Εορτολόγιο

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Η πρώτη σκέψη σου όταν ξυπνήσεις να είναι αυτή..

Η πρώτη σκέψη σου όταν ξυπνήσεις να είναι αυτή..

Σχετική εικόνα
~ Εύχομαι ο Θεός να είναι πάντα μαζί σου και να ευλογεί τη ζωή σου. Εύχομαι να ζεις την αγάπη του Χριστού στην καρδιά σου και κάθε ημέρα σου να κυλάει ευλογημένη, μέσα στην αίσθηση της παρουσίας κι αγάπης του Θεού.
Τι ώρα είναι τώρα; Το ρωτώ, διότι δεν ακούμε όλοι την ίδια ώρα. Η εκπομπή αυτή ακούγεται σ’ όλο τον κόσμο σε διαφορετικές ώρες.
Και αν εδώ, στην Ελλάδα, τώρα είναι μεσημέρι, στην Αμερική είναι ακόμα χαράματα. Αλλού είναι πιο προχωρημένη η ώρα.
Αλλού ακούγεται σε αναμετάδοση και αλλού ακούγεται σε επανάληψη. Μα όπου κι αν είμαστε, όποια ώρα κι αν είναι, ένα είναι το βέβαιο: ο Θεός είναι παρών! Εκεί όπου είσαι αυτή τη στιγμή.
Παρών είναι ο Θεός στη ζωή σου. Δεν ξέρω αν το αισθάνεσαι κι αν το νιώθεις.
Δεν ξέρω αν αυτή η αίσθηση σου δίνει χαρά ή φόβο, αν σου δημιουργεί ψυχοπλάκωμα ή απέραντη ελπίδα, αισιοδοξία και δύναμη. Πιστεύω όμως ότι, αν είσαι άνθρωπος του Θεού, σίγουρα νιώθεις τον Θεό.
Αν αγαπάς τον Χριστό και προσεύχεσαι, αν κοινωνάς με επίγνωση, αγώνα και προσπάθεια, αν εξομολογείσαι, αν μελετάς πνευματικά βιβλία και καλλιεργείς την ψυχή σου, τότε σίγουρα νιώθεις τον Θεό.
Και καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ βασικό αυτό που συζητάμε τώρα.
Το πιο σημαντικό στη ζωή είναι αυτό: να έχεις μια επαφή με τον Θεό.
Γι’ αυτό, όταν ξυπνάς το πρωί, μην ξεκινάς την ημέρα σου χωρίς να κάνεις λίγη προσευχή.
Και πρόσεξε τι εννοώ: δεν εννοώ να κάνεις μια τυπική προσευχή και να πεις κάποια μηχανικά λόγια.
Το ζητούμενο είναι η ψυχή σου να αποκτήσει την κατάλληλη διάθεση και στάση απέναντι στον Θεό. Να βάλεις τον Θεό μέσα στην ημέρα που έρχεται. Να ντύσεις στο θείο φως τους ανθρώπους που σε περιβάλλουν.
Να δεις μέσα στη χάρη Του τον ίδιο σου τον εαυτό, την ψυχή σου, το σώμα σου, τα έργα σου. Και να ξεκινήσεις την ημέρα σου με μια τέτοια αίσθηση. Αρκεί να μη γίνουν όλα αυτά τυπικά και βιαστικά.
Για μερικούς τα πράγματα πάνε κάπως έτσι: ξυπνάω, τρέχω γρήγορα να πλυθώ, ντύνομαι, τρώω το πρωινό μου, φεύγω.
Και έπειτα από λίγη ώρα καταλαβαίνω ότι έχω μπει για τα καλά στον ρυθμό της ζωής, σαν ένα μοτεράκι, σαν ένα μηχανάκι. 
Αγνοώντας από πού έρχομαι και πού πηγαίνω και γιατί τα κάνω όλα αυτά.
Τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο όμορφα αν φροντίσεις ώστε η ημέρα σου να βιώνεται συνειδητά.
