Εορτολόγιο

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Ὁ πειρασμός τῆς μικροψυχίας

Ὁ πειρασμός τῆς μικροψυχίας

Όταν ο Θεός θελήσει να φέρει τον άνθρωπο σε μεγάλη στενοχώρια, ώστε να μετανοήσει και να εκζητήσει το έλεός του, παραχωρεί να εμπέσει στη μικροψυχία. Και αυτή γεννά την ισχυρή δύναμη της αμέλειας, η οποία τον κάνει και γεύεται τον ψυχικό πνιγμό, που είναι μια γεύση της κόλασης. Απ΄αυτό, χτυπά τον άνθρωπο, μετά, το πνεύμα της φρενοβλαβείας, από το οποίο πηγάζουν ατέλειωτοι πειρασμοί, όπως η σύγχυση, ο θυμός, η βλασφημία, η γκρίνια και η μεμψιμοιρία, οι χαλασμένοι λογισμοί, η μετάβαση από τόπο σε τόπο, γιατί πουθενά δε βρίσκει ανάπαυση, και τα όμοια.
Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυτά, σου απαντώ: Η αμέλειά σου, γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ’ αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι η αυτή γιατρειά;
Είναι η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών, απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότεροι και σε εξουθενώνουν.
Μη θυμώσεις μαζί μου, που σου λέω την αλήθεια. Ποτέ δε ζήτησες με όλη σου την ψυχή την ταπείνωση. Αν θέλεις, έλα στον τόπο της και θα δεις πως θα σε λυτρώσει από την κακία των πειρασμών σου, διότι κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα.
Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρηγοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνιστές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυχές τους στην τελειότητα.
Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομένουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν. (195)
* * *
«ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ από την ασκητική εμπειρία του Αγίου ΙΣΑΑΚ του Σύρου»
http://agiotokos-kappadokia.gr/%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82/ 
 
πηγή:  http://hristospanagia3.blogspot.gr
http://makkavaios.blogspot.gr

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Η αδιάλειπτη Προσευχή

Η αδιάλειπτη Προσευχή
Όπως το να αναπνέεις ποτέ δεν είναι άκαιρο, έτσι ούτε και το να ζητάς, αλλά το να μη ζητάς είναι άκαιρο. Διότι όπως έχουμε ανάγκη από αυτήν, την αναπνοή, έτσι και από τη βοήθειά Του· και εάν θέλουμε, εύκολα μπορούμε να Τον προσελκύσουμε. 
Αυτά που πολλές φορές δεν μπορούμε να κατορθώσουμε με τη δική μας προσπάθεια, αυτά εύκολα θα μπορέσουμε να τα επιτύχουμε με τις προσευχές, τις προσευχές εννοώ τις συνεχείς. Διότι πρέπει πάντοτε και ακατάπαυστα να προσεύχεται και αυτός που βρίσκεται σε θλίψη και αυτός που βρίσκεται σε άνεση, και μέσα στις συμφορές και μέσα στα αγαθά· αυτός που έχει άνεση και πολλά αγαθά, για να μένουν αμετακίνητα και αμετάβλητα και να μην τα στερηθεί ποτέ, και αυτός που έχει θλίψεις και πολλές συμφορές, για να δει κάποια αγαθή μεταβολή, να επέλθει γαλήνη και να παρηγορηθεί.
Έλεγε η Άννα (η μητέρα του Σαμουήλ) συνεχώς τα ίδια και δεν σταματούσε να προσεύχεται δαπανώντας πολύ χρόνο με τα ίδια λόγια. Έτσι λοιπόν και στο Ευαγγέλιο διέταξε ο Χριστός να προσευχόμαστε. Διότι λέγοντας στους Μαθητές: 
«Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουσθούν» (Ματθ. 6, 7), μας δίδαξε και τον τρόπο της προσευχής, δείχνοντας ότι το να εισακουσθεί η προσευχή εξαρτάται όχι από το πλήθος των λόγων, αλλά από την εγρήγορση του νου.

