Άμα σε ξαπλώσει ο Θεός στο κρεβάτι, θα έρθουν τα δαιμόνια και τότε θα δεις τι έχεις κάνει
Λοιπόν, εμείς ήρθαμε εδώ, για να περάσουμε
+Γέροντας Εφραίμ Φιλοθειτης ο της Αριζόνας
ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΦΙΛΩΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕ ΠΡΟΒΟΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ.
http://hristospanagia3.blogspot.com/2021/04/blog-post_920.html
Πηγή: http://makkavaios.blogspot.com
Έλαβα, παιδί μου, την επιστολή σου, και είδα σ’ αυτή την ανησυχία σου.
Όμως μη λυπάσαι, παιδί μου. Μην ανησυχείς τόσο. Και αν πάλι έπεσες, πάλι σήκω. Ονομάσθηκες ουρανοδρόμος. Δεν είναι, παράξενο να σκοντάφτει εκείνος που τρέχει. Μόνον χρειάζεται να έχει υπομονή και μετάνοια κάθε στιγμή.
Βάζε λοιπόν μετάνοια συνεχώς, όταν σφάλεις, και μη χάνεις καιρό. Γιατί, όσον αργείς να ζητήσεις συγχώρηση, τόσον δίνεις άδεια στον πονηρό να απλώνει μέσα σου ρίζες. Μην τον αφήνεις να αποκτά δικαιώματα εις βάρος σου.
Λοιπόν μην απελπίζεσαι όταν πέφτεις, αλλά αφού σηκωθείς πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγοντας· – Συγχώρησέ με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής.
Δεν είναι εγκατάλειψη αυτό. Αλλά, επειδή έχεις ακόμα μεγάλη υπερηφάνεια κοσμική, κενοδοξία πολλή, σε αφήνει ο Χριστός μας να σφάλλεις, να πέφτεις. Να μαθαίνεις κάθε μέρα αισθητά την αδυναμία σου και να υπομένεις τους φταίχτες. Να μην κατακρίνεις τους αδελφούς, εάν σφάλλουν, αλλά να τους υπομένεις.
Ώστε, όσες φορές πέφτεις, πάλι να σηκώνεσαι, και αμέσως να ζητάς τη συγχώρηση.
Μην αφήνεις λύπη στην καρδιά σου. Διότι η χαρά του πονηρού είναι η λύπη, η αθυμία, από την οποία γεννιούνται πολλά και με τα οποία γεμίζει πικρία η ψυχή αυτού που τα έχει. Ενώ η διάθεση του μετανοούντος λέει: «Ήμαρτον, συγχώρησον, Πάτερ»! Και διώχνει τη λύπη. «Μήπως, λέει, δεν είμαι άνθρωπος ασθενής; Λοιπόν, τί πρέπει να κάνω»; Πράγματι, παιδί μου, έτσι είναι. Έχε θάρρος.
Μόνον όταν έλθει η χάρις του Θεού, τότε στέκει στα πόδια του ο άνθρωπος. Αλλιώς, χωρίς χάρη, πάντοτε παρασύρεται και πάντοτε πέφτει. Να έχεις ανδρεία λοιπόν και μη φοβάσαι καθόλου.
Είδες πώς υπέμεινε τον πειρασμόν ο αδελφός που γράφεις; Το ίδιο κάνε και σύ. Απόκτησε γενναίο φρόνημα στους πειρασμούς που έρχονται εναντίον σου. Πάντως θα έλθουν. Έχεις ανάγκη απ’ αυτούς. Γιατί αλλιώς δεν καθαρίζεσαι. Άφησε τί λέει η ακηδία και η ραθυμία σου. Μην τους φοβάσαι. Καθώς με τη χάρη του Θεού πέρασαν οι προηγούμενοι, έτσι θα περάσουν και αυτοί, αφοί κάνουν το έργο τους.
Φάρμακα είναι οι πειρασμοί και βότανα ιατρικά, που θεραπεύουν τα πάθη τα φανερά και τις αόρατες πληγές μας.
Έχε λοιπόν υπομονή για να κερδίζεις καθημερινά, να αποταμιεύεις μισθό, ανάπαυση και χαρά στην ουράνια Βασιλεία. Γιατί έρχεται νύχτα, δηλ. ο θάνατος, που τότε κανείς πλέον δεν μπορεί να εργασθεί. Γι’ αυτό τρέξε. Είναι λίγος ο καιρός.