Δηλαδή, να κάνεις αυτά που κάνεις, με επίγνωση και συνειδητά. Να ξυπνάς, να ανοίγεις τα μάτια σου το πρωί και να λες μέσα σου με συναίσθηση κι επίγνωση: «Ζω άλλο ένα δώρο του Θεού. Ζω άλλη μια καινούργια ημέρα».
Κι αυτό να σε γεμίζει χαρά και ευτυχία. Και να αφήνεις να μπει αυτή η αίσθηση μέσα σου, έτσι ώστε να ποτίσει την καρδιά σου μια αίσθηση ευγνωμοσύνης.
Δηλαδή, να πεις: «Κύριε, σε δοξάζω και σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, γιατί μου χαρίζεις τη ζωή και γιατί ξύπνησα».
Η πρώτη σκέψη σου όταν ξυπνήσεις να είναι αυτή.

Από το υπό έκδοση βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Στο βάθος κήπος»
https://simeiakairwn.wordpress.com

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Προϋποθέσεις για να έχουν αποτέλεσμα οι προσευχές μας (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

Προϋποθέσεις για να έχουν αποτέλεσμα οι προσευχές μας (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος νικοδημος αγιορειτης βιος

Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο σοφός διδάσκαλος της εκκλησίας – Εορτάζει στις 14 Ιουλίου

Επειδή μονάχα η κατάνυξη και τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για να πείσουν τον Θεό να μας δώσει αυτά που του ζητούμε στις προσευχές μας, πρέπει να προσθέσουμε και κάποια άλλα στοιχεία που χρειάζονται ακόμη, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι προσευχές μας. Ιδού μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέχεια, έξι τον αριθμό.
α) Όποιος θέλει να πάρει θετική απάντηση στο πρώτο του αίτημα, που είναι η συγχώρηση των αμαρτημάτων του, πρέπει κι αυτός ο ίδιος, όταν προσεύχεται, να συγχωρεί τ’ αμαρτήματα που διέπραξαν εις βάρος του οι άλλοι, καθώς μας δίδαξε ο Κύριος: «όταν στέκεστε σε προσευχή, ν’ αφήνετε ό,τι διαφορές έχετε με κάποιον, συγχωρώντας τον, κ’ έτσι να συγχωρήσει και ο Πατέρας μας ο ουράνιος και τα δικά σας παραπτώματα» (Μαρκ. ια’ 25).
β) Όποιος ζητάει να λάβει κάτι από τον Θεό, πρέπει να το ζητάει χωρίς διψυχία και δισταγμό, αλλά με στερεή και αδίσταχτη πίστη, όπως μας λέει πρώτα ο ίδιος ο Κύριος μας: «όλα όσα ζητάτε στην προσευχή σας με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα’ 22) και, κατόπιν, ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, που τη χαρίζει με απλότητα σε όλους, χωρίς να περιφρονεί κανέναν αλλά που να τη ζητάει με πίστη, δίχως αμφιβολία, διότι όποιος έχει αμφιβολίες ομοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που ο άνεμος το παρασέρνει και το πηγαίνει πότε εδώ και πότε εκεί· να μην ελπίζει ποτέ πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος δίγνωμος και άστατος σ’ όλους τους τρόπους της ζωής του» (Ιακ. α΄ 5-7).
