Ο Όσιος Θεοδόσιος ο ΚοινοβιάρχηςΑρχική: Αρχική σελίδα \ Άγιοι Τόποι \ Διάφορα Θέματα \ Βίοι Αγίων στους Αγίους Τόπους \ Ο Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης Σύντομο συναξάριον του οσίου πατρός ημών Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου Αυτός ο άγιος ζούσε στα χρόνια του Λέοντος του μεγάλου το 450, και έζησε και ως τα χρόνια του Αναστασίου του Δικόρου, που βασίλευσε το 491. καταγόταν από ένα χωριό της Καππαδοκίας που ονομαζόταν Μωγαρισού. Ήταν υιός γονέων ευσεβών και πιστών, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία. Αυτός λοιπόν αφού έγινε μοναχός, πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί ήρθε στην Αντιόχεια, και αντάμωσε τον άγιο Συμεών τον στυλίτη από τον οποίο έμαθε και την πρόοδο που επρόκειτο να έχει στην αρετή, και ότι θα γίνει και ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Έπειτα ησύχασε κοντά σε έναν ησυχαστή , που λεγόταν Λογγίνος, και παρουσιάστηκε τόσο υπερβολικά εγκρατής, που όλη την εβδομάδα έτρωγε μόνο μία φορά, ο αοίδιμος, και στο διάστημα τριάντα ολόκληρων χρόνων δεν έφαγε καθόλου ψωμί. Άσκησε λοιπόν κάθε είδος αρετής και έφθασε σε τέτοιο ύψος αναβάσεως ο τρισόλβιος, ώστε αξιώθηκε να εκτελεί παράδοξα θαύματα, γιατί μόνο αυτός έβλεπε μαζί με έναν άλλο αδελφό τον μαθητή του Βασίλειο, ο οποίος αφού πέθανε και ενταφιάστηκε στον τάφο, τον οποίο ο άγιος έκτισε για αυτόν προς ενθύμηση του θανάτου, στεκόταν μετά το θάνατο στην Εκκλησία μαζί με τους άλλους αδελφούς και έψαλλε μαζί τους. Και ήταν αόρατος για όλους τους άλλους. Αυτός άναψε και τα σβησμένα κάρβουνα χωρίς φωτιά στον τόπο εκείνο, όπου επρόκειτο να θεμελιωθεί το μοναστήρι. Αυτός ελευθέρωσε από την αιμορραγία μια γυναίκα, η οποία προσήλθε με πίστη.. αυτός από ένα σπυρί σιτάρι, το οποίο ευλόγησε, έκανε να υπερχειλίσουν οι σιταποθήκες. Αυτός, που εμφανίστηκε χωρίς να τον βλέπουν, έβγαλε από το βυθό του πηγαδιού το παιδί που έπεσε εκεί μέσα. Αυτός έπαυσε και το θάνατο των παιδιών μιας γυναίκας, τα οποία πριν ακόμα γεννηθούν στην ζωή, αρπάζονταν από το θάνατο. Έτσι και τη μητέρα τους, η οποία δεν είχε καλύτερη τύχη και από μια εντελώς στείρα, εξαιτίας των θανάτων των παιδιών, ο άγιος με την προσευχή του την έκανε πολύτεκνη. Αλλά και το νέφος ακρίδων έδιωξε ο άγιος με μια μόνον παρατήρηση. Αυτός και τον Κόμη της Ανατολής Κήρυκο φύλαξε άτρωτο στον πόλεμο, διότι εκείνος φορούσε για προστατευτικό θώρακα το τρίχινο ιμάτιο του αγίου. Αλλά και τη γη που αδικούνταν από την ξηρασία και δεν έδινε καρπό την ελευθέρωσε από την ανυδρία, προκαλώντας βροχή με την προσευχή του. Προείπε ακόμα ο όσιος και την κατεδάφιση που επρόκειτο να πάθει η πόλη Αντιόχεια από τον σεισμό. Και πολλούς ανθρώπους γλύτωσε από την τρικυμία της θάλασσας με την εμφάνισή του όταν κινδύνευαν. Και στάθηκε και δάσκαλος της αρετής σε πολλούς μαθητές, και περισσότερους παρακίνησε προς τον ίδιο ζήλο και μίμηση της δικής του αρετής με τα λόγια και τα έργα του και στη συνέχεια τους έφερε κοντά στον Κύριο. Έτσι λοιπόν αφού έζησε και δοξάστηκε στη γη, αναπαύθηκε εν ειρήνη, παραδίδοντας το πνεύμα του στα χέρια του Θεού και τελείτια η σύναξή του στον Αποστολικό ναό του κορυφαίου Πέτρου. Απόσπασμα από τον κατά πλάτος Βίο του Αγίου Και ήταν σε όλα όσα γίνονταν πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν όμως κινδύνευε η ευσέβεια, τότε φαινόταν φιλόνικος και ισχυρογνώμων ο Άγιος Θεοδόσιος. Και ήταν, σύμφωνα με τη Γραφή, «πυρ φλέγον» και «μάχαιρα κόπτουσα», που αφανίζει τα κακά ζιζάνια. Έτσι φιλονίκησε με τον παράνομο βασιλιά Αναστάσιο, τον μεγάλο και άσπονδο εχθρό της Δ' οικουμενικής αγίας Συνόδου, ο οποίος ακολουθούσε την αίρεση του δυσσεβούς Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι πίστευαν ότι ο Χριστός έχει μία φύση, οι άχρηστοι, ο οποίος βασιλιάς άλλους πατέρες κολάκευε και συμμορφώνονταν με την αίρεση και άλλους τους τυραννούσε ο άμυαλος. Κι έτσι δοκίμασε να παρασύρει και τον σοφό Θεοδόσιο με αργύρια, ο φιλάργυρος. Του έστειλε λοιπόν δωρεά τριάντα λίτρες χρυσού και για να μην το καταλάβει ότι το έστειλε με πονηριά και το γυρίσει πίσω, κάλυψε με πονηριά το δόλωμα και του μήνυσε να το δεχτεί για να το ξοδέψει για τους αρρώστους και τους φτωχούς. Και ο Άγιος δέχτηκε το χρυσό για να μη δώσει αφορμή για σκάνδαλο, τη μιαρή όμως γνώμη του τη μίσησε και την απέκρουσε, ανατρέποντάς την με αληθινές αποδείξεις και παραδείγματα, και νικήθηκε ο βασιλιάς, σαν να πολεμούσε το ελάφι με το λιοντάρι, όπως θα φανεί παρακάτω. Αφού πέρασε λίγος καιρός, αφότου φιλοδώρησε τον Άγιο με τον χρυσό ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους στον Όσιο να υπογράψει την προαναφερθείσα αίρεση. Τότε συγκεντρώνει όλους τους Πατέρες της ερήμου και με τη σύμφωνη γνώμη και τη θέληση όλων γράφει στον βασιλιά την εξής απάντηση: «επειδή μας έστειλες μήνυμα να κάνουμε ένα από τα δύο, δηλαδή ή να συμφωνήσουμε με την άποψη των Ακέφαλων ή να θανατωθούμε βίαια αν μείνουμε πιστοί στα ορθά Δόγματα των Πατέρων, μάθε ότι προτιμούμε τον θάνατο και όχι μόνο εμείς δεν παρεκκλίνουμε καθόλου από την αλήθεια, αλλά και όσους άλλους παρασύρετε και δεχτούν τα φρονήματά σας, εμείς τους αναθεματίζουμε, και αν χειροτονήσετε κάποιον από τους Άκέφαλους, εμείς δεν τον