Εάν αγρυπνούμε, η Χάρη μας κάνει ναούς του Αγίου Πνεύματος, ώστε όλα να μας έρχονται πολύ εύκολα… οπουδήποτε κι αν είσαι, το θυσιαστήριο το έχεις μαζί σου… αφού συ ο ίδιος είσαι και ιερέας και θυσιαστήριο και θύμα που θυσιάζεται. Γιατί όπου και να είσαι μπορείς να στήσεις τον βωμό δείχνοντας μόνο άγρυπνη διάθεση, και καθόλου δεν σε εμποδίζει ο τόπος ούτε ο καιρός, αλλά κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κτυπήσεις το στήθος και δεν σηκώσεις τα χέρια στον ουρανό, αλλά δείξεις μόνο θερμή διάνοια, η προσευχή σου είναι πλήρης.
Είναι δυνατόν και γυναίκα που υφαίνει και γνέθει με τη ρόκα της να στραφεί βλέποντας τον ουρανό με τη διάνοια και να επικαλεσθεί με θερμότητα το Θεό· είναι δυνατόν και άνθρωπος που ευρίσκεται στην αγορά και περπατά μόνος του να κάνει μακρές προσευχές· και άλλος που κάθεται στο εργαστήριο και ράβει δέρματα να ανεβάσει τη ψυχή του στον Δεσπότη· είναι δυνατόν και ο υπηρέτης, και ο δούλος κι εκείνος που πηγαινοέρχεται κι εκείνος που εργάζεται στο μαγειρείο, όταν δεν μπορεί να έλθει στην εκκλησία, να κάνη προσευχή μακρά και έντονη· δεν περιφρονεί τόπο ο Θεός· ένα μόνο ζητά,διάνοια θερμή και ψυχή που σωφρονεί.
Και πως είναι δυνατόν, λέει, άνθρωπος κοσμικός, προσηλωμένος στο δικαστήριο, να προσεύχεται τρεις ώρες την ημέρα και να τρέχει στην Εκκλησία; Είναι δυνατόν και πάρα πολύ εύκολα· διότι και αν δεν μπορεί να τρέξει στην Εκκλησία, είναι δυνατόν εκεί που είναι όρθιος μπροστά στις πόρτες και προσηλωμένος στο δικαστήριο να προσευχηθεί.
Γιατί δεν χρειάζεται τόσο η φωνή όσο ο νους, ούτε άπλωμα χεριών όσο συγκεντρωμένη ψυχή, ούτε στάση, αλλά φρόνημα· επειδή κι αυτή η Άννα, δεν εισακούστηκε από τη μεγάλη και λαμπρή φωνή της, αλλ’ επειδή φώναζε δυνατά μέσα στη καρδιά της: «Και αυτή φώναζε μέσα στη καρδιά της, και κινούσε τα χείλη της, αλλά η φωνή της δεν ακουόταν…» (Α’ Βασιλ. 1, 13) και συνεχίζει: «…ο Θεός του Ισραήλ ας ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα, που ζήτησες απ’ αυτόν… και την θυμήθηκε ο Κύριος» (στίχ. 17, 19). 
Αυτό το έκαναν πολλές φορές κι άλλοι πολλοί· και ενώ ο άρχοντας από μέσα φώναζε, απειλούσε, χτυπιόταν, έκανε σαν τρελός, αυτοί με το στόμα κλειστό στέκονταν μπροστά στην πόρτα και λέγοντας στο Θεό λίγα λόγια με το νου, όταν έμπαιναν τον άλλαζαν, τον καταπράυναν και από άγριο τον έκαναν ήμερο και σε τίποτε δεν εμποδίστηκαν, ούτε από τον τόπο, ούτε από τον χρόνο, ούτε από τη σιωπή γι’ αυτή τη προσευχή. 
Αυτό λοιπόν κάνε και συ: στέναξε πικρά,θυμήσου τα αμαρτήματά σου, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, πες με το νου σου «ελέησόν με, ο Θεός…» και η προσευχή σου είναι πλήρης. Διότι αυτός που είπε «ελέησόν με, ο Θεός…», έκανε εξομολόγηση· αυτός που είπε: «ελέησόν με…» έλαβε συγχώρηση των παραπτωμάτων, πέτυχε τη Βασιλεία των Ουρανών.
Έτσι προσευχόταν και ο Μωυσής, γι’ αυτό και χωρίς να προφέρει τίποτε, του λέγει ο Θεός: «γιατί μου φωνάζεις;…» (Έξοδ. 14, 15). Διότι οι άνθρωποι ακούνε μόνο αυτή την (εξωτερική) φωνή, ενώ ο Θεός πριν από αυτή ακούει όσους κραυγάζουν από μέσα τους. Άρα γίνεται να ακουγόμαστε και χωρίς να φωνάζουμε, και να προσευχόμαστε με το νου μας με πολλή προσοχή περπατώντας στην αγορά, κι όταν συζητούμε με φίλους και οτιδήποτε κάνουμε να επικαλούμαστε το Θεό με πολύ δυνατή φωνή, την εσωτερική, και να μην την φανερώνουμε σε κανέναν από τους παρόντες, όπως έκανε τότε η Άννα «..και εμνήσθη αυτής Κύριος και συνέλαβε» (Α’ Βασιλ. 1, 13, 19). Τόσο δυνατή ήταν η εσωτερική κραυγή της.
(Η Άννα) «όταν αύξησε την προσευχή… και ο Ηλί παρατήρησε το στόμα της..». Είχε σφραγισθεί λοιπόν η φωνή της, δεν σφραγίσθηκε όμως η δύναμη της προσευχής της, αλλά η καρδιά από μέσα φώναζε περισσότερο. Διότι αυτό κυρίως είναι προσευχή, όταν οι φωνές προέρχονται από μέσα· αυτό είναι μάλιστα το γνώρισμα της ψυχής που πονά, να εκφράζει την προσευχή όχι με τον τόνο της φωνής, αλλά με την προθυμία της καρδιάς.
Όταν νομίσαμε ότι τα σπίτια έγιναν ξαφνικά οι τάφοι μας (από τον φοβερό σεισμό), όταν όλος μαζί ο λαός έκραζε το «Κύριε, ελέησον», τότε και ο Κύριος λύγισε από την ευσπλαχνία του· κινώντας δηλαδή τη γη με μόνο το βλέμμα του, με το χέρι υποβάσταξε την κτίση που έτρεμε.
Είναι εντελώς αδύνατον άνθρωπος που προσεύχεται με την προθυμία που αρμόζει και παρακαλεί το Θεό συνεχώς, να αμαρτήσει ποτέ. Και πώς; εγώ θα σου πω: Αυτός που θέρμανε το νου του και ανάστησε τη ψυχή του και μετέφερε τον εαυτό του κι έτσι επικαλέσθηκε τον Δεσπότη του και θυμήθηκε τις αμαρτίες του και συζήτησε μαζί Του για την συγχώρησή τους παρακαλώντας τον να φανεί ευσπλαχνικός και ήμερος, από την ενασχόληση με αυτά τα λόγια αποβάλλει κάθε βιοτική φροντίδα και αναπτερώνεται και γίνεται ανώτερος από τα ανθρώπινα πάθη· κι εάν ακόμη μετά την προσευχή δει εχθρό, δεν θα τον δει πλέον σαν εχθρό· κι εάν δει όμορφη γυναίκα, δεν θα επηρεασθεί βλέποντάς την, επειδή η φωτιά της προσευχής παραμένει μέσα του και διώχνει μακριά κάθε απρεπή λογισμό. 
Αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι και είναι φυσικό να πέσουμε σε ραθυμία, όταν περάσουν μία και δύο ώρες και τρεις μετά την προσευχή, και δεις τη θερμότητα που είχε προηγηθεί σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να υποχωρεί, τρέξε πάλι γρήγορα στην προσευχή και θέρμανε την καρδιά σου που ψυχράνθηκε. Κι εάν το κάνεις αυτό όλη την ημέρα θερμαίνοντας τα μεσοδιαστήματα με τις πυκνές προσευχές, δεν θα δώσεις στο διάβολο αφορμή και είσοδο εναντίον των λογισμών σου.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος, σ. 121-126)πηγή

