Εορτολόγιο

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Αγ.Συμεών του νέου θεολόγου: Περί των τριών τρόπων της προσευχής

Αγ.Συμεών του νέου θεολόγου: Περί των τριών τρόπων της προσευχής




Περί των τριών τρόπων της προσευχής
Αγίου Συμεών νέου Θεολόγου
Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.
Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία.
Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος. 

Περί της δεύτερης προσευχής

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης.
Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.
Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.

Περί της τρίτης προσευχής

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.
Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.».

Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και: «Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.».

Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οι θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις.

Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να ειδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».

Ερώτηση - Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;
Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη· άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο· άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή· και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω· κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού, ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.
Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη, δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.
Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.
Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά· τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη· κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος, φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια· γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο· αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη· κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σε Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν

www.freemonks.gr

http://www.impantokratoros.gr/

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Κατηχούμενοι και Πιστοί

Κατηχούμενοι και Πιστοί




Μητροποίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κατηχούμενοι και Πιστοί
Η θεία Λειτουργία, την οποία ερμηνεύουμε στα κηρύγματα αυτά, αγαπητοί μου αδελφοί, χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη. Το πρώτον είναι η Λειτουργία των Κατηχουμένων και το δεύτερον η Λειτουργία των Πιστών. Από την έναρξη της θείας Λειτουργίας μέχρι το Ευαγγέλιο και τις δεήσεις που ακολουθούν, μπορούσαν να παρευρίσκονται και οι κατηχούμενοι, όσοι δηλαδή προετοιμάζονταν για να βαπτισθούν, αλλά όταν ο διάκονος έλεγε “όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων, όσοι πιστοί έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν”, τότε έφευγαν οι κατηχούμενοι και παρέμεναν μέχρι το τέλος στην θεία Λειτουργία όσοι ήταν βαπτισμένοι και επομένως ήταν ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Κατηχούμενοι στην αρχαία Εκκλησία ήταν μια τάξη ανθρώπων, οι οποίοι προετοιμάζονταν για το άγιο Βάπτισμα και οι οποίοι όχι μόνον διδάσκονταν για τον Θεό, αλλά συγχρόνως, με ανάλογη αγωγή, προσπαθούσαν να καθαρίσουν την καρδιά τους από τα πάθη, δηλαδή να θεραπεύσουν το παθητικό της ψυχής. Μάθαιναν, δηλαδή, τί είναι αμαρτία και πώς μπορούν να απαλλαγούν από την αμαρτία και να ενωθούν με τον Χριστό. Οι Κατηχούμενοι, που πλησίαζε ο χρόνος να βαπτισθούν ονομάζονταν φωτιζόμενοι, γιατί μετά από λίγο καιρό θα ελάμβαναν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, τον φωτισμό του Θεού.

Πιστοί ήσαν όσοι είχαν βαπτισθή, όσοι είχαν φωτισθή, δηλαδή όποιων το παθητικό της ψυχής καθαρίσθηκε από τα πάθη και ο νούς τους είχε δεχθή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό είχαν νοερά - καρδιακή προσευχή. Αυτοί είχαν τις προϋποθέσεις να παραμείνουν μέχρι το τέλος στην θεία Λειτουργία και βέβαια να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Αλλά και εάν μερικοί Πιστοί είχαν πέσει σε κάποιο αμάρτημα, που σήμαινε ότι έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και έπαυσε η νοερά προσευχή στην καρδιά, ή απαρνούνταν τον Χριστό, δείγμα ότι είχαν χάσει το Άγιο Πνεύμα, και αυτοί αποβάλλονταν από την τάξη των πιστών και συγκαταλέγονταν στην τάξη των μετανοούντων, με αποτέλεσμα να φεύγουν από τον Ιερό Ναό, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, μαζί με τους κατηχουμένους.

Αυτή η διάκριση μεταξύ Κατηχουμένων και Πιστών, που γίνεται στα λειτουργικά κείμενα δείχνει δυο αλήθειες.

Η μία ότι το να είναι κανείς Χριστιανός δεν είναι δεδομένο με το άγιο Βάπτισμα, αλλά χρειάζεται να ζη τις αλήθειες της πίστεως. Δηλαδή η αποκαλυπτική αλήθεια πρέπει να αφομοιωθή από τον πνευματικό οργανισμό του ανθρώπου και να γίνη αίμα και τροφή. Η πίστη δεν είναι μια θεωρητική αποδοχή των αληθειών της πίστεως.

Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι το να συμμετέχη κανείς στην θεία Λειτουργία είναι σοβαρή υπόθεση, αφού έχει σχέση με την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Όσο κανείς έχει εσωτερική καθαρότητα, τόσο συμμετέχει καλύτερα στην θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία δεν είναι μόνον αυτά που λέγονται και ψάλλονται, αλλά και αυτά που γίνονται εσωτερικά. Μέσα στην θεία Λειτουργία ενεργεί ο Τριαδικός Θεός, είναι παρόντες οι άγγελοι και οι άγιοι, η Παναγία Μητέρα του Χριστού, δηλαδή είναι σύναξη ουρανίων και επιγείων, αγγέλων και ανθρώπων, ζώντων και κεκοιμημένων. Πώς μπορεί κανείς να αποκτήση αίσθηση αυτής της πραγματικότητος εάν δεν έχει καθαρότητα καρδιάς;

Το κακό είναι ότι ζούμε σε μια εποχή, που υπάρχει σύγχυση μεταξύ Κατηχουμένων και Πιστών. Οι λεγόμενοι σήμερα Πιστοί, στην αρχαία Εκκλησία θα ήταν Κατηχούμενοι, γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν μερικοί άνθρωποι γιατί δεν προσευχόμαστε με τους αιρετικούς. Οι πιστοί προσεύχονται στην θεία Λειτουργία για τους κατηχουμένους να φωτισθούν και για τους πεπλανημένους να επιστρέψουν στην αληθινή πίστη, αλλά δεν μπορούν να προσεύχονται μαζί με αυτούς με τα ίδια λόγια και να ζητούν τα ίδια αιτήματα, αφού βρίσκονται σε διαφορετική πνευματική κατάσταση.

Ας αγωνισθούμε να είμαστε πραγματικά πιστοί με έργο και λόγο.

http://www.impantokratoros.gr/

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: «Καλά κάνεις που αμφισβητείς. Εσένα η αμφισβήτηση θα σε οδηγήσει στην πίστη· αυτός είναι ο δρόμος σου»

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: «Καλά κάνεις που αμφισβητείς. Εσένα η αμφισβήτηση θα σε οδηγήσει στην πίστη· αυτός είναι ο δρόμος σου»

Κάποιοι λαϊκοί, προσπαθώντας να εξηγήσουν με την λογική το διορατικό χάρισμα που ο Θεός είχε δώσει στον Πατέρα Παΐσιο,
έψαχναν να βρουν τους τρόπους που ίσως χρησιμοποιούσε, ώστε να μαθαίνει κάποια πράγματα για τους ανθρώπους που θα τον επισκέπτονταν. Αλλά και τους λογισμούς αυτούς τους «έπιανε» μερικές φορές ο άνθρωπος του Θεού.
Ένας νεαρός, ο οποίος είχε σπουδάσει ηλεκτρονικός, ακούγοντας για τον Πατέρα Παΐσιο, υποπτευόταν ότι ο Όσιος είχε τοποθετήσει στην στέγη της Καλύβης του, στον φράχτη και στον γύρω χώρο κεραίες, μικρόφωνα και πομπούς, για να καταγράφει τις συνομιλίες των επισκεπτών και να παρουσιάζεται ύστερα ως διορατικός. Αποφάσισε λοιπόν να τον επισκεφθεί, για να ερευνήσει, αν θα μπορούσε τον χώρο.
Ενώ περίμενε έξω από τον φράχτη μαζί με άλλους είκοσι περίπου ανθρώπους και στεκόταν προς τα πίσω, βγήκε ο Όσιος, σήκωσε το χέρι του και δείχνοντάς τον φώναξε:
― Ε, παλληκάρι, έλα εσύ μπροστά, σε παρακαλώ!
― Σ’ εμένα μιλάτε; Ρώτησε εκείνος.
― Ναι, σ’ εσένα.
Ο Όσιος άνοιξε την πόρτα και αμέσως τον πήρε και πήγαν πίσω από το Καλύβι. «Κάθησε, Στυλιανέ», του είπε. Αυτό ήταν το πρώτο «χαστούκι» που δέχθηκε η λογική του νέου. Ο Όσιος κάθησε δίπλα του, του έδειξε την σκεπή και τον ρώτησε.
― Βλέπεις τίποτε περίεργο στην σκεπή μου;
― Όχι, είπε ο νέος κοιτάζοντας την σκεπή.
― Έχω μια κεραία κρυμμένη εκεί επάνω, είπε ο Όσιος και, πριν προλάβει εκείνος να συνέλθει, συνέχισε: Βλέπεις τίποτε περίεργο μέσα στους θάμνους;
― Όχι, απάντησε και πάλι ο νέος.
― Έχω, του είπε, κρυμμένο ένα μηχάνημα που γράφει αυτά που λένε οι άνθρωποι και μετά κοροϊδεύω τον κόσμο ότι κάνω θαύματα! Εσύ γιατί ήρθες; Εμένα τι με θέλεις τώρα;
Ο νέος άρχισε να κλαίει.
― Μη στενοχωριέσαι, Στυλιανέ, του είπε τότε ο Όσιος. Οι καιροί είναι πονηροί, και καλά κάνεις που αμφισβητείς. Εσένα η αμφισβήτηση θα σε οδηγήσει στην πίστη· αυτός είναι ο δρόμος σου. Για κανόνα τώρα, πήγαινε και μοίρασε λουκούμι και νερό στους άλλους και έλα κάποια άλλη φορά να τα πούμε!
Εκ του βιβλίου: Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ – ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
https://simeiakairwn.wordpress.com