δεχόμαστε. Μακάρι, Χριστέ Βασιλιά, να μη συμβεί να παραιτηθούμε ούτε λίγο από την Ορθοδοξία, αλλά ακόμα και αν δούμε τους Άγιους αυτούς Τόπους να έχουν παραδοθεί στη φωτιά, ακόμα και αν πάθουμε οτιδήποτε άλλο, δεν αλλάζουμε γνώμη, ακόμα και αν ελεεινά τεμαχίσουν τα σώματά μας σε μικρά τεμάχια, αλλά πιστεύουμε στις τέσσερις Άγιες Συνόδους, από τις οποίες η πρώτη των 318 Πατέρων έγινε κατά του Άρειου στη Νίκαια, τον οποίο και αναθεμάτισαν, επειδή το δόγμα του δυσσεβούς θεωρούσε τον Υιό του Θεού ξένο από την ουσία του Πατρός. Η δεύτερη κατά του Μακεδόνιου, ο οποίος βλασφημούσε προς το Άγιο Πνεύμα. Η Τρίτη πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο κατά του Νεστορίου, ο οποίος φλυαρούσε με μιαρό και παράλογο τρόπο κατά της οικονομίας του Χριστού, και η τέταρτη των 630 θεοφόρων Πατέρων στη Χαλκηδόνα, οι οποίοι έχοντας ίδιο φρόνημα με τους άλλους, αφόρισαν τον Ευτυχή και τον Νεστόριο, και τους έδιωξαν μακριά από την Εκκλησία και δυνάμωσαν την Ανατολική Πίστη, χαρακτηρίζοντας αυτούς που έχουν διαφορετικό φρόνημα ξένους από την Εκκλησία του Χριστού. Από αυτή λοιπόν την Ορθόδοξη Πίστη δεν παρεκκλίνουμε ούτε προδίδουμε (μακριά από εμάς!) την ευσέβεια, έστω και αν πρόκειται να μας δώσετε χιλιάδες θανάτους. Η ειρήνη του Θεού που καθοδηγεί κάθε νου, μακάρι να είναι φύλακας και οδηγός του κράτους σου». Μόλις δέχτηκε αυτή την επιστολή ο βασιλιάς, ευλαβήθηκε τον Άγιο και του έστειλε απάντηση προφασιζόμενος ότι δεν έφταιγε ο ίδιος σε αυτό το θέμα, αλλά οι κακοί Αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι θέλοντας να φανούν σοφοί, προκαλούσαν τα σκάνδαλα. Αυτά και άλλα αφού έγραψε ο βασιλιάς στον Άγιο, σταμάτησε και δεν εκβίαζε κανένα να ακολουθήσει την αίρεση. Αλλά μετά από καιρό άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι γράμματα κατά της ευσέβειας, ο απερίσκεπτος. Ο γενναίος όμως και ζηλωτής της ορθής πίστης Άγιος Θεοδόσιος, δεν αποδέχτηκε τα γράμματα, αλλά σαν λιοντάρι όρμησε κατά των απεσταλμένων και αφού συγκέντρωσε το πλήθος, ανέβηκε στον άμβωνα και είπε μεγαλόφωνα: «όποιος εναντιωθεί στις τέσσερις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους και δεν τις τιμά όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να έχει το ανάθεμα.». αυτά είπε και έτρεξε σαν Άγγελος στις κοντινές χώρες και πόλεις σαν στρατηγός, με πολλούς Μοναχούς να τον ακολουθούν, και στήριζε τους πιστούς, ξεσήκωνε τους νωθρούς και όσους είχαν αμφιβολία για την Ορθόδοξη πίστη τους βεβαίωνε και τους έκανε πρόθυμους να μη φοβηθούν τις απειλές του τυράννου, αλλά να πεθάνουν, αν χρειαστεί, για την ευσέβεια. Και τους δίδασκε ο Όσιος να γνωρίζουν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση, δηλαδή πρόσωπο, έχοντας από τη φύση του τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Έφερε και για απόδειξη την Αγία εκείνη και Οικουμενική Τετάρτη Σύνοδο, η οποία σαφέστατα ανατρέπει αυτές τις δύο αιρέσεις, του δυσσεβούς Νεστόριου, ο οποίος χώριζε τον ένα Χριστό σε δύο υιούς και δύο υποστάσεις ο ανόητος, και του Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι συγχέουν σε μία φύση του ενός Χριστού τη θεότητα και την ανθρωπότητα. Γιατί ο Νεστόριος πίστευε δύο φύσεις και υποστάσεις στο Χριστό και δύο υιούς, έναν Θεό που γεννήθηκε από τον Πατέρα, και άλλον από την Αγία Παρθένο. Ο Ευτυχής πάλι και ο Διόσκορος και ο Σεβήρος, που πίστευε τα ίδια με αυτούς, θέλοντας δήθεν να πολεμήσουν αυτή τη σφαλερή διαίρεση του Νεστόριου, έπεσαν πάλι και οι ίδιοι τόσο ανόητα σε άλλη αίρεση, δίνοντας στο Χριστό μία φύση θεότητος και ανθρωπότητος, και πιστεύοντας οι άμυαλοι ότι η θεότητα μπορεί να πάσχει. Γιατί , αν έχει ο Χριστός μία φύση, όπως φλυάρησαν αυτοί, άρα και η θεότητα γνώρισε το θάνατο. Αλλά ας σφραγισθούν τα μιαρά τους στόματα, γιατί η Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος απόφάσισε να τιμούμε δύο φύσεις θεότητος και ανθρωπότητος σε μία υπόσταση χωρίς να τις συγχέουμε, χωρίς να τις μεταβάλλουμε και δίχως να τις χωρίζουμε, έναν Υιό εκ του Πατρός προαιώνιο σύμφωνα με τη θεότητα, μεταγενέστερο και πάλι γεννηθέντα από την Αγία Παρθένο με νεότερο νόμο σύμφωνα με την ανθρωπότητα, ομοούσιο με τον Πατέρα, αμήτορα και απάτορα. Με αυτά και άλλα παρόμοια δίδασκε με θάρρος το ποίμνιό του ο σοφός Θεοδόσιος. Και για αυτό ο βασιλιάς θύμωνε μαζί του και τον εξόρισε άδικα. Ο δίκαιος κριτής όμως Θεός, αφαίρεσε τη ζωή εκείνου του παράφρονα και όταν επέστρεψε πάλι ο Όσιος έπαυσε ο διωγμός της Εκκλησίας και σταμάτησαν τα σκάνδαλα. Και οι αιρετικοί αρχιερείς διώχτηκαν από τους θρόνους τους, και οι ευσεβείς πήραν πίσω τους δικούς τους θρόνους ,όπως και πριν, και πολλοί από αυτούς επαίνεσαν τον μέγα Θεοδόσιο για το θάρρος που έδειξε και δεν δέχτηκε τα βασιλικά προστάγματα. Ιδιαίτερα οι Αρχιεπίσκοποι, της Ρώμης Αγάπιος και ο Εφραίμ της Αλεξάνδρειας του έγραψαν εγκωμιαστικά γράμματα και πολύ τον εγκωμίασαν.Πηγή: Η αίρεσις των μονοφυσιτών αντιχαλκιδωνίων Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη Απόδοση στα νέα Ελληνικά Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος |
ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΦΙΛΩΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕ ΠΡΟΒΟΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ.
Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011
Ο Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
Γιατί οι άνθρωποι εχθρεύονται την αλήθεια;
Γιατί οι άνθρωποι εχθρεύονται την αλήθεια;Αρχική: Αρχική σελίδα \ Θεματικές κατηγορίες \ Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες \ Ομίλιες Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Κριμαίας \ Γιατί οι άνθρωποι εχθρεύονται την αλήθεια; Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΧΘΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ; «Και ελθόντι αυτώ εις το ιερόν προσήλθον αυτώ διδάσκοντι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον λαού λέγοντες· εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς, και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» (Μτ. 21, 23). Γιατί έκαναν στον Κύριο Ιησού Χριστό μία τέτοια ερώτηση; Και είναι σίγουρο ότι τον ρώτησαν με θυμό. «Πώς τολμάς εσύ να διδάσκεις το λαό; Ποιος σου το επέτρεψε, ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα; Εμείς μόνον έχουμε την εξουσία να διδάσκουμε το λαό». Την απάντηση που τους έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να δώσει. Αν στη θέση του βρισκόταν κάποιος που δεν είχε εξουσία να διδάσκει θα έχανε τον εαυτό του μπροστά στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους και το πρώτο πράγμα που θα προσπαθούσε να κάνει θα ήταν να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Ο Χριστός δεν τους απάντησε ευθέως. Τους έδωσε μία απάντηση που δεν την περίμεναν. Αντί να δικαιολογεί τον εαυτό του και να τους προβάλλει επιχειρήματα, που να δικαιολογούσαν την εξουσία του να διδάσκει τον λαό, τους ελέγχει και τους αναγκάζει να παραδεχτούν πως δεν έχουν δίκαιο σ' αυτά που λένε. Τους είπε: «Ερωτήσω υμάς καγώ λόγον ένα, ον εάν είπητέ μοι, καγώ υμίν ερώ εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ. Το βάπτισμα Ιωάννου πόθεν ην, εξ ουρανού ή εξ ανθρώπων; οι δε διελογίζοντο παρ' εαυτοίς λέγοντες· εάν είπωμεν, έξ ουρανού, ερεί ημίν, διατί ουν ουκ επιστεύσατε αυτώ· εάν δε είπωμεν, εξ ανθρώπων, φοβούμεθα τον όχλον· πάντες γαρ έχουσι τον Ιωάννην ως προφήτην. Και αποκριθέντες τω Ιησού είπον· ουκ οίδαμεν. έφη αυτοίς και αυτός· ουδέ εγώ λέγω υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ» (Μτ. 21, 24-27). Μ' αυτή την απάντηση ο Κύριος τους έφερε σε αδιέξοδο. Τους ανάγκασε να αποκαλύψουν μπροστά σε όλους τη δολιότητα και την ακαθαρσία τους. Και αφού όλοι είδαν την υποκρισία και την πονηριά τους, πως τολμούν να Τον ρωτάνε με ποια εξουσία το κάνει; Γι' αυτό Του είπαν μόνο" «ουκ οίδαμεν». Ήξεραν, ήξεραν πάρα πολύ καλά, αλλά δεν ήθελαν να απαντήσουν. Γνώριζαν ότι το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν από τον Θεό. Όλος ο απλός λαός, άνθρωποι με καθαρή καρδιά, πίστευε ότι το βάπτισμα του Ιωάννου ήταν από τον Θεό. Με προσοχή και ευλάβεια άκουγε ο λαός το κήρυγμα της μετανοίας. Είναι αδύνατον να μην καταλάβαιναν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού ότι ο Ιωάννης είναι μεγάλος προφήτης και απεσταλμένος του Θεού. Μερικοί απ' αυτούς πήγαν στον Ιωάννη και έλαβαν το βάπτισμά του, αλλά τέτοιοι ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι δεν το δεχόταν γιατί είχαν στο νου τους τον εξής λογισμό: «Είναι δυνατόν εμείς οι πνευματικοί ηγέτες του λαού να πάμε στον Ιωάννη; Πώς θα λάβουμε το βάπτισμἀ του; Πώς θα μετανοήσουμε ενώπιον όλου του λαού; Αν το κάνουμε αυτό θα πληγεί το κύρος μας. Ο λαός μάς θεωρεί μεγάλους πνευματικούς ηγέτες, δεν μπορούμε εμείς να πάμε στον Ιωάννη, για να μην πέσουμε στα μάτια του λαού». Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πλανεμένοι, δεν ήθελαν να παραδεχτούν την αλήθεια, δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την οδό της δικαιοσύνης γιατί αυτό δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Πώς να παραχωρήσουν τα πρωτεία τους στον Ιωάννη ή στον Ιησού; Η καρδιά τους δεν μπορούσε να ησυχάσει· παρακολουθούσαν το Χριστό, το κήρυγμά Του και Τον ζήλευαν. Έβλεπαν τη δύναμη του λόγου Του, έβλεπαν πως ο λαός Τον ακολουθεί και αυτό τους τρόμαζε. Αν ακολουθούν το Χριστό, τότε αυτό σημαίνει ότι προτιμούν Αυτόν. Γι' αυτό Τον μισούσαν και Του δημιουργούσαν εμπόδια... Αυτοί λοιπόν ήταν οι αρχιερείς, οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Αλλά και μεταξύ μας υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι. Τέτοιοι υπήρχαν πάντα αρκετοί σ' όλες τις εποχές και σ' όλους τους λαούς. Πολλές φορές δεν θέλουμε να παραδεχτούμε την αλήθεια, η οποία είναι φανερή και το καταλαβαίνουμε στο βάθος της καρδιάς μας. Στασιάζουμε εναντίον της αλήθειας, αυτή μας εμποδίζει γιατί η οδός που ακολουθούμε δεν είναι η οδός της δικαιοσύνης. Μόνοι μας βάλαμε για μας τους σκοπούς που θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας. Και οι σκοποί αυτοί απέχουν μακριά από τους πραγματικούς που είναι η αγιότητα και η δικαιοσύνη. Έτσι και ο δρόμος που ακολουθούμε είναι σύμφωνος με τους σκοπούς μας. Γι' αυτό όταν βλέπουμε το φως της αλήθειας να λάμπει μπροστά μας, την πρώτη στιγμή χάνουμε τον εαυτό μας, μετά αρχίζουμε να μισούμε την αλήθεια, να την αποστρεφόμαστε και στο τέλος να την πολεμάμε. Δεχόμαστε μόνο εκείνες τις διδασκαλίες που τρέφουν την φιλαυτία και τον εγωισμό μας και μάς βοηθάνε να ακολουθούμε το δικό μας δρόμο, το δρόμο της αμαρτίας. Πολεμάμε κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς μας, κάθε τι που ελέγχει την ματαιότητα του λανθασμένου δρόμου μας. Πολεμάμε την αλήθεια γιατί ακολουθούμε τις διδασκαλίες που μόνοι μας δημιουργήσαμε ή που τις έχουμε ακούσει από τους άλλους. Αυτές που είναι σύμφωνες με την επιθυμία μας, για να ζούμε καλά σ' αυτή τη ζωή. Ότι συμφωνεί με τους σκοπούς μας και το δρόμο που έχουμε διαλέξει, το θεωρούμε αληθινό. Το δεχόμαστε ανεπιφύλακτα και το προβάλλουμε ως επιχείρημα για να υπερασπίσουμε τις δικές μας πεποιθήσεις και τις λανθασμένες διδασκαλίες που ακολουθούμε, οι οποίες δεν συμφωνούν μ' αυτά που δίδασκε ο Χριστός και για τις οποίες στο βάθος της καρδιάς μας γνωρίζουμε πως δεν είναι σωστές. Και όταν ακούμε το κήρυγμα του Χρίστου προβάλλουμε αντιρρήσεις όσο περισσότερες μπορούμε. Μπορεί και να μην είναι αλήθεια αυτό που λέμε, αυτό όμως δεν μάς σταματάει. Μήπως και κάποιος από μας, αν βρισκόταν στη θέση που βρέθηκαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, θα έκανε αυτό που έκαναν και εκείνοι και στην ερώτηση του Κυρίου θα απαντούσε: «Δεν γνωρίζω»; Μπορεί. Αλλά θα μπορούσε να κάνει και κάτι χειρότερο - αντί να παραδεχτεί την αλήθεια, να άρχιζε να την διαστρεβλώνει, να ψευδολογεί και να την βλασφημά. Αυτό συναντάμε πολλές φορές στους ανθρώπους που έχουν αρνηθεί τον Χριστό και ακολουθούν το δικό τους δρόμο. Απ' αυτό να μάς φυλάξει ο Κύριος, να μη γίνουμε όμοιοι με τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Να μάς βοηθήσει να ακολουθούμε πάντα την οδό της δικαιοσύνης μέσα στο φως του Χρίστου. Αμήν. |