Πηγή: http://inpantanassis.blogspot.com/2018/02/blog-post_14.html

Πηγή: https://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Παπα-Χαραλάμπος Διονυσιάτης: «Εγώ μέχρι τώρα ενόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι…»

Παπα-Χαραλάμπος Διονυσιάτης: «Εγώ μέχρι τώρα ενόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι…»

Αποτέλεσμα εικόνας για παπαχαραλαμπος διονυσιατης
«Χριστιανός χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς προσευχή, χωρίς Θ.Κοινωνία, είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, όπου ανά πάσα στιγμήν η πόρτα είναι ανοιχτή να μπουν μέσα οι κλέφτες, δηλαδή οι δαίμονες, να το αλωνίσουν».
«Βρε-βρε… εγώ μέχρι τώρα ενόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι… Και με τα κομποσχοίνια σώζεται ο κόσμος».
***
«Ομολογώ γνώρισα πολλούς, που ξεκίνησαν να λένε ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και πλανήθηκαν. Όμως γιατί πλανήθηκαν; Γιατί δεν είχαν οδηγό (ενν.Ιερέα-Πνευματικό). Όποιος νομίζει ότι δεν χρειάζεται οδηγό, είναι πλανεμένος. έχει εγωισμό. Εγωιστής και νοερά προσευχή, είναι πράγματα αντίθετα».
***
«Μου λέει τις προάλλες ένας: “Εγώ πνευματικέ απόκτησα νοερά προσευχή”. “Μωρέ, του λέω, χαράς ευαγγέλιο. Και ποιον Πνευματικό συμβουλεύεσαι;” Άρχισε να αντιδρά και να θυμώνει. “Εγώ, λέει, πνευματικό; Είμαι εγώ σε θέση να κάμω μάθημα σ’ εσάς τους Πνευματικούς. Εγώ μιλώ με τον ίδιο τον Χριστό, με την Παναγία. Βλέπω φώτα, αγίους κλπ”. Μόλις τον είπα ότι όλα αυτά είναι σατανικά, θύμωσε και έφυγε αγανακτισμένος. Ε. να παιδί μου, αυτοί είναι πλανεμένοι».
***
«Ξέρω πάλι άλλους. στην αρχή ρωτούσαν για να μάθουν την ευχή, αλλά από το θέλημά τους δεν βγαίνουν. Θεληματάρης και ευχή, μέρα με τη νύχτα. Θέλημα, σημαίνει εγωισμός. Αποτέλεσμα: που να βρουν ευχή! Τα βρήκαν μπαστούνια. Απογοητεύτηκαν, σταμάτησαν την ευχή, και το φοβερό, έγιναν οι μεγαλύτεροι πολέμιοι της νοεράς προσευχής».
***
Έλεγε σε κάποιο κοσμικό: «Εσύ ποθείς να αποκτήσεις νοερά προσευχή. Ξέρεις τι θα πει καθαρή προσευχή; Ξέρεις τι θα πει να κολλήσει ο νους στην καρδιά; Να ξεπατώσεις από μέσα όλη την σκουριά και να προσηλωθείς, να κολλήσεις μόνο στο νόημα της ευχής; Έτσι εύκολα βγαίνουνε οι σκουριές; Όμως, για να καθαρίσει ο νους θέλει ησυχία. Όχι με το ένα κουτάλι να βγάζεις και με το άλλο να βάζεις. Αγωνίζεσαι την νύχτα να τα διώξεις, την άλλη μέρα ξανά γυρνάς πίσω στα ίδια. Αν την ημέρα πέρασες μέσα σε θέατρα, σε χορούς και τραγούδια, τότε αν μπορείς το βράδυ διώξε τα για να πεις καθαρά, έστω και μια ευχή. Ούτε όρεξη για προσευχή δεν θα έχεις».