γ) Όποιος ζητάει, πρέπει να μην παρακαλεί για ζητήματα που δεν τον συμφέρουν πνευματικά, δηλαδή για κοσμικά πράγματα που προξενούν τις ηδονές του, αλλά να ικετεύει για ζητήματα κατά Θεόν, δηλαδή που συμφέρουν κ’ ενδιαφέρουν τη σωτηρία της ψυχής του. Ακούστε και τον ονειδισμό εκ μέρους του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που λέει: «ζητάτε κάτι και δεν το λαμβάνετε, διότι το ζητάτε με κακό σκοπό, δηλαδή το ζητάτε για να το κατασπαταλήσετε για τις ηδονές σας» (Ιακ. δ’ 3)
δ) Όποιος θέλει να λάβει όσα συμφέροντα για την ψυχή του ζητάει από το Θεό, πρέπει κι αυτός να εργάζεται και να κάνει όλα όσα δύναται και μπορεί, σύμφωνα και με την κοινή παροιμία, που λέει «συν Αθηνά και χείρα κίνει»· πρέπει δηλαδή να μην αμελεί και να μην παραδίνει θεληματικά τον εαυτό του πρώτα στα πάθη, και τις επιθυμίες, κ’ έπειτα ζητάει τη θεία βοήθεια, διότι δεν θα τη λάβει ποτέ, σύμφωνα και με τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσφέρει κάνεις όλα όσα μπορεί μόνος του, και υστέρα να παρακαλεί τον Θεό να έρθει βοηθός και σύμμαχος του- διότι, όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του με νωθρότητα στις επιθυμίες και παραδοθεί έτσι μόνος του στους εχθρούς, αυτόν ο Θεός δεν τον βοηθάει ούτε εισακούει τις δεήσεις του, διότι πρόλαβε ο ίδιος και με την αμαρτία του αποξενώθηκε από τον Θεό· γιατί, βέβαια, όποιος επιθυμεί να έχει τη βοήθεια του Θεού, δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον· κι αυτός που δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον, δεν προδίδεται και δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη θεία πρόνοια και βοήθεια» (Ασκητικαί Διατά­ξεις, κεφ. α’).
Και, ακριβώς, γι’ αυτούς λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ησαΐα: «με αναζητούν την κάθε ημερα, κ’ επιθυμούν να γνωρίσουν τις εντολές μου, ωσάν λαός που έπραξε το δίκαιο και που δεν εγκατέλειψε την κρίση του Θεού» (Ησ. νη’ 2). Και, για να το πούμε με δυο λόγια, όποιος θέλει να εισακούσει ο Θεός τη δέησή του και να λάβει θετική απάντηση στο ζήτημά του, πρέπει να βιάζει τον εαυτό του, όσο μπορεί, για να φυλάγει τις εντολές του Θεού, ώστε να φτάσει στο σημείο να μην τον κατηγορεί η συνείδησή του ότι καταφρόνησε ή αμέλησε κάποιο πράγμα, που μπορούσε να το κάμει και δεν το έκαμε.
Διότι, όπως λέει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «όταν η καρδιά μας παύει να μας κατηγορεί, τότε αποκτούμε θάρρος εμπρός στον Θεό, κι Εκείνος μας δίνει ό,τι Του ζητούμε, γιατί εκτελούμε τις εντολές Του, και κάνουμε όλα όσα είναι αρεστά σ’ Εκείνον» (Α’ Ιωάν. γ’ 21-22). Και ο μέγας Βασίλειος προσθέτει: «Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να μη μας κατηγορεί σε τίποτε η συνείδησή μας, και τότε μονάχα μπορούμε να επικαλούμαστε τη θεία βοήθεια» (Ασκητ. Διατ., ο.π.) Και όχι μονάχα, όταν κάποιος προσεύχεται για τον εαυτό του, πρέπει να κάνει τα καθήκοντά του όσο μπορεί καλύτερα, αλλά και στην περίπτωση που κάποιος άλλος προσεύχεται για κείνον, πρέπει κι αυτός να συνεργεί προσωπικά για να καρποφορήσει η προσευχή που γίνεται για λόγου του. Αυτό ακριβώς σημαίνει ο λόγος του Αδελφοθέου, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ιακ. ε’ 16), τον οποίο ερμηνεύοντας ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγ­ει: «Πράγματι, πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου, είτε χάρη στον δίκαιο που την κάνει, είτε και χάρη σ’ εκείνον που ζητάει από τον δίκαιο να την πραγματοποιήσει· διότι, από μεν την πλευρά του δικαίου που γίνεται η δέηση, αυτή δίνει θάρρος να παρουσιαστεί και να ζητήσει από Κείνον που μπορεί να εισακούσει τα αιτήματα των δικαίων, ενώ από την πλευρά εκείνου που ζητάει από τον δίκαιο να κάμει γι’ αυτόν τη δέηση, του δίνει την ευκαιρία ν’ απομακρυνθεί από την κακία και να εγκολπωθεί πάλι την διάθεση για ενάρετο βίο» (Ε’ εκατ. περί θεολογίας, κεφ. πδ’).
