυτή νόμιζε πως ήταν ο παπάς του νεκροταφείου). «Έθαψα τα παιδιά μου, τους δυό αγγέλους μου, τους έβαλα μέσα στον τάφο και έμεινα εγώ και ο άντρας μου εντελώς μόνοι. Δεν έχουμε δροσιά καθόλου».
Της λέει: «Τα παιδιά σου είναι στον παράδεισο με τους αγγέλους. Είναι στην ευτυχία και στη χαρά του Θεού και συ κλαις παιδί μου; Κρίμα είσαι και χριστιανή». «Ώστε ζουν τα παιδιά μου; Είναι άγγελοι;» «Βεβαίως είναι άγγελοι τα παιδιά σου». Ήτανε ο Άγιος της εκκλησίας εκεί. Τελικά έγιναν μοναχοί ο Ανδρόνικος και η Αθανασία και αγίασαν….
Γέροντος Εφραίμ Προηγουμένου Ι. Μονής Φιλοθέου Δοκιμασμένες πνευματικές νουθεσίες προς απόκτηση της ψυχικής υγείας και της σωτηρίας μας. Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου περί του Τιμίου Σταυρού
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου περί του Τιμίου Σταυρού
....ότι ο Τίμιος Σταυρός είναι το σύμβολο της νίκης κατά των δαιμόνων, το μαχαίρι κατά της αμαρτίας, το ξίφος με το οποίο τρύπησε το φίδι ο Χριστός και συνεχίζει:
«Ο Σταυρός είναι: το θέλημα του Πατρός, η δόξα του Μονογενούς Υιού, η χαρά του Αγίου Πνεύματος, το κόσμημα των αγγέλων, η ασφάλεια της Εκκλησίας, το καύχημα του Παύλου, η προστασία των αγίων, το φως ολοκλήρου της οικουμένης. Χάρις εις τον Τίμιον Σταυρόν ανακαλύψαμε την βασιλεία. Άνοιξε ο Παράδεισος. Μας έδωκε πάλι την παλαιά πατρίδα, μας έφερε στην πόλη των προγόνων μας, έδωκε κατοικία σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος» (εις το κοιμητήριο και εις τον Σταυρόν) τομ. 21ος, σελ. 85, 91.
Όταν αφεθείς στα Χέρια του Θεού, τα πάντα είναι ευλογημένα !
«Ήταν κάποτε ένας μορφωμένος άνδρας που επί οκτώ χρόνια παρακαλούσε το Θεό να του στείλει έναν άνθρωπο να τον διδάξει την αλήθεια. Και κάποτε που ένιωσε αυτή την επιθυμία πολύ έντονη, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: ‘Πήγαινε στην εκκλησία, κι εκεί θα βρεις έναν άνθρωπο που θα σου δείξει την οδό της ευλογίας.’ Πήγε εκεί, και βρήκε έναν φτωχό, ξυπόλυτο,με πόδια γεμάτα πληγές και σκόνη, και όλα του τα ρούχα δεν άξιζαν ούτε δυό δεκάρες. Τον χαιρέτησε, και του είπε: ‘Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή ημέρα!’ Κι ο άλλος απάντησε : ‘Ποτέ δε μου έδωσε κακή ημέρα.’ ‘Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή τύχη!’ ‘Πάντα έχω καλή τύχη.’ ‘Είθε να σε κάνει ο Θεός ευτυχισμένο! Μα γιατί απαντάς έτσι;’ ‘Ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος.’ ‘Σε παρακαλώ, εξήγησέ το μου αυτό, γιατί δεν το καταλαβαίνω.’ ‘Μετά χαράς’, αποκρίθηκε ο φτωχός. ‘Μου ευχήθηκες να έχω καλή ημέρα. Όλες μου οι ημέρες είναι καλές: γιατί αν πεινάω, δοξάζω το Θεό. Αν έχει παγωνιά, χαλάζι, χιόνι, βροχή, αν ο καιρός είναι καλός ή κακός, πάντα δοξάζω το Θεό. Είμαι άθλιος και περιφρονημένος, αλλά δοξάζω το Θεό, κι έτσι πάντα η ημέρα μου είναι καλή. Μου ευχήθηκες να μου δώσει ο Θεός καλή τύχη. Αλλά ποτέ δεν έχω κακή τύχη, γιατί ξέρω πως να ζω με το θεό, και ξέρω πως αυτό που κάνει είναι το καλύτερο. Και ό,τι ο Θεός δίνει ή επιτρέπει γιά μένα, καλό ή κακό, το παίρνω με χαρά από το Θεό, σαν το καλύτερο που μπορεί να γίνει, κι έτσι ποτέ δεν έχω κακή τύχη. Μου ευχήθηκες να με κάνει ο Θεός ευτυχισμένο. Μα ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος. Γιατί η μόνη μου επιθυμία είναι να ζω μέσα στο θέλημα του Θεού, κι έχω τόσο απόλυτα παραδοθεί στο θέλημα του Θεού, ώστε θέλω αυτό που θέλει Εκείνος.’ ‘Αλλά αν ο Θεός θελήσει να σε ρίξει στην κόλαση,’ ρώτησε ο μορφωμένος, ‘τι θα κάνεις τότε;’ ‘Να με ρίξει στην κόλαση; Η αγαθότητά Του δεν θα το επιτρέψει. Αλλά ακόμα κι αν το κάνει, θα Τον αγκαλιάσω με τα δυό μου χέρια. Το ένα μου χέρι, που είναι η Ταπεινότητα, θα αγκαλιάσει την ανθρώπινη φύση Του, και το άλλο μου χέρι, η Αγάπη, θα αγκαλιάσει τη θεία φύση Του, τόσο σφιχτά, που θα πρέπει να έρθει κι Αυτός στην κόλαση μαζί μου. Γιατί καλύτερα να είμαι στην κόλαση με το Θεό, παρά στον παράδεισο χωρίς Εκείνον.’ Τότε ο Διδάσκαλος κατάλαβε ότι η αληθινή παραίτηση με την άκρα ταπεινότητα, είναι η συντομώτερη οδός προς το Θεό… Και τον ρώτησε: ‘Τι άνθρωπος είσαι συ;’ ‘Είμαι βασιλιάς.’ ‘Πού είναι το βασίλειό σου;’ ‘Η ψυχή μου είναι το βασίλειό μου, γιατί είμαι απόλυτα κύριος των εξωτερικών και εσωτερικών μου αισθήσεων, ώστε όλες οι επιθυμίες και οι δυνάμεις της ψυχής μου βρίσκονται σε πλήρη υποταγή, και αυτό το βασίλειο είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε βασίλειο επί της γης.’ ‘Τι σε οδήγησε σε αυτή την τελειότητα;’ ‘Η σιωπή μου, οι υψηλές μου σκέψεις, και η ένωσή μου με το Θεό. Γιατί δε μπορούσα να αναπαυθώ σε κάτι λιγώτερο από το Θεό. Τώρα έχω βρει το Θεό, και στο Θεό έχω βρει αιώνια ανάπαυση και ειρήνη ».
Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό.
Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σάς σώσει. Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον.
Έρχεται από δώ το κακό; Δοθείτε με τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σάς προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ξέρει εκείνος πως να σάς ελεήσει, με τι τρόπο.
Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται! Σάς πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σάς απαλλάξει ο Ίδιος.
Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μία μικρή πείρα σ’ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.
Τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας τιμά σήμερα, 1 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε τηνπαρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως.
Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τής ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεως τινός, μά τήν αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «εκτελούσα τό εν εμοί καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της.
Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχάς νέων αγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας.
Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό.Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου.
Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσίν ανημέροις ταίς αλόγοις επιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικών ασμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία.
Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «έως ότου τό φώς εκείνο τό γλυκύ περιέλαμψεν καί τούς λογισμούς τούς ενοχλούντας μοί εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε.
Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ως πολλάκις μέ χαμαί πεσούσαν άπνουν μείναι σχεδόν καί ακίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνή γάρ ειμί, καί γυμνή, καθάπερ οράς, καί τήν αισχύνην τού σώματός μου απερικάλυπτον έχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γάρ καί σκέπτομαι τώ ρήματι τού Θεού διακρατούντος τά σύμπαντα».
Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα τήν χάριν τού Πνεύματος, ώστε συντηρείν τήν ουσίαν τής ψυχής αμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς, που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του.
Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως.
Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος.
Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίσουσα, φωνή δέ αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ορά αυτήν υψωθείσαν ως ένα πήχυν από τής γής καί τώ αέρι κρεμαμένην καί ούτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν.
Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της.
Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τόν έτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καί νύν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τώ έρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τό ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατούσαν επί τών υδάτων επάνω καί πρός εκείνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών».
Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νύν απολύεις τήν δούλη σου, ώ Δέσποτα, κατά τό ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καί οδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατήσαι τήν ακράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρός εκείνο τό παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος» να δει «τό γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά.
Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δείξον μοί, Δέσποτα, τόν θησαυρόν σου τόν άσυλον, όν εν τήδε τή ερήμω κατέκρυψας, δείξον μοί, δέομαι, τόν εν σώματι άγγελον, ου ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τήν Οσίαν νεκράν, καί τάς χείρας ούτως ώσπερ έδει τυπώσασαν καί πρός ανατολάς όρασαν κειμένην τό σχήματι».
Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, αββά Ζωσιμά, εν τούτω τό τόπω τής ταπεινής Μαρίας τό λείψανον, αποδός τόν χούν τώ χοΐ, υπέρ εμού διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους, όπως εστί κατά Ρωμαίους Απρίλιος), εν αυτή δέ τή νυκτί τού πάθους τού σωτηρίου, μετά τήν τού θείου καί μυστικού δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καί ήνπερ ώδευσεν οδόν Ζωσιμάς διά είκοσι ημερών κοπιών, εις μίαν ώραν Μαρίαν διέδραμεν καί ευθύς πρός τόν Θεόν εξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «εποίησεν ευχήν επιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τό σώμα τοίς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τώ λειψάνω τής Οσίας παρεστώτα καί τά ίχνη αυτής αναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της.
Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «ουχί τούτον τοίς κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά καί προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δέ άμα τώ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστώτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ο μέν λέων επί τά ένδον τής ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δέ υπέστρεψεν, ευλογών καί αινών τόν Θεόν ημών».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατά δύναμιν» και «τής αληθείας μηδέν προτιμήσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση.
Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.
Απολυτίκιο: Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον. Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε, όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία «Όσία Μήτερ» μεθ' ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.