***
«Προχθές ήρθε ένας γύφτος για πανταχούσα (ελεημοσύνη). Αυτός μια ζωή, έτσι γυρνά και μαζεύει. Δεν μπορώ και να τον διώξω. Σε παρακαλά τόσο ταπεινά, μέχρι που πέφτει στα πόδια σου. Από την μια, καταλαβαίνεις ότι είναι απατεώνας, από την άλλη δεν μπορείς και να μην ελεήσεις. Ε. αν αυτός για τα υλικά παρακαλά τόσο ταπεινά, πόσο εμείς πιο πολύ για τα πνευματικά! Ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του τον λυπάται και τον ελεεί, πόσο μάλλον ο Πανάγαθος Θεός λυπάται και ακούει αυτούς που τον παρακαλούν! Αυτό μου φαίνεται εννοεί ο Χριστός εκεί που λέει στο Ευαγγέλιο, ότι οι υιοί του κόσμου τούτου είναι σοφότεροι από τους υιούς της βασιλείας του Θεού. Όσο μπορείς, παιδί μου, με φόβο Θεού νοερώς να πέσεις και συ, σαν τον γύφτο, στα πόδια του Χριστού μας».
***
Είπε για την ευχή ο Γέροντας: «Όσες εικόνες του κόσμου έχεις μέσα σου, όλες, σαν ταινία θα σου τις γυρίζει ο πειρασμός στο μυαλό. Εσύ την ευχή. Επιμονή, υπομονή και βία. Όσο μπορείς διώχνε οποιαδήποτε φαντασία καλή, κακή. Μόνο τα πέντε αυτά λόγια της ευχής, να βιαστείς όσο μπορείς να τα κατανοείς».
***
«Από όσα γράφουν οι άγιοι Πατέρες, αλλά και από την πείρα μου, βλέπω ότι η νοερά προσευχή είναι για όλους τους Χριστιανούς. Όχι όμως για τους αιρετικούς, και ακόμα πιο δύσκολα για τους αλλόδοξους».
***
«Ο Χριστιανός με το βάπτισμα, βάζει μέσα του την χάρη, βάζει μέσα του τον Χριστό. Όταν όμως αμαρτήσει, διώχνει την χάρη. Η αμαρτία μας χωρίζει, σαν ένα τείχος, από τον Χριστό. Φωνάζεις “ Κύριε Ιησού Χριστέ…”, η πόρτα κλειστή. Με την μετάνοια και την εξομολόγηση πέφτει η αμαρτία. πέφτει ο τοίχος. Συμφιλιώνεται ξανά ο άνθρωπος με τον Θεό. Είναι για παράδειγμα, σαν να είχες κάποιον άρχοντα φίλο σου. Σε μια στιγμή κάτι του έφταιξες και τα χαλάσατε. Έλα όμως που τον έχεις ανάγκη. Θέλεις, δεν θέλεις, ταπεινώνεσαι και του βάζεις μετάνοια. Αφού ξανασυμφιλιώθηκες, τότε έχεις θάρρος να του πεις: “Φίλε, σε παρακαλώ, κάμε μου μια χάρη”. Χάριν της φιλίας δεν θα σε ακούσει; Ε, πόσο μάλλον ακούει ο Χριστός, όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί μαζί Του».
***
-Αχ, Γέροντα, καλή και η εξομολόγηση, αλλά ο κόσμος δεν μας αφήνει να σωθούμε. βγαίνεις από το εξομολογητάρι. πάλι βλέπεις τα ίδια, ακούς τα ίδια, σκανδαλίζεσαι, θυμώνεις, φθονείς, κατακρίνεις…
-Εσύ δεν μιλάς σωστά. Ο Χριστός είπε, αν σε πειράζει το μάτι σου βγάλε το, δεν είπε βγάλε του αλλουνού. Βλέπεις μια γυναίκα ντυμένη άσεμνα. αυτή τη δουλειά της, εσύ τη δουλειά σου. Βγάλε το μάτι σου, σημαίνει κατέβασέ το κάτω, να μη περιεργάζεσαι. Αν είσαι τόσο αδύνατος και ούτε αυτό δεν κάνεις, τότε μην αιτιάσαι άλλους. Να λές, “αλλοίμονό σου ταλαίπωρε, φιλήδονε, μοιχέ. σου αρέσει ώστε η αμαρτία!”. Ο τέλειος, βλέπει και δεν σκανδαλίζεται. ο αγωνιστής φεύγει όσο μπορεί τα αίτια. Ο χαύνος, μπαίνει μόνος του στη λαύρα της αμαρτίας και μετά… φταίνε οι άλλοι. Δικαιολογία… όπως η Εύα».
***
«Ξέρεις πόσες τέτοιες περιπτώσεις έχω, όπου με αφορμή κάποιον πειρασμό έμαθαν οι ίδιοι να προσεύχονται και με την σειρά και την υπομονή κέρδισαν και τους άλλους;»
«ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ» Ιωσήφ Μ.Δ.
https://simeiakairwn.wordpress.com