Και ο ίδιος πάλι, σε άλλο σημείο, λέει: «Είναι πράγματι δείγμα μεγάλης νωθρότητας, για να μην πω παραφροσύνης, να επιζητεί κανείς τη σωτηρία του με τις δεήσεις των δικαίων, ενώ η διάθεσή του στρέφεται προς τις τέρψεις, και να ζητάει τη συγχώρεση εκείνων των αμαρτημάτων, για τα οποία σπιλώνεται με δική του διάθεση και ενέργεια. Πρέπει, λοιπόν, να μην αφήνει ανενεργή και ακίνητη τη δέηση του δικαίου…, αλλά να την ενεργοποιεί και να την ισχυροποιεί, δίνοντάς της φτερά με τις δικές του αρετές».
ε) Όποιος θέλει να εισακούσει ο Κύριος το αίτημά του, πρέπει να μην λιποψυχάει, ούτε να θλίβεται και να στενοχωριέται όταν προσεύχεται, αλλά να προσμένει με υπομονή και μακροθυμία, κι ας περνάει αρκετός καιρός αναμονής. Έτσι και ο Κύριος, για να μας διδάξει να προσμένουμε υπομένοντας και προσκαρτερώντας στην προσευχή, χωρίς να στενοχωριόμαστε καθόλου, μας αναφέρει στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο την παραβολή της χήρας, η οποία με την επιμονή και την υπομονή της, έπεισε στο τέλος τον άδικο δικαστή να της αποδώσει το δίκιο της. «Και τους έλεγε και την παραβολή αυτή, για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποκάμουν» (Λουκ. ιη’ 1). Έχουμε, από την άλλη πλευρά, και τον λόγο του μεγάλου Βασιλείου, που λέει ότι, μπορεί στη δέησή σου πολλές φορές να ζητήσεις τα πνευματικώς συμφέροντα, όμως δεν επέμεινες αρκετά. Διότι, όπως είναι γραμμένο, «με την υπομονή σας θα σώσετε τις ψυχές σας» (Λουκ. κα’ 19). Και, «όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί» (Ματθ. ι’ 22). Έχουμε γι’ αυτό το θέμα παράδειγμα τον Αβραάμ, ο οποίος, αν και ήταν νέος όταν προσεκλήθη από την Ασσυρία να πάει στην Παλαιστίνη, και είχε λάβει μάλιστα και υπόσχεση από το Θεό, πως θα πληθυνθεί το σπέρμα της γενιάς του όπως τ’ αστέρια τ’ ουρανού, είδε να πραγματοποιείται η παραπάνω υπόσχεση του Θεού μόλις στα εκατό χρόνια της ηλικίας του!
Επίσης, και το παράδειγμα του Ισαάκ, ο οποίος παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσει τέκνα, αλλά η δέησή του εισακούστηκε μόλις ύστερα’ από είκοσι χρόνια! Ο μέγας Βασίλειος σε συμβουλεύει: «μιμήσου, λοιπόν, και σύ, αδελφέ μου, αυτούς τους Πατριάρχες και την πίστη τους· και αν περάσει κ’ ένας χρόνος, τρίτος ή τέταρτος ή περισσότερα χρόνια δίχως να λάβεις το αίτημά σου, μην αφήνεις την προσευχή, αλλά να επιμένεις με πίστη, εργαζόμενος πάντα το αγαθό». Και ο αββάς Μακάριος προσθέτει: «όποιος δεν βλέπει να εισακούεται γρήγορα η δέησή του, αλλά ν’ αναβάλλεται από το Θεό, αυτός αισθάνεται πιο φλογερή την επιθυμία της προσευχής· και όσο πιο πολύ μακροθυμεί ο Θεός, δοκιμάζοντάς μας στον πόνο, τόσο πιο πολύ έντονα οφείλει ο προσευχόμενος να επιμένει, ζητώντας την δωρεά τού Θεού» (Σειρά στο Κατά Ματθαίον, κεφ. ζ’).