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
π. Γεώργιος Calciu Ο ομολογητής και ποιμένας (2)
π. Γεώργιος Calciu Ο ομολογητής και ποιμένας (2)π. Γεώργιος Calciu Ο ομολογητής και ποιμένας ΜΕΡΟΣ Β' O Γεώργιος Calciu αφέθηκε ελεύθερος από την πρώτη του φυλάκιση το 1964. Κάνει αίτηση στην Ιατρική σχολή, προκειμένου να συνέχιση τις σπουδές του από εκεί που τις άφησε, άλλα δυστυχώς η αίτησή του απορρίφτηκε. Έτσι ξεκινά νέες σπουδές στο Πανεπιστήμιο στη Γαλλική Φιλολογία. Το 1965 παντρεύτηκε τη βιολόγο ερευνήτρια Ανδριριάννα Dumitreasa η οποία είχε δύο αδελφούς πού είχαν φυλακισθεί μαζί με τον Γεώργιο στην πρώτη φυλάκισή του, με την οποία απέκτησαν έναν υιό, τον Αντρέϊ. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή ο Γεώργιος, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό και να γίνει ιερεύς. Αν και η μυστική αστυνομία της Ρουμανίας του είχε απαγορεύσει να παρακολουθήσει μαθήματα στο θεολογικό ινστιτούτο, εν τούτοις με την αρωγή του πατριάρχου Ιουστινιανού τελείωσε κρυφά τέσσερα χρόνια θεολογικών σπουδών και στη συνέχεια τοποθετήθηκε από τον ίδιο τον πατριάρχη καθηγητής γαλλικών στο ινστιτούτο. Χειροτονείται ιερεύς στις 30 Ιανουαρίου το 1973. Μια ομάδα φοιτητών του θεολογικού ινστιτούτου συσπειρώνεται γύρω του και έτσι ο π. Γεώργιος τα βράδια τους μαζεύει για συμμελέτη της αγίας Γραφής, συζήτηση και προσευχή. Σύντομα στις συνάξεις αυτές μαζεύονται κι άλλοι φοιτητές από άλλα τμήματα και έτσι η φλόγα της πίστεως αρχίζει να αυξάνει. Η μυστική αστυνομία πληροφορούμενη τη διάδοση της πίστεως θορυβήθηκε και διέταξε να σταματήσουν οι προσευχές. Οι συνάξεις όμως συνεχίστηκαν μέχρι το 1978. Εκείνη τη χρονιά ο π. Γεώργιος είχε κάνει τις γνωστές και δυναμικές «Επτά ομιλίες στη νεότητα», μέσα από τις όποιες επεκήρυττε την κομμουνιστική φιλοσοφία του αθεϊσμού και του υλισμού. Ενώ ετοιμαζόταν να δώσει και την όγδοη ομιλία του στους νέους θέλοντας να τους εξηγήσει πως η μυστική αστυνομία κατά την διάρκεια των διακοπών του Πάσχα, προσπάθησε να τον εκβιάσει και να τον αποθαρρύνει να συνεχίσει τις ομιλίες του, χάνει τη θέση του από το ινστιτούτο. Η μυστική αστυνομία υποχρέωσε τους προϊστάμενους του π. Γεωργίου, τους επισκόπους, να τον διώξουν τόσο από τη δουλειά του όσο κι από την εκκλησία. Έτσι οι επίσκοποι τον άφησαν χωρίς καμία προστασία και μ' αυτό τον τρόπο η μυστική αστυνομία μπορούσε να τον συλλάβει ως απλό πολίτη, μη μπορώντας οι ιεράρχες να προβάλουν καμία αντίρρηση. Όταν ο π. Γεώργιος συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον επίσκοπο Ρωμανό, του είπε —ενώ ασπαζόταν το χέρι του— ότι πρόκειται να διαπράξει μια μεγάλη αμαρτία με το να επιτρέψει τη φυλάκισή του. Ο επίσκοπος όμως απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια. Κατάλαβε, ότι οι μέρες της ελευθερίας του είχαν τελειώσει. Είκοσι πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας συλλαμβάνουν τον π. Γεώργιο μπροστά στα έκπληκτα μάτια της συζύγου του και του δεκατριάχρονου υιού του μέσα στο ίδιο του το σπίτι, στο όποιο έψαξαν να βρουν κάποιο έγγραφο για να τον ενοχοποιήσουν. Τον κράτησαν για ανάκριση μισό χρόνο, ενώ πληροφόρησαν τη γυναίκα του αρχικά ότι είναι άρρωστος και στη συνέχεια ότι πέθανε κι ότι δεν πρόκειται να βρουν ποτέ το σώμα του για να το θάψουν. Εκείνη όμως δεν τους πίστεψε. Πριν το 1978 ήταν εφικτό οι πράκτορες να σκοτώσουν και να εξαφανίσουν ένα δημόσιο πρόσωπο. Εκείνο όμως τον καιρό ο π. Γεώργιος ήταν γνωστός μέσω των ομιλιών του πού είχαν διαρρεύσει κρυφά έκτος Ρουμανίας, ακούγονταν στο ραδιόφωνο και είχαν εκδοθεί στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ο πρόεδρος Τσαουσέσκου δεν θα είχε την τόλμη να τον σκοτώσει. Κάποια στιγμή τον καταδίκασαν σε θάνατο και τον διαβεβαίωσαν ότι θα τον εκτελούσαν. Του είχαν παραχωρήσει και δικηγόρο, μόνο πού αυτός απεδείχθη συγχρόνως και κατήγορος του. Μπροστά στους ενόρκους ο δικηγόρος του π. Γεωργίου έλεγε «Είναι αλήθεια κύριε διακαστά ότι ο πελάτης μου είναι πράκτορας της CIA. Αλλά σάς παρακαλώ, μην τον σκοτώσετε. Αφήστε τον να ζήσει και επιτρέψτε σ' έμενα να τον νουθετήσω για το πώς πρέπει να γίνει ένας χρήσιμος άνθρωπος για το κομμουνιστικό κόμμα». Οι κατήγοροί του δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να τον κατηγορήσουν. Ό,τι έκανε το έκανε δημοσίως. Το μόνο πού διεκήρυττε ο π. Γεώργιος ήταν, ότι ο λόγος του Θεού πρέπει να ακουστή παντού, ότι πρέπει να σταματήσει το γκρέμισμα των εκκλησιών και πρέπει όλοι, νέοι και ηλικιωμένοι να έχουν το δικαίωμα να γίνουν μοναχοί κάτι πού το Κράτος είχε απαγορεύσει. Προσπάθησε να πείσει και τον επίσκοπο να βγει μαζί του να κηρύξουν το Χριστό στον κόσμο. Δεν τον ακλούθησε όμως. Κανείς άλλος δυστυχώς δεν τον ακολούθησε. Πίστευε, ότι η φωνή του επισκόπου θα ήταν πιο ηχηρή από τη δική του, αλλά ο επίσκοπος δεν είχε το θάρρος να κηρύξει το Χριστό δημόσια. Η μαρτυρική πορεία του θα συνεχιστεί... πηγή: αγγλόφωνο περιοδικό «Orthodox Ware» Μετάφραση, Ι. Μονή Αγ. Αυγουστίνου, Φλωρίνης. Αναδημοσίευση: Χριστιανική Σπίθα, έτος ξς’, Πάρος – Νοέμβριος 2010 – αριθμ. φύλ. 688, σελ.7. |
Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011
ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Γιορτάζουμε σήμερα 7 Ιανουαρίου, ημέρα μνήμης της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ας πούμε λίγα λόγια:
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν ο τελευταίος προφήτης που ανάγγειλε την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ήταν και ο μοναδικός από τους προφήτες που αξιώθηκε να συναντήσει τον Χριστό αφού έζησε στα χρόνια Του. Πατέρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ήταν ο Ιερέας Ζαχαρίας και μητέρα του η Ελισάβετ. Η μητέρα του ήταν στείρα και για τον λόγο αυτό το ζευγάρι ήταν άτεκνο. Τόσο ο Ζαχαρίας όσο και η Ελισάβετ ήταν σε μεγάλη ηλικία όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε στον Ζαχαρία ότι θα αποκτήσει με την Ελισάβετ παιδί, όπου θα είναι αγόρι το οποίο θα πρέπει να ονομαστεί Ιωάννης.