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: «Θα συνταραχθούν τα έθνη – Θα γίνει Θεία επέμβαση στην ιστορία της ανθρωπότητας»

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: «Θα συνταραχθούν τα έθνη – Θα γίνει Θεία επέμβαση στην ιστορία της ανθρωπότητας»

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος προφητειες
Αθανάσιος Ρακοβαλής – Μου λέει (ο Άγιος Παΐσιος), κοίταξε να δεις: «Σήμερα οι άνθρωποι δεν θέλουν να ακούσουν για τον Χριστό. Τους μιλάς για τον Χριστό και σου λένε ΄΄ άσε με, έχω δουλειά, δεν ευκαιρώ… ΄΄.
Όμως θα γίνουν γεγονότα που θα συνταραχθούν τα έθνη. Δεν θα είναι η Δευτέρα Παρουσία, αλλά θα είναι Θεία Επέμβαση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και μετά από αυτό θα αλλάξει η κατάσταση. Θα γεμίσουν οι δρόμοι εκκλησάκια, θα σε ψάχνουν, θα σε τραβάν από το μανίκι, θα σου λένε ΄΄ έλα εδώ, πες μας για τον Χριστό, τι ξέρεις για τον Χριστό.. ΄΄. Ακόμα και αυτοί που δεν πιστεύουνε, θα παραδεχτούν ότι η θρησκεία είναι καλό πράγμα και στηρίζει την κοινωνία.»
-Αυτά είναι τα λόγια του. Και μου κάνει εντύπωση, συγκρίνει αυτά τα γεγονότα, το μέγεθος των γεγονότων με την Δευτέρα Παρουσία. Δηλαδή, περιμένει κάτι πολύ μεγάλο να συμβεί μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας και μετά από αυτό περιμένει μια διάδοση της Ορθοδοξίας. Αυτό ή ένας χαζός μπορεί να το πει, ή ένας Άγιος. Τώρα ο Άγιος Παΐσιος χαζός δεν ήταν..
Απόσπασμα από το επεισόδιο «Οι Προφητείες» από την εκπομπή «ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ»
Παρουσίαση εκπομπής ΄΄ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ΄΄: Δέσποινα Μποτίτση (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV – 7.10.2016)
https://simeiakairwn.wordpress.com

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Αγιος Γέροντας Πορφύριος: «Εκεί που απελπίζεσαι, ο Θεός σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις»

Αγιος Γέροντας Πορφύριος: «Εκεί που απελπίζεσαι, ο Θεός σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις»





      Ο γέροντας Πορφύριος είπε: «Μην απελπίζεσαι».
      «Όταν αμαρτάνεις, να μην απελπίζεσαι. Με θάρρος και ελπίδα στο Θεό να μετανοείς και να πηγαίνεις στον Πνευματικό που σου έχω υποδείξει, αν δεν μπορώ εγώ, και να τα εξομολογείσαι. Έτσι μόνο θα σωθείς». [Τζ. 142]

      «Δεν υπάρχει απελπισία μέσα στην Εκκλησία»
      Εκείνο που έλεγε, κυρίως, ήτανε για τη σημασία της εξομολογήσεως. Έλεγε:
      «Δεν υπάρχει απελπισία όταν είσαι μέσα στην Εκκλησία, ό,τι και να έχεις κάνει, ό,τι και να έχεις υποστεί. Δεν υπάρχει απελπισία. Στενοχώρια μπορεί να έχεις, αλλά απελπισία όχι. Ο Θεός, μέσα από την εξομολόγηση –τόνιζε πάρα πολύ τη σημασία του Ιερέα, το χέρι του παπά… ήταν σαν να έβγαινε από εκεί η Θεία Χάρη- σε βοηθά και ξεπερνάς αυτά τα οποία μπορεί να σε οδηγήσουν στα έσχατα όρια της απελπισίας».