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Άγιος Πορφύριος: Η εσωτερική μας διάθεση επηρεάζει το

Άγιος Πορφύριος: Η εσωτερική μας διάθεση επηρεάζει το


«Ὑπάρχει μία ζωή ἀόρατη, ἡ ζωή τῆς ψυχῆς. Αὐτή εἶναι πολύ ἰσχυρή καί μπορεῖ νά ἐπιδράσει στόν ἄλλον, ἔστω κι ἄν μᾶς χωρίζουν χιλιόμετρα…»

~ Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τέτοιες δυνάμεις, ὥστε νά μπορεῖ νά μεταδώσει τό καλό ἤ τό κακό στό περιβάλλον του. Αὐτά τά θέματα εἶναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει νά βλέπομε τό καθετί μέ ἀγαθό τρόπο. Τίποτα τό κακό νά μή σκεπτόμαστε γιά τούς ἄλλους. Κι ἕνα βλέμμα κι ἕνας στεναγμός ἐπιδρᾶ στούς συνανθρώπους μας. Καί ἡ ἐλάχιστη ἀγανάκτηση κάνει κακό. Νά ἔχομε μέσα στήν ψυχή μας ἀγαθότητα κι ἀγάπη. Αὐτά νά μεταδίδομε. Νά προσέχομε νά μήν ἀγανακτοῦμε γιά τούς ἀνθρώπους πού μᾶς βλάπτουν, μόνο νά προσευχόμαστε γι’ αὐτούς μέ ἀγάπη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ὁ συνάνθρωπός μας, ποτέ νά μή σκεπτόμαστε κακό γι’ αὐτόν. Πάντοτε νά εὐχόμαστε ἀγαπητικά. Παντοντε νά σκεπτόμαστε τό καλό. […]
Ὅταν κακομελετᾶμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει ἀπό μέσα μας καί μεταδίδεται στόν ἄλλον, ὅπως μεταφέρεται ἡ φωνή μέ τά ἠχητικά κύματα, καί ὄντως ὁ ἄλλο παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σάν βασκανία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει γιά τούς ἄλλους κακούς λογισμούς… Δέν προκαλεῖ ὁ Θεός τό κακό ἀλλά ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων. Δέν τιμωρεῖ ὁ Θεός, ἀλλά ἡ δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στήν ψυχή τοῦ ἄλλου μυστηριωδῶς καί κάνει τό κακό.
Ὁ Χριστός ποτέ δέν θέλει τό κακό. Ἀντίθετα παραγγέλλει: «Εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς…» Μέσα μας ὑπάρχει ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς πού λέγεται ἠθικολόγος. Αὐτός ὁ «ἠθικολόγος», ὅταν βλέπει κάποιον νά παρεκτρέπεται, ἐπαναστατεῖ, ἐνῶ πολλές φορές αὐτός πού κρίνει ἔχει κάνει τήν ἴδια παρεκτροπή. Δέν τά βάζει ὅμως μέ τόν ἑαυτό του ἀλλά μέ τόν ἄλλον. Κι αὐτό δέν τό θέλει ὁ Θεός. Λέει ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο: «Ὁ οὔν διδάσκων ἕτερον σεαυτόν οὐ διδάσκεις; Ὁ κηρύσσων μή κλέπτειν, κλέπτεις;». Μπορεῖ νά μήν κλέπτομε, ὅμως φονεύομε. Κακίζουμε τόν ἄλλον κι ὄχι τόν ἑαυτό μας. Λέμε, π.χ. «Ἔπρεπε νά κάνεις αὐτό. Δέν τό ἔκανες, νά τί ἔπαθες!» Στήν πραγματικότητα, ἐπιθυμοῦμε νά πάθει ὁ ἄλλος κακό. Ὅταν σκεπτόμαστε τό κακό, τότε μπορεῖ πράγματι νά συμβεῖ.
[…] Εἶναι δυνατόν νά πεῖ κάποιος: «ἔτσι πού φέρεται ὁ τάδε θά τιμωρηθεῖ ἀπ’ τόν Θεό» καί νά νομίζει ὅτι τό λέει χωρίς κακία. Δέν φαίνεται καθαρά. Εἶναι πολύ μυστικό πράγμα τί κρύβει ἡ ψυχή μας καί πῶς αὐτό μπορεῖ νά ἐπιδράσει σέ πρόσωπα καί πράγματα. Ὑπάρχει μία ζωή ἀόρατη, ἡ ζωή τῆς ψυχῆς. Αὐτή εἶναι πολύ ἰσχυρή καί μπορεῖ νά ἐπιδράσει στόν ἄλλον, ἔστω κι ἄν μᾶς χωρίζουν χιλιόμετρα… Καί χωρίς νά μιλήσομε, μπορεῖ νά μεταδώσουμε τό καλό ἤ τό κακό, ὅση κι ἄν εἶναι ἡ ἀπόσταση πού μᾶς χωρίζει ἀπ’ τόν πλησίον. Αὐτό πού δέν ἐκφράζεται ἔχει συνήθως περισσότερη δύναμη ἀπ’ τά λόγια …Ἅμα δοθοῦμε στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τότε ὅλα θά μεταβληθοῦν, ὅλα θά μεταστοιχειωθοῦν, ὅλα θά μεταποιηθοῦν, ὅλα θά μετουσιωθοῦν. Ὁ θυμός, ἡ ὀργή, ἡ ζήλεια, ὁ φθόνος, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ κατάκριση, ἡ ἀχαριστία, ἡ μελαγχολία, ἡ κατάθλιψη, ὅλα θά γίνουν ἀγάπη, χαρά, λαχτάρα, θεῖος ἔρως. Παράδεισος!
https://simeiakairwn.wordpress.com
http://tostavroydaki.blogspot.com/