ς) και τελευταίον· όποιος θέλει να επιτύχει το αίτημα της προσευχής του, πρέπει πάντοτε να ευχαριστεί τον Θεό, είτε λάβει γρήγορα εκείνο που ζητά, είτε και αργότερα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος μας λέγει: «τα αιτήματά σας να τ’ απευθύνετε στο Θεό με προσευχή και δέηση, που θα συνοδεύονται από ευχαριστία» (Φιλιπ. δ’ 6). Επειδή, πολλές φορές, ο Θεός δεν μας δίνει γρήγορα εκείνο που του ζητούμε, ή γιατί ξέρει πως θα χάσουμε αυτό που θα μας χαρίσει και, γι’ αυτόν το λόγο, θα τιμωρηθούμε περισσότερο, αφού αθετήσαμε το χάρισμά του και τη δωρεά του· ή, γιατί, γνωρίζοντας πως μόλις λάβουμε το αίτημά μας θα πάψουμε να προσευχόμαστε. Γι’ αυτό αναβάλλει το ζήτημα μας και δεν το πραγματοποιεί, θέλοντας και προνοώντας να τον παρακαλούμε πάντοτε και να βρισκόμαστε κοντά του με την προσευχή· ή, ακόμη, για να φανεί η πίστη και η αγάπη μας προς τον Θεό, ή και για άλλους λόγους που έχει ο Θεός, ακατανόητους βέβαια σ’ εμάς, αλλά δίκαιους, που αποβλέπουν πάντοτε προς το πνευματικό συμφέρον μας. Τα βεβαιώνει όλα αυτά και ο βαθύς θεολόγος και πράγματι μέγας Βασίλειος, με όσα γράφει στο α’ κεφάλαιο των Ασκητικών του Διατάξεων, οπού συμπερασματικά μας λέγει:
«Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα αυτά, είτε πιο γρήγορα εισακουστούμε και λάβουμε, είτε πιο αργά, ας παραμείνουμε πάντοτε με ευχαριστίες στον Κύριο, διότι όλα όσα κάνει ο Δεσπότης τα κάνει πάντοτε οικονομώντας τη δική μας σωτηρία· και να μην λιποψυχούμε, σταματώντας τις προσευχές και τις δεήσεις». Και τί λέω; είτε λάβουμε απ’ το Θεό, είτε δεν λάβουμε τα αιτήματά μας, εμείς πρέπει να τον ευχαριστούμε πάντοτε και να επιμένουμε κρούοντας τη θύρα του Θεού και ζητώντας πάλι και πάλι με την προσευχή μας· διότι μας αρκεί και τούτο το μέγα χάρισμα που λαβαίνουμε, δηλαδή το ότι αξιωνόμαστε να συνομιλούμε με τον ίδιο το Θεό και να παραμένουμε ενωμένοι μ’ Εκείνον όταν προσευχόμαστε.