      «Εκεί που απελπίζεσαι…»
      «Έχει ο Θεός. Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις… αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Όπως και Εκείνος μας αγαπά και φροντίζει για εμάς, όπως ο κάθε πατέρας για τα παιδιά του. Και όλοι μας είμαστε παιδιά Του Θεού. Και ό,τι καλό έχουμε, το έχουμε από Τον Θεό. Είναι δικό Του το δώρο. Δεν έχεις ακούσει στην Εκκλησία ότι: “Πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί κατά βαίνον, εκ σου του Πατρός των φώτων;” [Κ 111]
      Από το βιβλίο «Ανθολόγιο Συμβουλών»
      Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου
      Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr

      Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

      Η Τσικνοπέμπτη και τ' Αγιοπότηρο

      Η Τσικνοπέμπτη και τ' Αγιοπότηρο





               Δεν υπάρχει καμια γιορτή στο έτος που να μην έχει να κάνει με τη 
      Λειτουργία, με την Κοινωνία, με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
       Ό, τι συμβαίνει στη Παράδοσή μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
       σχετίζεται με τη Μυσταγωγία, η οποία πριν απ' το τραπέζι που καθόμαστε 
      να φάμε, έχει προηγηθεί. Βαφτιζόμαστε ή παντρευόμαστε 
      και μετά πάμε και τρώμε, όλοι μαζί, γύρω από ένα τραπέζι, 
      αφού πρώτα μες την Εκκλησία λειτουργηθήκαμε στην κοινή προσευχή
       και ομολογία. Αυτός δηλαδή που μας ενώνει, ο Χριστός, είναι Αυτός
       που μας χάρισε τη ζωή που δεν τελειώνει.
      Στις μέρες μας βέβαια χάνεται κάπως το νόημα, μπήκε κι η διαφήμιση στη μέση: 
      χάθηκε στ' αλήθεια ο πνευματικός μας μπούσουλας. 
      Μεταφέρουμε τη Γιορτή στο τραπέζι κι αφήνουμε στην άκρη την πνευματική γιορτή 
      που στο τραπέζι οδηγεί. Το τραπέζι θα τελειώσει, θα μαζέψουμε τα πιάτα
       και ο καθένας με μια καλή ανάμνηση θα γυρίσει στο σπίτι του. 
      Η Θ. Λειτουργία που γίνεται πριν το τραπέζι όμως υπόσχεται ότι η χαρά 
      δεν θα μείνει στην ανάμνηση, η χαρά μας, η λειτουργημένη, είναι αθάνατη.
      Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, η Τσικνοπέπτη έχει να κάνει με τ' Αγιοπότηρο, 
      με τη Θ. Λειτουργία, όπως και κάθε πράγμα μες την Εκκλησία. 
      Απ' τα παλιά τα χρόνια, η σημερινή ημέρα είναι μέρα που τρώμε κρέας 
      γιατί έπειτα αρχίζει η τυρινή βδομάδα που τρώμε μόνο γαλακτοκομικά 
      ώστε ομαλά στη Σαρακοστή να μπούμε. Σίγουρα, πριν απ' τη σημερινή γιορτή 
      δε συναντηθήκαμε λειτουργικά. Η σημερινή γιορτή όμως έχει αξία γι' αυτούς 
      που ζουν λειτουργικά που σημαίνει ότι θα αγωνιστούν τις μέρες της
       Σαρακοστής που έρχονται για να φτάσουν στ' Αγιοπότηρο της Κυριακής του Πάσχα.
      Όταν φεύγει τ' Αγιοπότηρο κι ο στόχος ο πνευματικός, τότε οι γιορτές 
      δεν έχουν αξία πέρα απ' την πρόσκαιρη χαρά που χαρίζουν
       (σημαντική αλλά πάνω απ' όλα πρόσκαιρη). Ο Θεός μας έταξε 
      για τη Χαρά της Βασιλείας Του. Κι η Χαρά του Χριστού ούτε στην 
      ανάμνηση μένει, ούτε στις όμορφες εμπειρίες: για τον Χριστό δεν υπάρχει
       παρελθόν... υπάρχει μόνο παρόν που γεύεται το μέλλον.

       αρχιμ. Ιάσων Κεσέν
      http://imverias.blogspot.gr

      Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

      «Εξαναγκάζοντας» Τον Θεό να ακούσει την προσευχή σου

      «Εξαναγκάζοντας» Τον Θεό να ακούσει την προσευχή σου





          Με τα λόγια αυτά άρχισε ο γέροντας Πνευ­ματικός να διηγείται στο πνευματικό παιδί του μια προσωπική του εμπειρία από κάποιον θεοφοβούμενο άνθρωπο παλαιά στη Μυτιλήνη.