Γνώριζε δε και αυτό· ότι καλλίτερα είναι μια ημέρα ζωής γεμάτη νίκες με βραβεία και στεφάνια, παρά χρόνια πολλά και να ζεις με αμέλεια. Γιατί μιας ημέρας αγώνας με γνώση και αίσθηση ψυχής, ισχύει για πενήντα χρόνια κάποιου άλλου, χωρίς γνώση αλλά που αγωνίζεται με αμέλεια.
Χωρίς αγώνα και χωρίς να χύσεις αίμα μη περιμένεις να ελευθερωθείς από τα πάθη. Αγκάθια και τριβόλια φυτρώνει η γη μας μετά την παράβαση. Πήραμε εντολή για κάθαρση· αλλά με πόνο πολύ, με ματωμένα χέρια, και με πολλούς αναστεναγμούς ξεριζώνονται. Κλάψε λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς, και μαλακώνει η γη της καρδιάς σου. Και, αφού το χώμα βραχεί, εύκολα ξεριζώνεις τα αγκάθια.
(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος, σ. 127-129. -σε νεοελληνική απόδοση.)
πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr
ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι
αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών.
Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη,
η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη.
Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό
μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.
Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς.
Ο πατέρας της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε,
λίγο μετά τον τοκετό της, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της
να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό του και εκείνος
ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα ανατράφηκε
με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού
και στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο
σωματικό κάλλος.
Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο,
περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή.
Βάρβαροι Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους
κατοίκους, σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό.
Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της
, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.
Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν
στον κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά
τα οποία πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε
θλίψη, αλλά η ευσεβής Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη
και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε
να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την στο Θεό.
Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά.
Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα.
Ο σύζυγός της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση
να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου,
στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της,
ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη Μονή.
Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής
και είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων
(βρισκόμαστε στην εποχή της εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή
χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της, φοβούμενη πως κάποια στιγμή
θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε το μοναχικό βίο.
Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε,
τη δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς
την σε διάφορες δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.
Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία
κάθε διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις
αγάπης με την υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό
πνευματικό της αγώνα. Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά
και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και
ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να αποκρούει τους πειρασμούς
του διαβόλου, ο οποίος πάσχισε, με δόλιους λογισμούς να την
αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από
τη Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία
στην απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της
ταπεινοφροσύνης, θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό
άνθρωπο του κόσμου. Συχνά εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη
μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά
για τα δεινά που την περίμεναν!
Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά,
η οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση
να πάει να μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη
δεχτούν στη Μονή Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα
την έβαλε να συγκατοικεί στο ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.
Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή
και την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί
θανάσιμα τους ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις
προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο,
το οποίο επισκίασε την πνευματική τους σχέση. Αυτό το παρατήρησε
η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα βρήκε τη Θεοδώρα
να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα,
τίνος είναι το κορίτσι αυτό;». Την επέπληξε και της υπενθύμισε το
λόγο του Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον
άξιος και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος»
(Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει τις χώρισε και τους απαγόρευσε
να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν και για δεκαπέντε
χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια Μονή
, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί.
Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα,
κατόπιν παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια
στην Θεοπίστη να συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον
είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη
ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές της αδελφότητας.
Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της
και είχε ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη
Άννα είχε φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια,
μη μπορώντας πια να ασκήσει τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή.
Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως ηγουμένη της Μονής
την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει υποτακτικός
της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με υπακοή
και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε
το δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη
Άννα και να υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της.
Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών,
απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε
και γι’ αυτό εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τιε αδελφές.
Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού κάλεσε όλη την αδελφότητα να την
αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή της φτερούγισε στον
ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της έλαμψε σαν
τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία.
Το λάδι από το κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε,
χαρίζοντας ιάματα σε πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό.
Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία «Μυροβλύτισσα».
Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους μυροβλύτες,
τον Δημήτριο και τη Θεοδώρα. Το 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν
το ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη
λάρνακα και μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου,
σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε
να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα λειτουργεί
ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών
της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.
Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη,
άνοιξαν τη λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της.
Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια,
προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.
Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου,
ημέρα μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου
η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.
Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/
πηγή: http://hristospanagia3.blogspot.com/
http://makkavaios.blogspot.com/

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΑΡΤΟΠΩΛΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι Νεομάρτυρες, που έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα και επαγγέλματα. Πλούσιοι και φτωχοί, βιοτέχνες, ναυτικοί, αγρότες, τεχνίτες, και από όλα τα επαγγέλματα αναδείχτηκαν ήρωες της χριστιανικής πίστεως. Ένας από αυτούς είναι και ο Νεομάρτυς άγιος Μιχαήλ ο Αρτοπώλης.