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Ο Χρυσός Κανόνας

Ο Χρυσός Κανόνας






    Ο  ΚΑΤΑ ΤΟΝ 

    «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι , και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως, και ει αγαπάτε τους  υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι.

    Και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λκ. 6, 31, 36).
    Τόσο απλά λόγια! Είναι τόσο απλά και τόσο φυσικά ώστε ο άνθρωπος, όταν πρώτη φορά ακούει ότι πρέπει να φέρεται στους άλλους έτσι όπως ήθελε οι άλλοι να φέρονται σ’ αυτόν, αισθάνεται αμηχανία. Κύριε! Πώς μόνος μου δεν το σκέφτηκα! Όλα τα σπουδαία και μεγάλα πράγματα είναι απλά και όλη η διδασκαλία του Χριστού είναι καταπληκτικά απλή. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με απλή καρδιά. Την δέχτηκαν οι απλοί αλιείς από την Γαλιλαία και έγιναν φως για όλο τον κόσμο.
    Τον Χριστό ζητούσαν και μετά Τον ακολούθησαν κυρίως απλοί άνθρωποι γιατί ο λόγος Του είναι απλός και εύκολα αγγίζει την  του ανθρώπου.Όλη η διδασκαλία Του είναι κατανοητή και όμως πόσο μακριά απ’ αυτή είναι η δική μας πραγματικότητα!
    Σπάνιο πράγμα να φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται αυτοί. Περιμένουμε από τους άλλους να μας σέβονται αλλά οι ίδιοι τους ταπεινώνουμε, θέλουμε να μας βοηθάνε, όταν υπάρχει ανάγκη, άλλά οι ίδιοι ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως να βοηθήσουμε τον πλησίον.
    Τι σημαίνει αυτό; Γιατί είναι έτσι τα πράγματα; Γιατί δεν φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θέλουμε να μας φέρονται αυτοί;
    Δεν συμπεριφερόμαστε έτσι με όλους τους ανθρώπους. Στους πιο στενούς συγγενείς μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε, στην γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στον πατέρα και την μητέρα μας, φερόμαστε έτσι όπως το λέει ο Χριστός στις εντολές του, τους αγαπάμε σαν τον εαυτό μας και δεν τους κάνουμε αυτά που θα ήταν δυσάρεστα για μας αν μας τα κάνανε οι άλλοι. Ποια μητέρα, η οποία με όλη την καρδιά της αγαπάει το παιδί της, δεν προσφέρει σ’ αυτό όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που έχει, ακόμα και την ζωή της; Έτσι ακολουθεί το νόμο του.
    Σ’ αυτούς όμως που ονομάζουμε πλησίον αλλά στην πραγματικότητα τους θεωρούμε ξένους δεν φερόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Τι μας εμποδίζει να τους φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε σ’ αυτούς που αγαπάμε; Ο εγωισμός και η φιλαυτία μας, γιατί μόνο τον εαυτό μας αγαπάμε. Γι’ αυτό είμαστε καλοί με τους συγγενείς μας, επειδή τους αγαπάμε, και ψυχροί με τους άλλους, γιατί δεν τους αγαπάμε. Τον εαυτό μας φροντίζουμε και τον αγαπάμε και τους ανθρώπους γύρω μας δεν τους αγαπάμε, συχνά τους πικραίνουμε και τους προσβάλλουμε.
    Και αυτό που ζητά από μας ο Κύριος είναι τόσο φυσικό, τόσο καθαρό και τόσο ιερό «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και στη συνέχεια λέει: «Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί;… πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου».
    Δύσκολο πράγμα ζητάει από μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Θέλει να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Μήπως αυτό είναι εύκολο; Όχι, αλλά πάρα πολύ δύσκολο. Να αγαπάνε τους εχθρούς τους μαθαίνουν αυτοί που έχουν καθαρή καρδιά, που με όλη την καρδιά τους αγαπάνε τον Θεό και τηρούν τις εντολές του, αυτοί που μέσα τους κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της ταπείνωσης, αυτοί που όλο το είναι τους διαποτίζεται από αγάπη.
    Αυτοί που έμαθαν να αγαπάνε τους εχθρούς και τους ανθρώπους που τους μισούσαν, νικούσαν με αγάπη τους αντιπάλους τους. Με τη δική τους αγάπη μάζευαν πάνω στο κεφάλι των έχθρων τους αναμμένα κάρβουνα, έκαναν την καρδιά τους να καίει και μ’ αυτό τον τρόπο από εχθρούς τους κάνανε φίλους.