Παρασκευή, 07 Ιανουάριος 2011 02:20
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν ο τελευταίος προφήτης που ανάγγειλε την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ήταν και ο μοναδικός από τους προφήτες που αξιώθηκε να συναντήσει τον Χριστό αφού έζησε στα χρόνια Του. Πατέρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ήταν ο Ιερέας Ζαχαρίας και μητέρα του η Ελισάβετ. Η μητέρα του ήταν στείρα και για τον λόγο αυτό το ζευγάρι ήταν άτεκνο. Τόσο ο Ζαχαρίας όσο και η Ελισάβετ ήταν σε μεγάλη ηλικία όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε στον Ζαχαρία ότι θα αποκτήσει με την Ελισάβετ παιδί, όπου θα είναι αγόρι το οποίο θα πρέπει να ονομαστεί Ιωάννης.
ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ
Πέμπτη, 06 Ιανουάριος 2011 03:42
Η Βάπτιση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο λέγεται και "Επιφάνεια". Η λέξη "Θεοφάνεια" προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη», και σχετίζεται περισσότερο με την Γέννηση του Χριστού. Η λέξη "Eπιφάνεια" προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις» και αναφέρεται περισσότερο στην Βάπτιση του Κυρίου.
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011
ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Αρχική: Αρχική σελίδα \ Θεματικές κατηγορίες \ Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες \ Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Ο ΟΣΙΟΣ Σιλουανός ο Αθωνίτης είναι μία από τις με γαλύτερες σύγχρονες φυσιογνωμίες του αγιορείτι κου και γενικότερα του ορθοδόξου μοναχισμού.
Γεννήθηκε το 1866 στη Ρωσία από γονείς ευσεβείς. Ύστερα από διάφορες μεταπτώσεις των πρώτων νεανικών του χρόνων, ένα αποκαλυπτικό όραμα της Υπεραγίας Θε οτόκου τον έκανε να μετανοήσει βαθιά και να ποθήσει την ισάγγελη μοναχική πολιτεία.
Το 1892 ήρθε στο Άγιον Όρος, στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Μικρόσχημος μοναχός έγινε το 1896 και μεγαλόσχημος το 1911.
Γεννήθηκε το 1866 στη Ρωσία από γονείς ευσεβείς. Ύστερα από διάφορες μεταπτώσεις των πρώτων νεανικών του χρόνων, ένα αποκαλυπτικό όραμα της Υπεραγίας Θε οτόκου τον έκανε να μετανοήσει βαθιά και να ποθήσει την ισάγγελη μοναχική πολιτεία.
Το 1892 ήρθε στο Άγιον Όρος, στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Μικρόσχημος μοναχός έγινε το 1896 και μεγαλόσχημος το 1911.
Η ζωή του στον Άθωνα, διαποτισμένη από τη διαρκή μνήμη του Θεού, ξεχώριζε για τη συνέπεια και την ακρί βειά της τόσο στους πνευματικούς αγώνες όσο και στις μοναστηριακές διακονίες.
Υπομονετικός και μακρόθυμος, πράος και άκακος, τα πεινός και υπάκουος ο όσιος Σιλουανός, κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των συμμοναστών του, αλλά και δέχτηκε πολλές επιθέσεις από τους φθονερούς και μισό-καλους δαίμονες.
Έχοντας παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικά στο Θεό, πολύ σύντομα αξιώθηκε να λάβει το δώρο της ακα τάπαυστης ευχής από την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και να δει τον ζώντα Χριστό μέσα στο ναό του προφήτη Ηλία, στο μυλώνα της μονής.
Υπομονετικός και μακρόθυμος, πράος και άκακος, τα πεινός και υπάκουος ο όσιος Σιλουανός, κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των συμμοναστών του, αλλά και δέχτηκε πολλές επιθέσεις από τους φθονερούς και μισό-καλους δαίμονες.
Έχοντας παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικά στο Θεό, πολύ σύντομα αξιώθηκε να λάβει το δώρο της ακα τάπαυστης ευχής από την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και να δει τον ζώντα Χριστό μέσα στο ναό του προφήτη Ηλία, στο μυλώνα της μονής.
Η θεοφάνεια εκείνη ήταν ο σημαντικότερος σταθμός της ζωής του. Από τότε η οξεία πνευματική αίσθησή του έγινε ακόμα οξύτερη. Αισθανόταν αφόρητο πόνο για την αμαρτία. Λυπόταν και έκλαιγε για τις ψυχές που βρίσκο νται μακριά από την αλήθεια. Προσευχόταν αδιάλειπτα για όλο τον κόσμο. Αγαπούσε τούς ανθρώπους και το Θεό χωρίς όρια. Μολονότι ολιγογράμματος, απέκτησε σπάνια σοφία και πείρα με τους αγώνες και τις μελέτες του. Η επικοινωνία μαζί του ήταν πηγή χαράς. Η παρου σία του χάριζε ειρήνη και ανάπαυση.
Μέσα στην προσευχή και τη δοξολογία του Θεού τελεί ωσε την επίγεια πορεία του. Κοιμήθηκε στις 11/24 Σε πτεμβρίου 1938 στη μονή της μετανοίας του.
Η διδασκαλία του, που έχει αποτυπωθεί στις γραφές του, είναι βαθιά βιωματική και αναφέρεται σε καίρια ζη τήματα της πνευματικής ζωής -προσευχή, χάρη, δοκιμα σίες, ταπείνωση, ειρήνη, ελευθερία, μετάνοια, αγάπη, υπακοή, θεογνωσία....
Μέσα στην προσευχή και τη δοξολογία του Θεού τελεί ωσε την επίγεια πορεία του. Κοιμήθηκε στις 11/24 Σε πτεμβρίου 1938 στη μονή της μετανοίας του.
Η διδασκαλία του, που έχει αποτυπωθεί στις γραφές του, είναι βαθιά βιωματική και αναφέρεται σε καίρια ζη τήματα της πνευματικής ζωής -προσευχή, χάρη, δοκιμα σίες, ταπείνωση, ειρήνη, ελευθερία, μετάνοια, αγάπη, υπακοή, θεογνωσία....
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ
Η τελευταία εξομολόγηση
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ
Το παρακάτω κείμενο είναι μια αληθινή ιστορία μεταφρασμένη από το παράνομο ρωσικό θρησκευτικό περιοδικό Ελπίδα («Ναντιέζντα») αρ. 9. Αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που περιγράφει την ζωή του π. Αρσενίου, ενός αγίου ιερέως που έδρασε μέσα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Προτάσσεται μέρος από τον πρόλογο του βιβλίου.
***
Το να σφραγίσουμε τα χείλη μας θα σήμαινε να πετάξουμε στη λήθη τις θλίψεις, τα βασανιστήρια, τους ασκητικούς αγώνες και τον θάνατο χιλιάδων μαρτύρων που υπέφεραν για τον Χριστό, αλλά και για χάρι δική μας, όσων είμαστε εδώ στη γη. Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους που βασανίστηκαν. αποτελεί καθήκον μας ενώπιον Θεού και ανθρώπων...
Σ’ αυτά εδώ τα απομνημονεύματα παρουσιάζεται μπροστά μας μόνο ένας από το αναρίθμητο πλήθος των πολεμιστών του Χριστού του πρώτου ημίσεως της δεκαετίας του '60. Πόσοι να είναι άραγε αυτοί που χάθηκαν για χάρι μας;...
Μέσα σ’ ένα διάστημα δεκαεννιά αιώνων η ανθρωπότης συσσώρευσε έναν πλούτο γνώσεως και σοφίας. ο Χριστιανισμός έφερε στους ανθρώπους Φως και Ζωή. Από αυτήν όμως την τεράστια παρακαταθήκη οι άνθρωποι του εικοστού αιώνος δεν διάλεξαν παρά μόνο την κακία και ονομάζοντάς την επιστημονικό επίτευγμα κατώρθωσαν να προκαλέσουν φρικτά και παρατεταμένα βασανιστήρια σε χιλιάδες ανθρώπων και σε πολλούς έναν επώδυνο θάνατο.