Έτσι μας λέει και ο χρυσός κάλαμος του αγίου Ιωάννου, με κομψότητα και γλαφυρότητα, γράφοντας τα παρακάτω: «μεγάλο αγαθό η προσευχή, όταν γίνεται με διάνοια καθαρή και χαρούμενη, κι όταν μάθουμε τους εαυτούς μας να ευχαριστούν το Θεό πάντοτε: όχι μονάχα όταν λαβαίνουμε τα αιτήματα της προσευχής, μα κι όταν δεν τα λαβαίνουμε. Διότι, άλλοτε μεν μας δίνει κι άλλοτε δεν μας δίνει· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις είσαι κερδισμένος, αφού είτε λάβεις είτε δεν λάβεις, ήδη έχεις λάβει και μη λαμβάνοντας· κι όταν επιτύχεις το ζητούμενο κι όταν δεν το πετύχεις· ήσουν τυχερός κι όταν δεν το πέτυχες, επειδή μερικές φορές το να μη λάβεις το αίτημά σου είναι επωφελέστερο· διότι, αν δεν ήταν προς το συμφέρον μας το να μην το λάβουμε, ο Θεός θα μας το έδινε οπωσδήποτε. Και το να μην πετυχαίνουμε κάτι, όταν καταλήγει προς το συμφέρον μας, είναι όντως επιτυχία» (Εις Ανδριάντας, λόγ. α΄· και Περί ευχής, τ. ζ’). Ανάλογα έγραψε και ο άγιος Ιωάννης, που μας παρέδωκε την ουράνια Κλίμακα: «να μη λες, πως περνάς πολλή ώρα στην προσευχή, δίχως να κατορθώσεις τίποτε, γιατί ήδη έχεις κάτι κατορθώσει· διότι, ποιό άλλο αγαθό θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο απ’ το να βρίσκεσαι κοντά στον Κύριο και να είσαι με την προσευχή εκεί, αδιαλείπτως περιμένοντας την ένωση μ’ Εκείνον;»
Αν, λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, συμφωνείτε με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, και προσφέρετε στον άγιο Θεό τις προσευχές που περιέχονται σε τούτο το βιβλίο εδώ, εγώ σας πληροφορώ πως θα πλουτίσετε τις ψυχές σας με πίστη ακλόνητη, με βέβαιη ελπίδα, με αγάπη ανόθευτη, με συγχώρεση των αμαρτημάτων, και θα έχετε την απαλλαγή των ορατών και των αοράτων κακών, την απόλαυση των αιτημάτων σας, τη λύτρωση από τους πειρασμούς των δαιμόνων και την επικοινωνία και ένωση με τον Θεό και τους Αγγέλους του· επειδή, κατά τον χαριτώνυμο και χρυσόστομο κήρυκα της προσευχής: «όταν αληθινά συνομιλούμε στην προσευχή με τον Θεό, τότε γινόμαστε ένα με τους Αγγέλους» (Λόγος Περί Προσευχής).
Και μ’ ένα λόγο, θέλω να σας πω, ότι με τις θείες τούτες προσευχές θ’ απολαύσετε ένα σωρό αγαθά, μια απέραντη θάλασσα από θησαυρούς, πλήθος από καλά, ολόκληρη θημωνιά από αρετές, ατελείωτη σειρά χαρισμάτων και ώριμους καρπούς πνευματικής ωφελείας.
πηγή: alopsis.gr
https://simeiakairwn.wordpress.com

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Η μαρτυρική οσιακή κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου στις 12 Ιουλίου 1994

Η μαρτυρική οσιακή κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου στις 12 Ιουλίου 1994

Ἡ μαρτυρικὴ ὀσιακὴ κοίμηση καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στίς 12 Ἰουλίου 1994
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», ἔκδοση Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015
«Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ…»
Στὶς 11 Ἰουλίου, μνήμη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ὁ Ὅσιος κοινώνησε γιὰ τελευταία φορά. Μὲ πολὺ κόπο γονάτισε ἐπάνω στὸ κρεββάτι, ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ μὲ τρεμάμενα χείλη εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου». Ἔπειτα οἱ ἀδελφές τοῦ ἔφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καὶ τὸν δίσκο μὲ τὸ κόλλυβό της. «Ἄκροις δακτύλοις» πῆρε δύο κόκκους ὡς εὐλογία καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Βλέποντας ὅτι δὲν ἦταν στολισμένη, παρατήρησε: «Οὔτε ἕνα λουλούδι δὲν τῆς βάλατε;». Κατὰ τὸ μεσημέρι ἦρθε στὸ Ἡσυχαστήριο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Δαμιανός, καὶ ὁ Γέροντας ζήτησε νὰ τοῦ διαβάση τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα». Ἀκόμη, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν μνημονεύη. «Νὰ μὲ μνημονεύης, τοῦ εἶπε, γιατί πολλοὶ ἄλλοι θὰ...