    Ο  λέει να μην περιμένουμε ανταπόδοση για το καλό που κάνουμε στους άλλους και μας υπόσχεται μεγάλη ανταμοιβή, μας υπόσχεται αιώνια χαρά και αγαλλίαση και λέει ότι θα γίνουμε υιοί του Υψίστου. «Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί»… «Ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Στέλνει βροχή σε όλους τους ανθρώπους, και καλούς και μη, και τον ήλιο διατάζει να φωτίζει όλο τον κόσμο.
    Πού βρίσκεται η ρίζα της ευσπλαχνίας; Η ρίζα της ευσπλαχνίας είναι η συμπόνοια. Η συμπόνοια είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης. Εκεί όπου υπάρχει η αγάπη υπάρχει και η συμπόνοια, γιατί δεν μπορεί να αγαπάει κανείς και να μην συμπάσχει. Δεν μπορεί να μην βοηθάει αυτούς που έχουν ανάγκη. Και το κάνει χωρίς να περιμένει τίποτα, καμία ανταπόδοση.
    Από την καθαρή αγάπη πηγάζει η ευσπλαχνία, αυτή μας κάνει να πραγματώνουμε αυτές τις εντολές του Χριστού, να δανείζουμε σ’ αυτούς που δεν περιμένουμε να πάρουμε πίσω και να κάνουμε άλλα διάφορα έργα. Αυτόν που έτσι ενεργεί περιμένει μεγάλη χαρά, αυτός θα κληθεί υιός του Υψίστου.
    Ξέρετε τι λέει ο Κύριος Ιησούς  για την φοβερά του Κρίση, γιατί θα δικαιωθούν οι δίκαιοι; Μόνο εξαιτίας της αγάπης τους και για τα έργα της αγάπης που είχαν κάνει. Θα κληθούν υιοί του Υψίστου και θα λάμψουν σαν τα άστρα του ουρανού. Και αυτοί που δεν είχαν αγάπη και δεν έκαναν έργα ελεημοσύνης θα κληθούν υιοί του διαβόλου και θα μοιραστούν μαζί του την αιώνιο βάσανο.
    Από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, το μέγα απόστολο της αγάπης, έχουμε μάθει ότι η  είναι πλήρωμα όλου του νόμου. Η ευσπλαχνία είναι και αυτή όλος ο νόμος του Χριστού, διότι και αυτή πηγάζει από αγάπη.
    Τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε για να αποκτήσουμε την αγάπη; Ω, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας, όλης της ζωής μας. Γι’ αυτό μας έπλασε ο Θεός, για να Τον πλησιάζουμε. Γι’ αυτό ζούμε, για να γίνουμε υιοί του Υψίστου, για να τελειοποιούμαστε και να Τον ποθούμε.
    Ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε;
    Να πορευόμαστε διά μέσου της στενής πύλης, την ακανθώδη και τεθλιμμένη οδό, χωρίς να φοβόμαστε την θλίψη και τον πόνο γιατί είναι η αρχή του καλού. Πρέπει να ακολουθήσουμε την οδό των θλίψεων, εφαρμόζοντας στη ζωή μας τις εντολές του Χριστού. Με ακούραστη  και  πρέπει να επιδιώκουμε την στενή κοινωνία με τον Θεό.
    Αυτοί έχουν αποκτήσει την αγάπη που σαν τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ μέρα και νύχτα προσεύχονταν και ζούσαν στην εγκράτεια. Τις καρδιές τέτοιων ανθρώπων ο Κύριος καθαρίζει από κάθε ακαθαρσία, διότι το Άγιο Πνεύμα μόνο στην ταπεινή καρδιά μπορεί να κατοικήσει. Πρέπει να αποκτήσουμε την πραότητα και την ταπείνωση και τότε θα έλθει η θεία αγάπη.
    Υπάρχει ανάγκη πολλά να ζητάμε όταν μετανοούμε και προσευχόμαστε για τις αμαρτίες μας. Αλλά η πρώτη μας αίτηση πρέπει να είναι αυτή, να καθαρίσει από την κακία ο Κύριος την καρδιά μας και να μας χαρίσει τις αρετές, την πραότητα, την ταπείνωση και την θεία αγάπη. Ας μην ξεχνάμε ποτέ την πιο χρήσιμη προσευχή, αυτή στην οποία ζητάμε αγάπη.
    Να προσεύχεστε και με τα δικά σας λόγια, έτσι όπως σας φωτίσει ο Θεός. Μπορείτε, για παράδειγμα, με τον εξής τρόπο- «Κύριε, δώσ’ μου την θεία αγάπη, μάθε με να αγαπάω όλους τους ανθρώπους, και αγενείς και αναιδείς, ακόμα και ανόητους και ασεβείς, όπως Εσύ, Κύριε, όλους μας αγαπάς, τους καταραμένους και αμαρτωλούς ανθρώπους».
    (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, “Λόγοι και Ομιλίες”,
    Τόμος Γ’, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”)
    http://www.vimaorthodoxias.gr/

    Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

    Χάριν της ενότητος

    Χάριν της ενότητος



     Χάριν τῆς ἑνότητος
         τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

    Πολλές φορές στίς διάφορες συναντήσεις ἀνθρώπων, ἀκόμη καί σέ ἐκκλησιαστικά Συνοδικά Ὄργανα, διατυπώνεται ἡ ἄποψη ὅτι πρέπει νά συμφωνήσουμε σέ ἕνα θέμα, ἔστω καί ἄν ἔχουμε διαφορετική γνώμη, «χάριν τῆς ἑνότητος». Καί συμβαίνει τά ἴδια τά Συνοδικά Ὄργανα, στά ὁποῖα συμμετέχουν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, νά ἀποφασίζουν διαφορετικά, πράγμα τό ὁποῖο δικαιολογεῖται ὅτι γίνεται «χάριν τῆς ἑνότητος» ἤ «γιά τήν ἑνότητα».

    Ὑπάρχουν δέ καί ἄνθρωποι, πολιτικοί, ἐκκλησιαστικοί, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι ἀγωνίζονται γιά τήν ἑνότητα τοῦ σώματος στό ὁποῖο συμμετέχουν, ὡσάν κάποιοι ἄλλοι νά μή ἐνδιαφέρωνται γιά τήν ἑνότητα.

    Ἀπό τήν ἀρχή, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ ἑνότητα στήν κοινωνία καί τήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀπώτερος στόχος στόν ὁποῖο πρέπει νά ἀποβλέπουμε. Ἰδίως στήν Ἐκκλησία αὐτό εἶναι σκοπός ὅλων, ἀφοῦ αὐτό ἐπιτεύχθηκε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, σύμφωνα μέ τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος∙ ὅτε τοῦ πυρός τά γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε». Αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐνεργεῖ στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἡ ἑνότητα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, γι’ αὐτό ὑπάρχει ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων στήν θεολογία.

    Ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νά σημειωθῆ ὅτι ἑνότητα μποροῦν νά ἔχουν καί ὅσοι ἐργάζονται τό κακό καί ὅσοι ἀπαρτίζουν μιά ἐγκληματική ὀργάνωση, πού ἀποβλέπουν στήν διαίρεση καί τήν κακοδαιμονία τῆς κοινωνίας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἑνότητά τους, ὥστε νά διαπράττουν τό κακό καί νά μή ἀποκαλυφθοῦν. Ὁπότε, δέν εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπός ἡ ἑνότητα, ἀλλά ὁ συνδυασμός τῆς ἑνότητας μέ τήν ἀλήθεια.

    Στήν θεία Λειτουργία προτρέπονται οἱ πιστοί μέ τούς λόγους: «Τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἡ ἑνότητα στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν εἶναι ἀφηρημένη καί ἀπροϋπόθετη, ἀλλά συνδέεται μέ τήν πίστη, εἶναι ἑνότητα τῆς πίστεως, ὅπως ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό στούς ἁγίους καί συνδέεται σαφέστατα μέ «τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί βεβαίως προϋποθέτει τήν ἐγκατάλειψη ὅλης τῆς ζωῆς μας στόν Χριστό. Μιά τέτοια ἑνότητα εἶναι εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό καί ὄχι ἡ ἑνότητα πού μπορεῖ νά ἔχουν καί οἱ αἱρετικοί μεταξύ τους, πού στηρίζονται στόν στοχαστικό λόγο καί πολεμοῦν τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

    Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του συνιστᾶ στούς Χριστιανούς νά ἀγωνίζονται νά τηρήσουν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος, πού συνδέεται μέ τόν ἕνα Κύριο Θεό, μέ τήν μία πίστη καί τό ἕνα βάπτισμα. Γράφει: «σπουδάζοντες τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν∙ εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα, εἷς Θεός καί πατήρ πάντων, ὁ ἐπί πάντων, καί διά πάντων, καί ἐν πᾶσιν ἡμῖν» (Ἐφ. δ΄, 3-6). Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως συνδέεται μέ τόν ἕναν Κύριο, τήν μία πίστη, τό ἕνα βάπτισμα, τό ἕνα σῶμα, τό ἕνα Πνεῦμα.

    Ἐπίσης, ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος σέ ἕναν ἑπόμενο στίχο ὁμιλεῖ γιά τήν ἑνότητα στήν θέωση: «καί αὐτός ἔδωκε τούς μέν ἀποστόλους, τούς δέ προφήτας, τούς δέ εὐαγγελιστάς, τούς δέ ποιμένας καί διδασκάλους, πρός τόν καταρτισμόν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ΄, 11-13). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως συνδέεται μέ τήν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἔχει σκοπό τήν τελειότητα, νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος τό μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν θέωση.