          –Που λες, Μιχάλη τον λέγανε. Τον ήξερα εγώ προσωπικά. Στη Μυτιλήνη ζού­σε, σ’ ένα κεφαλοχώρι. Άνθρωπος τι­­μιος, εργάτης, με φόβο Θεού πάνω του. Οικοδόμος ήταν. Μεροδούλι – μεροφάι. Όλη τη μέρα στη δουλειά, και το βρα­δυ στο σπίτι, στην οικογένειά του. Ει­χε γυναίκα και οχτώ παιδιά. Ούτε ένα, ούτε δύο. Οχτώ του Θεού τα είχε. Η γυναίκα του δεν εργαζόταν. Και να ’θελε, που να ευκαιρήσει με οχτώ παιδιά; Ένα ημερομίσθιο, και μ’ αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, τα ’βγαζαν πέρα. Δεν τους άφηνε ο Θεός.
          Δεν τους άφηνε ο Θεός, γιατί εκείνοι δεν Τον άφηναν. Κατάλαβες; Ήταν θεοσεβούμενη οικογένεια η οικογένεια του κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Από την εκ­κλη­σία δεν έλειπαν Κυριακές, γιορτές, και στη ζωή τους πολύ προσεκτικοί. Και με ελεημοσύνες επιπλέον, όσο μπο­ρού­σαν. Τι να μπορούσαν δηλαδή; απ’ το υ­στέρημά τους οι άνθρωποι… Κυλούσε η ζωή τους ήσυχα, κι αυτοί δόξαζαν τον Θεό.
          Κάποτε όμως ήρθαν μέρες δύσκολες. Αναδουλειές στο νησί. Άρχισε να στενεύεται ο κυρ-Μιχάλης. Πως να τα καταφέρνει δέκα στόματα να τρέφει καθημερινά; Κι η καημένη η γυναίκα από την άλλη πιο πολύ δυσκολευόταν. Ξέρεις τι ’ναι να ξημερώνει, και να μην ξέρει η μάνα αν θα βρεί να ταίσει τα μικρά της; Μαρτύριο σωστό για τη μητρική καρδιά.
           Μιχάλη:
          –Μιχάλη, τον γνωρίζεις τον κύριο;
          –Όχι, απάντησε εκείνος.
          –Είναι του Γρηγόρη του…, μακαρίτης τώρα, απ’ τον απάνω μαχαλά. Μας ήρθε χθες απ’ την Αμερική, χρόνια τώρα εκεί, δυό δεκαετίες κοντά. Τον θυμάσαι;
          –Άμα λες, παπά μου, δυό δεκαετίες, εγώ ακόμα δεν ήμουν εδώ. Μετά εγκα­ταστάθηκα στο χωριό. Τον πατέρα του τον μακαρίτη τον έχω ακουστά.
          –Κύριε Μιχάλη, είστε οικοδόμος;
          –Ναί, παιδί μου.
          –Ενδιαφέρομαι να φτιάξω τον τάφο των γονέων μου. Θέλω να χτίσω κάτι ω­ραίο, επίσημο, σαν τύμβο. Σαν εικο­νο­στάσι. Να χωράει κανείς να μπεί μέσα, ν’ ανάψει το κερί, το καντήλι. Κατάλαβες; Ξε­ρεις από τέτοια;
          –Πως δεν ξέρω, παλληκάρι μου. Έχω φτιάξει κι άλλοτε.
          –Πόσα θέλεις να μου το φτιάξεις;
          Κοντοστάθηκε ο κυρ-Μιχάλης. «Να πω εκατό χιλιάδες δραχμές», πήρε να σκε­­φτεται, «μην του φανούν πολλά. Να πω εβδομήντα;».
          –Διακόσιες χιλιάδες σού φτάνουν;
          –…
          –Ε, δεν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
          –Δέχομαι.
          –Παρ᾿ τα.
          Και του έδωσε στο χέρι φάκελλο φουσκωμένο.



          Με τρεμάμενα χέρια ο κυρ-Μιχάλης ο οικοδόμος ξαναμπήκε στην εκκλησιά. Ε­πεσε στα γόνατα μπροστά στο τέμπλο και έκλαψε. Ώρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στη γυ­ναίκα του και τα οχτώ παιδιά του. Του Θεού όλα.

          –Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ο γε­­ροντας Πνευματικός. Αυτός ο αν­θρω­πος με την πίστη του, την προσευ­χη του, ε­τσι που την έκανε, πως να που­με… τον εξανάγκασε τον Θεό. Έτσι δεν είναι; Για­τι η πίστη, η αληθινή, η ακράδαντη, αυτό κάνει. Εξαναγκάζει τον Θεό. Συμ­φωνείς;Και έφτασε κι η μέρα που δεν είχε τίποτε στο σπίτι να δώσει στα παιδιά. Αδειανά όλα τα ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τον άντρα της:
          –Αν σήμερα δεν φέρεις κάτι στο σπίτι, του ’κανε, να ξέρεις, τα παιδιά θα μείνουν νηστικά. Ούτε ψίχουλο δεν υπάρ­χει.
          Έφυγε ο Μιχάλης για την πιάτσα, μπας και βρεί τίποτε. Στο δρόμο περ­νούσε έξω απ’ τον κοιμητηριακό Ναό του χωριού. Κοντοστάθηκε μια στιγμή κι α­με­σως το αποφάσισε. Άλλαξε το προ­γραμμά του.