Ήταν έργο της θείας Πρόνοιας να περάσω μαζί με τον π. Αρσένιο ένα μικρό διάστημα της κρατήσεώς μου στα στρατόπεδα. Αυτό όμως στάθηκε αρκετό για να έλθω στην πίστι, να γίνω πνευματικό τέκνο του, ν’ ακολουθήσω τα ίχνη του, να καταλάβω και να γίνω μάρτυς της βαθειάς αγάπης του για τον Θεό και για τον πλησίον και να φθάσω στη επίγνωσι του τί σημαίνει «Χριστιανός».
Πολλοί από όσους έρχονταν σ’ επαφή με τον π. Αρσένιο —διανοούμενοι, εργάτες, αγρότες, εγκληματίες, πολιτικοί κρατούμενοι, παλαιοί μπολσεβίκοι, στελέχη του κόμματος— γίνονταν πνευματικά τέκνα του, φίλοι του, έρχονταν στην πίστι και τον ακολουθούσαν...
Θα ήταν αυθάδεια να έλεγα ότι εγώ έγραψα ή συγκέντρωσα αυτά που ακολουθούν. Πολλοί, πάρα πολλοί είναι αυτοί που γνώριζαν και αγαπούσαν τον π. Αρσένιο. Αυτοί έγραψαν και συγκέντρωσαν και μου έστειλαν το υλικό. Ό,τι είναι γραμμένο εδώ ανήκει σ’ αυτούς. Εγώ, όπως και όλοι αυτοί που ο π. Αρσένιος ανεγέννησε και έβαλε στο δρόμο της πίστεως, προσπάθησα μόνο να ξεπληρώσω με τους κόπους μου ένα μικρό μέρος του απείρου χρέους μου σε κάποιον που με έσωσε δίνοντάς μου μια νέα ζωή. Κι αν εσείς διαβάζοντας τα παρακάτω θυμηθήτε στη προσευχή σας τον δούλο του Θεού Αλέξανδρο, αυτό θα είναι για μένα μεγάλη ανταμοιβή.
* * *
Η επιθεώρησις τελείωσε. Οι κρατούμενοι ωδηγήθηκαν με φωνές και βία πίσω στους θαλάμους τους, ο καθένας σύμφωνα με τον αριθμό του, και η πόρτα κλειδώθηκε. Υπήρχε ακόμη χρόνος πριν από τον ύπνο για να κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ανταλλάξουν εντυπώσεις από το στρατόπεδο, να πουν τα νέα της ημέρας, να νικήσουν κάποιον στο ντόμινο ή να ξαπλώσουν στις σανίδες της κουκέτας τους και ν’ αναπολήσουν το παρελθόν. Δύο ώρες αργότερα ο ήχος των συνομιλιών ακουγόταν ακόμη, όμως σιγά-σιγά υποχώρησε και βασίλεψε η σιωπή, καθώς οι κρατούμενοι παραδόθηκαν στον ύπνο.
Αρκετή ώρα μετά το κλείδωμα του θαλάμου ο π. Αρσένιος στάθηκε πλάι στα ξύλινα κρεβάτια και προσευχήθηκε. έπειτα ξάπλωσε κι αυτός και συνεχίζοντας την προσευχή αποκοιμήθηκε.
Ως συνήθως, ήταν ένας ύπνος ανήσυχος. Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ένιωσε κάποιον να τον σκουντάη. Ανακάθισε και αντίκρυσε την ανήσυχη σιλουέτα ενός ανθρώπου που ψιθύριζε:
"Πάμε γρήγορα! Ο διπλανός μου πεθαίνει και σε ζητάει!".
Βρήκαν τον ετοιμοθάνατο στην άλλη άκρη του θαλάμου. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα. η αναπνοή του ήταν βαρειά και ακανόνιστη, τα μάτια του διάπλατα ανοιχτά κατά τρόπο αφύσικο.
"Με συγχωρείς... Σε χρειάζομαι... Πεθαίνω...". Κοίταξε τον π. Αρσένιο και πρόσθεσε σταθερά: "Κάθησε".
Ο π. Αρσένιος κάθησε στην άκρη του κρεβατιού. Το φως από τον διάδρομο παίρνοντας σχήμα ανάμεσα από τις κουκέτες φώτιζε αδύναμα το πρόσωπο του ετοιμοθανάτου κρατουμένου, που καλυπτόταν από χονδρές σταγόνες ιδρώτος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα, τα χείλη του σφιγμένα από τον πόνο. Ήταν εξαντλημένος και το πρόσωπό του είχε μια νεκρική χλωμάδα. Τα μάτια του όμως ήταν διάπλατα ανοιχτά και κοιτούσαν τον π. Αρσένιο σαν δύο αναμμένοι πυρσοί. Σ’ αυτά τα δύο μάτια αντικατοπτριζόταν τώρα όλη η πορεία της επίγειας ζωής του. Πέθαινε. Άφηνε αυτή τη ζωή κουρασμένος και γεμάτος πόνο. Αλλά κρατιόταν ακόμα από μια τελευταία επιθυμία: να δώση λόγο για όλα στον Θεό.
"Εξομολόγησέ με, συγχώρησε τις αμαρτίες μου. Είμαι μοναχός με μυστική κουρά".
Οι διπλανοί του κρατούμενοι πήγαν να κοιμηθούν αλλού. Όλοι έβλεπαν ότι ο θάνατος είχε φθάσει. Ακόμη και σ’ ένα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων υπήρχε ευσπλαχνία και συμπάθεια για τον ετοιμοθάνατο.
Πλησιάζοντας πιο κοντά στον μοναχό και χαϊδεύοντας τα κοντά, ανακατωμένα μαλλιά του ο π. Αρσένιος έσιαξε την τριμμένη κουβέρτα. Με το χέρι του πάνω στο κεφάλι του μοναχού διάβασε ψιθυριστά τις ευχές και συγκεντρώνοντας την προσοχή του ετοιμάστηκε ν’ ακούση την εξομολόγησι.
"Η καρδιά μου... Δεν χτυπάει καλά..." ψιθύρισε ο ετοιμοθάνατος μοναχός και λέγοντας το μοναχικό του όνομα, «Μιχαήλ», άρχισε την εξομολόγησί του.
Σκύβοντας πάνω από την ξαπλωμένη σιλουέττα ο π. Αρσένιος παρακολουθούσε με προσοχή την φωνή που μόλις ακουγόταν, ενώ άθελά του κοίταζε μέσα στα μάτια του Μιχαήλ. Μερικές φορές ο ψίθυρος σταματούσε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το σφύριγμα από το στήθος του. Ο Μιχαήλ έπαιρνε απεγνωσμένα αέρα από το στόμα του. Άλλοτε πάλι σώπαινε εντελώς και φαινόταν σαν να είχε έρθει ο θάνατος. Τα μάτια του όμως συνέχιζαν να κινούνται και κοιτάζοντας μέσα σ’ αυτά ο π. Αρσένιος διάβαζε όλα όσα ο ψίθυρος προσπαθούσε να εκφράση.
Ο π. Αρσένιος είχε εξομολογήσει πολλούς στα τελευταία τους και αυτού του είδους οι εξομολογήσεις ήταν πάντα κάτι το βαθειά συγκινητικό. Τώρα όμως, ακούγοντας την εξομολόγησι του Μιχαήλ, ο π. Αρσένιος έβλεπε ξεκάθαρα ότι μπροστά του βρισκόταν ένας άνθρωπος που είχε φτάσει σε σπάνια επίπεδα πνευματικής τελειώσεως.
Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ένας άνθρωπος προσευχής, ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει τη ζωή του στον Θεό και στον συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοής.