    Στήν ἴδια προοπτική κινοῦνται καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά διατηρήσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, ἀποδιώκοντες ἀπό τήν Ἐκκλησία τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι μέ τίς αἱρετικές διδασκαλίες διασποῦσαν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἵρεση διασπᾶ τήν ἑνότητα καί ὄχι ἡ ἀλήθεια. Ὁ ἀναθεματισμός τῶν αἱρετικῶν γινόταν γιά τήν διασφάλιση τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως καί τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες ὅταν ἀπομάκρυναν τούς αἱρετικούς ἀπό τήν Ἐκκλησία, δέν διασποῦσαν τήν ἑνότητα, ἀλλά τήν προάσπιζαν. Μιά διαφορετική ἑρμηνεία ἀποτελεῖ παραχάραξη τῆς λειτουργίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας.

    Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος συνδέει τήν ἕνωση τῶν Χριστιανῶν μεταξύ τους μέ τήν ἴδια φρόνηση. «Οὐδέ οὕτω ποιεῖ ἕνωσιν, ὡς τό τοῖς αὐτοῖς χαίρειν καί τά αὐτά φρονεῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ!». Αὐτός ὁ λόγος συνδέεται μέ πολλά χωρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Γιά παράδειγμα, στούς Χριστιανούς τῆς Ρώμης γράφει: «Ὁ δέ Θεός τῆς ὑπομονῆς καί τῆς παρακλήσεως δῴη ὑμῖν τό αὐτό φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατά Χριστόν Ἰησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδόν ἐν ἑνί στόματι δοξάζητε τόν Θεόν καί πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. ιε΄, 5-6). Ἐπίσης, στούς Χριστιανούς τῶν Φιλίππων γράφει: «Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καί οἰκτιρμοί, πληρώσατέ μου τήν χαράν, ἵνα τό αὐτό φρονῆτε, τήν αὐτήν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες» (Φιλ. β΄, 1-2).

    Ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος προσδιορίζει τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ πνευματική ἕνωση. Γράφει: «Ἡ ἕνωσις ἡ πνευματική ἐστι μνήμη ἀσφράγιστος∙ ἥτις ἐν διαπύρῳ πόθῳ ἀδιαστάτως ἐν τῇ καρδίᾳ πυρσεύεται, ἐκ τῆς διαμονῆς τῆς πρός τάς ἐντολάς δύναμιν λαμβάνουσα πρός τόν δεσμόν οὐ καταχρηστικῶς, οὐδέ φυσικῶς». Ἡ πνευματική ἕνωση γίνεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί ἀνάπτει τόν θεῖο πόθο στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων.

    Στήν κοινωνία γίνεται λόγος γιά ἑνότητα παρά τίς ὑπάρχουσες διαφορετικές ἀπόψεις καί σέ αὐτό ἀποβλέπει τό δημοκρατικό πολίτευμα. Οἱ διαφορετικές ἀρχές καί τά διαφορετικά προγράμματα μεταξύ τῶν κομμάτων, οἱ διαφορετικές θέσεις καί μέσα στίς ἐνδοκομματικές ἐργασίες, πού ἀποδεικνύονται ἀπό τίς ψηφοφορίες, ὅταν ἐκφράζωνται μέ δημοκρατικό τρόπο, θεωροῦνται ὡς στοιχεῖο ἑνότητας.

    Ὅμως, στήν Ἐκκλησία τά πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ἡ ἑνότητα δέν εἶναι μιά ἐξωτερική συμφωνία ἀπόψεων, καί μάλιστα διαφοροποιημένων ἀπό τήν παραδοθεῖσα πίστη καί τήν ἀποκαλυφθεῖσα παράδοση, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἑνότητα πίστεως.

    Ἑπομένως, στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν «χάριν τῆς ἑνότητος» νά ἀναιρεῖται ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί τελικά νά ὑπονομεύεται ὅλη ἡ ἀποκαλυφθεῖσα πίστη. Ὅταν ἐπικρατῆ ἀπόκλιση ἀπό τήν πίστη δέν εἶναι ἐπαινετή ἡ ἑνότητα, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού διαφυλάσσει τήν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη διαφυλάσσει τήν ἑνότητα. Ἐπίσης, στά ἐκκλησιαστικά θέματα δέν μπορεῖ κανείς νά ἀκολουθῆ τήν διπλωματία καί νά παλινωδῆ, νά ἀλλάση κάθε φορά ἀπόψεις καί νά χαρακτηρίζη αὐτήν τήν νοοτροπία ὡς συμβολή στήν ἑνότητα.

    Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία δέν ἐπιτρέπεται νά ἀποδομοῦνται καί οἱ ἴδιες οἱ λέξεις, ἰδιαιτέρως τό νόημα τῆς λέξεως τῆς ἑνότητας, χάριν μιᾶς ἐξωτερικῆς ἐπίπλαστης καί μεταβαλλόμενης διπλωματικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία κρύπτει στοιχεῖα σκοπιμότητας καί ὠφελιμισμοῦ.


    Φεβρουάριος 2017


    http://www.impantokratoros.gr/

    Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

    Μάθε να πολεμάς!

    Μάθε να πολεμάς!

    Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ἕνας ἀγώνας. Τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ μάθει νὰ πολεμᾶ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ χριστιανὸς θὰ θελήσει νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, ἀρχίζει ἕνας ἄγωνας, ἕνας πόλεμος.
    Ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει: «οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Έφες. 6, 12). Καὶὁ Κύριος εἶπε: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν.» (Ματθ. 10, 34) καί «ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱοἰκιακοὶ αὐτοῦ» (Ματθ. 10, 36).
    Εἶναι ἄναγκη ὁ χριστιανὸς νὰ μάθει νὰ πολεμᾶ, νὰ ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν ἔχθρών του. Ἐχθροὶ τοῦ χριστιανοῦ δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι γύρω του.Ἐχθροὶ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ διάβολος, εἶναι ὁ κόσμος μὲ τὸ ἁμαρτωλὸφρόνημά του. Ἐχθρὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ ἑαυτός του μὲ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰπάθη του.
    Δὲν ἔχουμε καταλάβει πὼς μοναδικὸς ἔχθρος καὶ πολέμιος εἶναι ὁ διάβολος. Ὁ Κύριος τὸν ὀνόμασε «ἀνθρωποκτόνο», διότι φθονεῖ καὶ μισεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶθέλει τὴν ἀπώλειά του. Ἐκμεταλλεύεται τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε καὶ μᾶς πολεμᾶ νύκτα καὶ μέρα. Εἶναι ἔχθρος ὕπουλος καὶ πλάνος. Παρουσιάζεται ἀκόμη ὡς «ἄγγελος φωτός», κατορθώνει νὰ κρύβεται, νὰκαμουφλάρεται ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἄνθρωπων γιὰ νὰ τοὺς πολεμᾶεὐκολότερα.Χρησιμοποιεῖ μεθόδους καὶ τρόπους γιὰ νὰ μᾶς ἐξαπατήσει.  Εἶναι πνεῦμα πονηρὸ καὶ μᾶς πολεμᾶ μὲ σκέψεις πονηρὲς καὶ ἀπατηλές. Ὑπόσχεται ἡδονές, ἀπολαύσεις, γλέντια, διασκεδάσεις, πλοῦτο καὶ δόξα πολλή. Αὐτὸ ἔκανε καὶ μὲ τὸν Κύριό μας στὸ ὅρος τῶν πειρασμῶν.
    Αὐτὸ τὸν ἔχθρο καλούμαστε νὰ πολεμήσουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦΧριστοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε: «ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴἀδικήσῃ» (Λουκ. 10,19).
    Δεύτερος ἐχθρὸς ἐξίσου ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ κόσμος ποὺ μᾶς περιβάλλει, ὄχι βέβαια οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ τὸ κοσμικὸ φρόνημα ποὺ ἐπικράτει μέσα στὸν κόσμο.Ὁ κόσμος θέλει νὰ ἐπιβάλει τὴ σφραγίδα του ἐπάνω μας. Ὁ κόσμος εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ· «ὅς ἄν βουληθῆ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται» (Ίακ. 4,4). Ὁ χριστιανὸς ζεῖ μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου.
    Ἀλλὰ ἐχθρὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του. Εἶναι πιὸἐπικίνδυνος ἀπό τοὺς ἄλλους δύο. Τὸν ἑαυτό μας τὸν φέρουμε παντοῦ, στὸ σπίτι, στὸ δρόμο, στὴν ἐργασία μας καὶ στὴν Ἐκκλησία ἀκόμα. Εἶναι ἕνας ἀχώριστος σύντροφος τῆς ζωῆς μας. Ὁ ἑαυτός μας μὲ τὶς ἀδυναμίες του, καὶ τὰ πάθη του, εἶναι ἕνας ἀντίπαλος στὴν πνευματική μας ζωή. Καλούμαστε αὐτὸν τὸν ἑαυτό μας νὰ τὸν ἀπαρνηθοῦμε γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτόν. Ὁ Κύριος εἶπε: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦκαὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. 16,24).
    Ὁ ἐαυτός μας ἔχει ρίζες βαθιὲς καὶ θέλει καλὸ ἄγωνα γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’ αὐτόν. Αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἐχθροὺς καλεῖται ὁ πιστὸς νὰ πολεμήσει χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις, χρησιμοποιώντας ὅλα τὰ ὄπλα καὶ τὰ μέσα τῆς χάριτος ποὺ τοῦ δίνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μείνει πιστὸς στὸ θέλημά του.
    Π.Π.
    https://simeiakairwn.wordpress.com