Γεννήθηκε στο χωριό Γρανίτσα της Ευρυτανίας περί το 1510. Οι γονείς του, φτωχοί βιοπαλαιστές, Δημήτριος και Σωτήρα, ή Στατήρα, του ενέπνευσαν την ευσέβεια και τη βαθειά προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη. Στην ηλικία των έξι ετών ο πατέρας του αρρώστησε και πέθανε, αφήνοντάς τον ορφανό και μοναδικό προστάτη της φτωχής μητέρας του. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου, νυμφεύτηκε μια ευσεβή νέα.
Όμως η ζωή ήταν δύσκολη στα άγονα εκείνα μέρη των κακοτράχαλων αγραφιώτικων βουνών, γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξενιτευτεί. Γύρισε πολλούς τόπους και στο τέλος κατέληξε στην πολυάνθρωπη Θεσσαλονίκη, όπου έμαθε την τέχνη του αρτοποιού και άσκησε το επικερδές επάγγελμα του αρτοπώλη, ανοίγοντας δική του επιχείρηση. Σε λίγο καιρό έγινε γνωστός για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα του και την τιμιότητά του στους χριστιανούς, μα και στους εβραίους και μουσουλμάνους της Θεσσαλονίκης. Ασκούσε την ελεημοσύνη, χαρίζοντας ψωμί στους φτωχούς, καθώς και τα περισσεύματα των κερδών του από το κατάστημά του. Είχε γίνει γνωστός με το όνομα «ο Μιχαήλ που μοιράζει ψωμί στους φτωχούς»!
Παράλληλα με την κοπιαστική εργασία του, δεν παραμελούσε τον πνευματικό του αγώνα. Σύχναζε στην εκκλησία και παρακολουθούσε με ευλάβεια τις ιερές ακολουθίες. Του άρεσαν οι ολονυκτίες, στις οποίες συμμετείχε και κατόπιν πήγαινε στην εργασία του άυπνος. Του άρεσε επίσης να ακούει κηρύγματα και εξηγήσεις των Αγίων Γραφών, διότι τα λίγα γράμματα που γνώριζε τον εμπόδιζαν να κατανοήσει από μόνος του το λόγο του Θεού. Παράλληλα όμως είχε βαθειά στην ψυχή του τη λαχτάρα να αξιωθεί να διδάξει και αυτός κάποτε δάσκαλος της σώζουσας ορθόδοξης πίστης.
Ο Θεός, γνωριζοντας την κρυφή του ιερή επιθυμία, του έδωσε την ευκαιρία αυτή. Ήταν Μ. Τεσσαρακοστή του έτους 1544. Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως παρακολούθησε τη Λειτουργία και άκουσε τους θείους λόγους του Ευαγγελίου, που μιλούσε για την εν Χριστώ αυταπάρνηση. Ένοιωσε ένα περίεργο συναίσθημα και μια εσωτερική φωνή που του έλεγε ότι ήρθε η ώρα να κηρύξει το Χριστό και να γίνει ομολογητής Του. Μετά από δύο ημέρες μπήκε στο κατάστημά του κάποιος νεαρός μουσουλμάνος, για να αγοράσει ψωμί. Ο Μιχαήλ έπιασε κουβέντα μαζί του, συγκρίνοντας την χριστιανική πίστη με το Ισλάμ. Και ενώ προσπαθούσε να του εξηγήσει για τις πλάνες της πίστης του, μπήκε κάποιος τούρκος νομοδιδάσκαλος, στον οποίο κατάγγειλε ο νεαρός τον αρτοπώλη ότι βλασφημεί τη μουσουλμανική θρησκεία. Ο τούρκος του ζήτησε να επιβεβαιώσει την καταγγελία του νεαρού. Ο Μιχαήλ με ηρωικό φρόνιμα και χωρίς να υπολογίσει τις φρικτές συνέπειες, του απάντησε πως, «ναι είναι αλήθεια. Εγώ ως αληθινός πιστός του Χριστού, του αληθινού Θεού, έχω υποχρέωση να σας υποδείξω την πλάνη σας. Περπατάτε στο σκοτάδι και ακολουθείτε μια θρησκεία γεμάτη μυθεύματα και πλάσματα της φαντασία σας». Τα είπε όλα αυτά ο Μιχαήλ έχοντας γνώση τι τον περίμενε: εξισλαμισμός ή θάνατος!