Ένας άνθρωπος δίκαιος πέθαινε και ο π. Αρσένιος άρχισε να συνειδητοποιή ότι ο ιερεύς Αρσένιος ήταν μικρός και ασήμαντος μπροστά του, ότι δεν ήταν καν άξιος να φιλήση την άκρη των ενδυμάτων του.
Ο ψίθυρος διακοβόταν όλο και πιο συχνά, αλλά τα μάτια έλαμπαν από ζωή και μέσα τους, μέσα σ’ αυτά τα δύο μάτια, ο π. Αρσένιος, όπως και πριν, τα διάβαζε όλα. όλα όσα ο ετοιμοθάνατος λαχταρούσε να εκφράση.
Στην εξομολόγησί του ο Μιχαήλ έγινε δικαστής του εαυτού του. και τον δίκασε αυστηρά, χωρίς έλεος. Μερικές φορές έμοιαζε σαν να απομακρυνόταν απ’ τον εαυτό του, σαν να 'βλεπε κάποιον άλλον να πεθαίνη. Κι ήταν εκείνον τον άλλον που δίκαζαν τώρα μαζί με τον π. Αρσένιο.
Ο π. Αρσένιος έβλεπε την επίγεια ζωή του Μιχαήλ σαν ένα καράβι βαρυφορτωμένο με βάσανα και θλίψεις —παλιές και τωρινές— να απομακρύνεται πια απ’ αυτόν και να κατευθύνεται προς τη μακρυνή χώρα της λησμοσύνης. Τώρα έμενε μόνο να πετάξη έξω όλα τα άχρηστα, όλα τα περιττά και επουσιώδη και να παραδώση τα χρήσιμα στα χέρια του ιερέως, που ενδεδυμένος με την δύναμι του Θεού θα του έδινε την συγχώρησι και την άφεσι όλων όσων είχε διαπράξει.
Στα λίγα λεπτά ζωής που του έμεναν ο μοναχός Μιχαήλ έπρεπε να τα παραδώση όλα στον π. Αρσένιο, να τα απλώση όλα ανοιχτά μπροστά στον Θεό, να αναγνωρίση τις αμαρτίες του και έχοντας καθαρίσει τον εαυτό του στο δικαστήριο της δικής του συνειδήσεως, να σταθή κατόπιν μπροστά στο Κριτήριο του Θεού.
Ένας κρατούμενος πέθαινε, όπως ακριβώς και τόσοι άλλοι είχαν πεθάνει μπροστά στα μάτια του π. Αρσενίου. Τούτος ο θάνατος όμως τον επηρέασε όσο ποτέ κανένας άλλος. Έτρεμε καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Κύριος με το πολύ έλεός Του τον είχε αξιώσει να εξομολογήση κάποιον που ανήκε στη χορεία των δικαίων.
Τούτη τη φορά ο Κύριος απεκάλυπτε έναν μεγάλο Του θησαυρό, που τόσο καιρό και με τόση αγάπη είχε καλλιεργήσει. Έδειχνε σε ποια ύψη πνευματικής τελειότητος μπορούν να φθάσουν όσοι αγαπούν τον Θεό με αγάπη ανεξάντλητη, όσοι σηκώνουν τον ζυγό και το φορτίο του Χριστού και τα βαστάζουν μέχρι τέλους. Όλα αυτά ο π. Αρσένιος τα έβλεπε και τα καταλάβαινε.
Οι απίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις της σύγχρονης ζωής μόνο εμπόδια και προσκόμματα θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει στην κατά Θεόν πορεία κάποιου: επαναστατικές ζυμώσεις, προσωπολατρείες, πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις, επίσημη αθεΐα του κράτους, ποδοπάτημα της πίστεως, ηθική κατάπτωσις, διαρκής αστυνόμευσις και καταδόσεις, έλλειψις πνευματικού οδηγού. Η εξομολόγησις του ετοιμοθανάτου μοναχού ωστόσο έδειχνε ότι ένας άνθρωπος με βαθειά πίστι μπορεί όλα αυτά, κάθε τι που θα σταθή στον δρόμο του, να τα υπερνίκηση και να είναι κοντά στον Θεό.
Δεν ήταν ούτε σκήτη ούτε απομονωμένο μοναστήρι ο χώρος όπου ο Μιχαήλ είχε διανύσει την κατά Θεόν πορεία του. Αντίθετα, ήταν ο θόρυβος της ζωής, η βρωμιά της, η σκληρή μάχη με τις γύρω δυνάμεις του κακού, την άρνησι και την στρατευμένη αθεΐα. Είχε δεχθή πολύ λίγη πνευματική καθοδήγησι. Υπήρξαν κατά διαστήματα κάποιες συναντήσεις με δύο-τρεις ιερείς και ένας σχεδόν ολόκληρος χρόνος που τον πέρασε χαρούμενα σε στενή επικοινωνία με τον επίσκοπο Θεόδωρο, ο οποίος και τον έκειρε μοναχό. Αλλά μετά από τα δύο-τρία σύντομα γράμματα του επισκόπου απέμεινε μόνο ο ακλόνητος και φλογερός πόθος του να προχωρή μπροστά, όλο μπροστά, στον δρόμο προς τον Κύριο.
"Ακολούθησα άραγε τον δρόμο της πίστεως; Πήρα σωστά τον δρόμο του Θεού; Ή μήπως έχασα τον δρόμο; Δεν ξέρω", είπε ο Μιχαήλ. Ο π. Αρσένιος όμως έβλεπε ότι ο Μιχαήλ όχι μόνο δεν είχε παρεκκλίνει καθόλου από τον δρόμο που του είχε δείξει ο επίσκοπος Θεόδωρος, αλλά είχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολύ σ’ αυτόν, έχοντας φθάσει και ξεπεράσει τους οδηγούς του.
Ολόκληρη η ζωή του Μιχαήλ ήταν μία μάχη «εν πορεία», μία μάχη για πνευματική και ηθική τελείωσι μέσα στη βαναυσότητα της σύγχρονης ζωής. Και ο π. Αρσένιος καταλάβαινε ότι ο Μιχαήλ είχε κερδίσει αυτή τη μάχη, τη μάχη που έδωσε μόνος εναντίον του κακού που τον περικύκλωνε. Καθώς έζησε μέσα στον κόσμο, αφιερώθηκε στην επιτέλεσι αγαθοεργιών στο όνομα του Κυρίου. Κράτησε μέσα στην καρδιά του σαν αναμμένο πυρσό τα λόγια του Αποστόλου: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού».
Ο π. Αρσένιος συνειδητοποιούσε το μεγαλείο, την τελειότητα του πνεύματος του Μιχαήλ. Με τον ίδιο τρόπο αναγνώριζε και τη δική του αθλιότητα και ικέτευε θερμά τον Κύριο να δώση σ’ αυτόν, τον ιερέα Του Αρσένιο, τη δύναμι να ανακουφίση τα βάσανα του μονάχου σ’ αυτές τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του. Ήταν στιγμές που ο π. Αρσένιος αισθανόταν εντελώς ανήμπορος. Την ίδια ώρα όμως ένιωθε να εμψυχώνεται από την παρουσία του Μιχαήλ, του οποίου η επιθανάτια εξομολόγησι απεκάλυπτε μπροστά του τις θαυμαστές οδούς του Κυρίου, διδάσκοντας και οδηγώντας τον στο δρόμο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως.
Έφτασε και η ώρα που ο Μιχαήλ είχε πια παραδώσει στον ιερέα —και δια μέσου εκείνου στον Θεό— όλα όσα βάραιναν την καρδιά του. Τα μάτια του κοίταζαν ερωτηματικά τον π. Αρσένιο. Ως ιερεύς, παίρνοντας από τον ετοιμοθάνατο μοναχό το φορτίο των αμαρτιών του και κρατώντας το στα χέρια του, ο π. Αρσένιος έτρεμε. έτρεμε πάλι με την επίγνωσι της αναξιότητος και ανθρώπινης αδυναμίας του. Απαγγέλλοντας την συγχωρητική ευχή στον δούλο του Θεού Μιχαήλ μοναχό, ο π. Αρσένιος από μέσα του έκλαιγε. Κατόπιν, μη μπορώντας να κρατηθή, ξέσπασε σε δάκρυα.