          –Δεν θα πάω στην πλατεία. Θα μπω εδώ.
          . Μπήκε στην εκκλησιά. Έκανε το σταυ­­ρο του. Άναψε το κερί και κατευθύν­θηκε μπροστά στο τέμπλο. Έπεσε στα γόνατα, σήκωσε τα χέρια του και παρακαλέθηκε:
          –Οχτώ τα έχω, Χριστέ μου. Δικά Σου είναι, Εσύ μου τα ’δωσες. Εσύ που μου τα ’δωσες, φρόντισε να τα θρέψεις. Δεν έχουν τίποτε για σήμερα να φάνε.
          Έμεινε λίγη ώρα έτσι γονατισμένος και τέλος ξαναμίλησε:
          –Εγώ δεν φεύγω από ᾿δω, Χριστέ μου, αν δεν μου φέρεις να ταίσω τα παιδιά μου, που δεν είναι δικά μου· δικά Σου είναι.
          . Είπε, και κατευθύνθηκε στο αναλόγιο. Πήρε το Ψαλτήρι κι άρχισε να διαβάζει.
          Δεν θα ’χε περάσει μισή ώρα, κι απ­ε­ξω ακούστηκαν συνομιλίες. Στην αρ­χη δεν έδωσε σημασία. Μετά διέκρινε τη φω­νη του παπά τους. Μιλούσε με κα­ποιον άγνωστο. Έπιασε μια λέξη, αν α­κουγε καλά…
          –Έναν οικοδόμο πρέπει να βρείς…
          Πετάχτηκε έξω.
          –Παπα-Γιάννη, την ευχή σου.
          –Να τος! φώναξε ο παπάς. Τον ξέρεις τον Μιχάλη;
          Κι αμέσως προς τον Μιχάλη:
          –Μιχάλη, τον γνωρίζεις τον κύριο;
          –Όχι, απάντησε εκείνος.
          –Είναι του Γρηγόρη του…, μακαρίτης τώρα, απ’ τον απάνω μαχαλά. Μας ήρθε χθες απ’ την Αμερική, χρόνια τώρα εκεί, δυό δεκαετίες κοντά. Τον θυμάσαι;
          –Άμα λες, παπά μου, δυό δεκαετίες, εγώ ακόμα δεν ήμουν εδώ. Μετά εγκα­ταστάθηκα στο χωριό. Τον πατέρα του τον μακαρίτη τον έχω ακουστά.
          –Κύριε Μιχάλη, είστε οικοδόμος;
          –Ναί, παιδί μου.
          –Ενδιαφέρομαι να φτιάξω τον τάφο των γονέων μου. Θέλω να χτίσω κάτι ω­ραίο, επίσημο, σαν τύμβο. Σαν εικο­νο­στάσι. Να χωράει κανείς να μπεί μέσα, ν’ ανάψει το κερί, το καντήλι. Κατάλαβες; Ξε­ρεις από τέτοια;
          –Πως δεν ξέρω, παλληκάρι μου. Έχω φτιάξει κι άλλοτε.
          –Πόσα θέλεις να μου το φτιάξεις;
          Κοντοστάθηκε ο κυρ-Μιχάλης. «Να πω εκατό χιλιάδες δραχμές», πήρε να σκε­­φτεται, «μην του φανούν πολλά. Να πω εβδομήντα;».
          –Διακόσιες χιλιάδες σού φτάνουν;
          –…
          –Ε, δεν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
          –Δέχομαι.
          –Παρ᾿ τα.
          Και του έδωσε στο χέρι φάκελλο φουσκωμένο.

          Με τρεμάμενα χέρια ο κυρ-Μιχάλης ο οικοδόμος ξαναμπήκε στην εκκλησιά. Ε­πεσε στα γόνατα μπροστά στο τέμπλο και έκλαψε. Ώρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στη γυ­ναίκα του και τα οχτώ παιδιά του. Του Θεού όλα.
          –Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ο γε­­ροντας Πνευματικός. Αυτός ο αν­θρω­πος με την πίστη του, την προσευ­χη του, ε­τσι που την έκανε, πως να που­με… τον εξανάγκασε τον Θεό. Έτσι δεν είναι; Για­τι η πίστη, η αληθινή, η ακράδαντη, αυτό κάνει. Εξαναγκάζει τον Θεό. Συμ­φωνείς;
          https://www.vimaorthodoxias.gr