Ο τούρκος έγινε έξαλλος από το θυμό του και έτρεξε στον τούρκο διοικητή, στον οποίο κατάγγειλε τον Μιχαήλ ως υβριστή του Ισλάμ. Σε λίγο κατέφθασαν στο κατάστημά του στρατιώτες, οι οποίοι τον συνέλαβαν, τον έδεσαν και τον οδήγησαν
με βιαιοπραγίες και βρισιές στον διοικητή της πόλεως. Στάθηκε με θάρρος μπροστά του και απολογήθηκε για την πράξη του. «Ονομάζομαι Μιχαήλ και είμαι χριστιανός», του αποκρίθηκε. Εκείνος τον ρώτησε: «Πως τολμάς εσύ ένας αγράμματος υποστηρίζεις πως ο Χριστός είναι Θεός, σε αντίθεση με το Κοράνιο, που λέει ότι ήταν άνθρωπος;». Ο Μιχαήλ έλαβε μια ουράνια φώτιση και με μια ανεξήγητη ευγλωττία, μίλησε ως αληθινός θεολόγος για την αλήθεια της Εκκλησίας. Μάλιστα στο τέλος κάλεσε το διοικητή να γίνει Χριστιανός!
Εκείνος έγινε θηρίο από το θυμό του. Τον διαβεβαίωσε ότι με αυτά τα λόγια του «υπέγραψε την καταδίκη» του. Άρπαξε, κατόπιν ένα χονδρό ξύλο και τον κτύπησε στο κεφάλι, αφήνοντάς τον λιπόθυμο στο πάτωμα. Μετά τον έριξε στο πιο υγρό μπουντρούμι. Την άλλη μέρα οδηγήθηκε στον τούρκο δικαστή της πόλεως να δικαστεί. Ο Μιχαήλ έδειξε και σ’ αυτόν πρωτόγνωρο ηρωισμό και δεν δείλιασε μπροστά στις φοβέρες του, ούτε ενέδωσε στις δελεαστικές προτάσεις του να γίνει μουσουλμάνος. Ομολόγησε με όλη την δύναμη της ψυχής του την μοναδικότητα της ορθοδόξου πίστεως και την πλάνη του Ισλάμ. Ο δικαστής έβγαλε την απόφαση: «θάνατος δια της πυράς»! Ο Μάρτυρας άκουσε ατάραχος την απόφαση και μάλιστα έβγαλε από την τσέπη του όσα χρήματα είχε, τα έδωσε στον δικαστή για να αγοράσουν τα ξύλα της φωτιάς! Είχε πάρει την απόφασή του να μαρτυρήσει για το Χριστό!
Λίγες ημέρες μετά ανακοινώθηκε σε όλη την πόλη η εκτέλεση του «άπιστου». Οι δεσμοφύλακες τον οδήγησαν με βρισιές και κλωτσιές στον τόπο του μαρτυρίου, κοντά στην «Καμάρα» και εκείνος έτρεχε με χαρά, λες και πήγαινε σε πανηγύρι! Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Οι αλλόθρησκοι για να απολαύσουν το θέαμα και οι Χριστιανοί να θαυμάσουν τον ηρωισμό του Μάρτυρα. Αφού άναψαν την φωτιά, τον έγδυσαν και τον οδήγησαν κοντά στην πυρά. Ο επικεφαλής των δημίων τον ρώτησε για τελευταία φορά αν θέλει να αλλαξοπιστήσει, να σώσει τη ζωή του και να του χαριστούν πλούτη και τιμές. Εκείνος αγέρωχος και ατρόμητος του απάντησε σκληρά: «Δεν ντρέπεσαι ταλαίπωρε που θέλεις να με χωρίσεις από το Χριστό, τον αληθινό Θεό; Εμπρός προχώρα στο έργο σου»! Εκείνος, σαν θηρίο αγριεμένο, τον άρπαξε και τον έριξε στις φονικές φλόγες. Ο Μάρτυρας, αντί να ουρλιάζει από τους αφόρητους πόνους, έψελνε και δοξολογούσε το Θεό! Σε ελάχιστα λεπτά έσβησε η φωνή του και το μικροκαμωμένο σώμα του έλειωσε και εξαφανίστηκε, σαν να αναλήφτηκε στον ουρανό, μαζί με την αγιασμένη του ψυχή! Ήταν 21η Μαρτίου του 1544. Αυτή την ημέρα τιμάται και η ιερή του μνήμη.
Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/