Ο Μιχαήλ σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς τον π. Αρσένιο. "Ευχαριστώ... Ειρήνευε... Ήρθε η ώρα... Προσεύχου για μένα όσο πατάς σ’ αυτή τη γη. έχεις ακόμη πολύ δρόμο μπροστά σου... Σε παρακαλώ, πάρε το κασκέτο μου. Εκεί μέσαείναι ένα σημείωμα προς δύο ανθρώπους με μεγάλη ψυχή και μεγάλη πίστι. Πολύ μεγάλη. Όταν αφεθής ελεύθερος, πήγαινέ τους το σημείωμα αυτό. Σε χρειάζονται και τους χρειάζεσαι... Ράψε πάλι τον αριθμό στο κασκέτο. Και προσεύχου στον Κύριο για τον μοναχό Μιχαήλ".
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξομολογήσεως έμοιαζε σαν να ήταν μόνοι τους. σαν τάχα ο θάλαμος και οι ένοικοί του, όλη η ατμόσφαιρα της φυλακής, όλα να είχαν γίνει πολύ απόμακρα. όλα να είχαν περιέλθει σ’ ένα είδος ανυπαρξίας. Παρέμενε μόνο η παρουσία του Θεού, η προσευχή των καρδιών τους και η σιωπηλή πνευματική ένωσι που τους έδενε και τους έφερνε ενώπιον του Κυρίου.
Κάθε αγωνία και ταραχή σταμάτησε. κάθε τι γήινο χάθηκε. Υπήρχε ο Θεός. Και τώρα η μία ψυχή πήγαινε να Τον συναντήση, ενώ η άλλη αξιωνόταν να παρακολουθήση ένα μεγάλο μυστήριο: τον θάνατο, την αναχώρησι από την ζωή.
Ο ετοιμοθάνατος μοναχός κράτησε σφιχτά το χέρι του π. Αρσενίου και προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε με τόση αυτοσυγκέντρωση ώστε αποξενώθηκε εντελώς από το περιβάλλον. Εσωτερικά ο π. Αρσένιος πλησίασε ακόμα πιο πολύ κοντά του. Με ευλάβεια και χωρίς διαλογισμούς πάλευε ν’ ακολουθήση τον μοναχό στην προσευχή του.
Έπειτα ήρθε η στιγμή του θανάτου. Τα μάτια του ετοιμοθάνατου φωτίσθηκαν έντονα με μια ήρεμη έκστασι. Τα λόγια του μόλις ακούγονταν: "Κύριε, μη με απόρριψης!".
Ανασηκώνοντας το κορμί του από το κρεβάτι, ο Μιχαήλ άνοιξε τα χέρια και επανέλαβε δυνατά: "Κύριε! Κύριε!". Άδραξε πάλι μπροστά, αλλά την επόμενη στιγμή έπεσε πίσω ανάσκελα και το κορμί του αμέσως χαλάρωσε.
Συγκλονισμένος ο π. Αρσένιος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. όχι για την ψυχή και την σωτηρία του κοιμηθέντος μοναχού, αλλά για να ευχαριστήση. Να ευχαριστήση για το μεγάλο δώρο, να αξιωθή να δη εκείνο που είναι αθέατο στα μάτια και ακατανόητο στον νου, εκείνο που είναι το πιο κρυφό απ’ όλα τα μυστήρια: τον θάνατο του δικαίου.
Όταν σηκώθηκε ο π. Αρσένιος, έσκυψε πάνω στο σώμα του νεκρού Μιχαήλ. Τα μάτια του ήταν ακόμη ανοιχτά, ακόμη γεμάτα φως. Όμως το φως σιγά-σιγά χλώμιαζε και την θέσι του έπαιρνε μια ανεπαίσθητη καταχνιά. Τα βλέφαρα έκλεισαν αργά, μια σκιά διέτρεξε το πρόσωπο, και στο πέρασμά της εκείνο έγινε αμέσως επιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.
Σκυμμένος πάνω στο λείψανο ο π. Αρσένιος προσευχόταν. Αν και μόλις είχε γίνει μάρτυς του θανάτου αυτού του νέου μοναχού, δεν ένιωθε λύπη. Αντίθετα, ήταν γεμάτος από ειρήνη και εσωτερική αγαλλίασι. Είχε γνωρίσει έναν δίκαιο του Θεού, είχε γευθή το έλεός Του, είχε δει την δόξα Του.
Προσεκτικά ο π. Αρσένιος τακτοποίησε τα ρούχα στο σώμα του νεκρού, έκανε βαθειά υπόκλισι μπροστά του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμη στο θάλαμο ενός στρατοπέδου «με αυστηρό καθεστώς κρατήσεως». Σαν αστραπή πέρασε η σκέψις από το μυαλό του: Αυτό το στρατόπεδο είχε μόλις δεχθή μιαν επίσκεψι του Θεού, τον ίδιο τον Κύριο, που είχε έρθει να παραλαβή την ψυχή του δικαίου Μιχαήλ.
Μόνο λίγη ώρα απόμενε μέχρι το εγερτήριο. Ο π. Αρσένιος πήρε το κασκέτο του Μιχαήλ, τύπωσε στη μνήμη τον αριθμό και πήγε να ενημερώση τον θαλαμάρχη για τον θάνατο. Ο θαλαμάρχης, ο αρχαιότερος των καταδίκων, ρώτησε τον αριθμό του νεκρού και εξέφρασε την συμπάθειά του.
Οι θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οι κρατούμενοι έτρεξαν έξω για την επιθεώρησι και μπήκαν γρήγορα σε σειρές. Ο θαλαμάρχης πλησίασε τους επιθεωρητές που στέκονταν στην είσοδο του θαλάμου και ανέφερε: "Έχουμε έναν νεκρό, αριθμός Β 382".
Ένας από τους επιθεωρητές μπήκε στο θάλαμο, κοίταξε τον νεκρό, σκούντησε το λείψανο με τη μύτη της μπότας του και έφυγε. Δύο ώρες αργότερα έφθασε ένα έλκυθρο για να πάρη το πτώμα. Ένας γιατρός των φυλακών, από τους καλούμενους «εθελοντές εργασίας», μπήκε μέσα, διάβηκε με το βλέμμα του απρόσεκτα το νεκρό σώμα, σήκωσε λίγο το ένα βλέφαρο με το κλεισμένο σε γάντι χέρι του και μ’ ένα τόνο απαρέσκειας είπε στην ομάδα υπηρεσίας: "Γρήγορα, βάλτε το στο κάρρο".
Διάφορα πτώματα κοίτονταν ήδη πάνω στο έλκυθρο. Το σώμα του Μιχαήλ μεταφέρθηκε έξω και τοποθετήθηκε πάνω στα άλλα. Ο οδηγός πήρε θέσι ισορροπώντας τα πόδια του επάνω στα πτώματα, που είχαν ήδη ξυλιάσει από το κρύο.
Έπεφτε ψιλό χιόνι και καθώς ακουμπούσε στα πρόσωπα των νεκρών, έλυωνε αργά. Ήταν σαν να έκλαιγαν. Κοντά στους θαλάμους στέκονταν ακόμα οι επιθεωρητές, που συζητούσαν με τον γιατρό, οι κρατούμενοι υπηρεσίας και ο π. Αρσένιος που έσφιγγε τα χέρια του στο στήθος και προσευχόταν σιωπηλά.
Το έλκυθρο άρχισε να κινήται. Κάνοντας μια βαθειά υπόκλισι ο π. Αρσένιος ευλόγησε τα άψυχα σώματα και γύρισε πίσω στον θάλαμο. Ο οδηγός τίναξε τα χαλινάρια και έκανε τα άλογα να ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μια βρισιά. Το έλκυθρο απομακρύνθηκε αργά και χάθηκε από τη ματιά.
“ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 6
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 6
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)