μὲ ἐγκαταλείψουν, θὰ νομίζουν ὅτι δῆθεν δὲν ἔχω ἀνάγκη».
Ἡ τελευταία ἐκείνη νύχτα ἦταν μαρτυρική. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ παυσίπονα δὲν τὸν ἒπιαναν. «Πονάω, πονάω πολύ», ἔλεγε σιγανὰ καὶ κοίταζε συνέχεια τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ δεξί του χέρι σχημάτιζε κάπου-κάπου τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἐκινεῖτο σὰν νὰ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Πότε-πότε ἄνοιγε τὰ χέρια του σὲ προσευχή. Κάποια στιγμὴ εἶπε: «Μαρτύριο». Ἡ Γερόνιτσσα, ποὺ βρισκόταν δίπλα του, δὲν ἄκουσε καὶ τὸν ρώτησε τί εἶπε. Τὸ ἐπανέλαβε τρεῖς φορές: «Μαρτύριο, μαρτύριο, μαρτύριο». Κάθιδρος, ἀσθμαίνων καὶ δακρυρροῶν ἔτρεχε τὸ τελευταῖο στάδιο, γιὰ νὰ φθάση στὸ τέρμα καὶ νὰ λάβη «τὸν τῆς νίκης στέφανον». Ὁ «ἀγγελικῶς ἐπὶ τῆς γῆς πολιτευσάμενος» ἔσπευδε διὰ μαρτυρίου νὰ πετάξη πρὸς τὰ οὐράνια σκηνώματα.
Στὶς ἐννιάμισι ἡ ὥρα τὸ πρωὶ ὅλες οἱ Ἀδελφὲς πέρασαν νὰ πάρουν γιὰ τελευταία φορὰ τὴν εὐχή του. Ἦταν προσηλωμένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ δὲν μιλοῦσε. Ὁ πόνος ἦταν ζωγραφισμένος στὸ πρόσωπό του, ἀνέπνεε μὲ πολλὴ δυσκολία, ἐνῶ ἡ πίεσή του σιγὰ-σιγὰ ἔπεφτε. Ὅλα ἔδειχναν ὅτι ἔφθανε τὸ τέλος· ὁ ἀναστημένος πνευματικὰ Πατὴρ Παΐσιος βρισκόταν στὸ κατώφλι πρὸς τὴν μακαριότητα. Σὲ μία στιγμή, ὁ Ὅσιος πῆρε τρεῖς σύντομες εἰσπνοὲς καὶ ἔσβησε, ὅπως σβήνει τὸ καντηλάκι, ὅταν τελειώνει τὸ λάδι του. Ἔγειρε ἥσυχα τὸ κεφάλι του στὸ πλάι, ἐνῶ ἡ ἁγιασμένη του ψυχὴ εἶχε πετάξει στὴν ἀληθινὴ πατρίδα του, τὸν Οὐρανό. Ἦταν ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ πρωὶ τῆς 12ης Ἰουλίου 1994.
Οἱ ἀδελφές του φόρεσαν τὸ Σχῆμα, τὸ ράσο καὶ τὸ κουκούλι· κατὰ τὰ ἄλλα ἦταν τακτοποιημένος ἀπὸ μόνος του. Τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα ἁπλὸ νεκροκρέββατο καὶ τὸν μετέφεραν στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Γύρω του ἐναπέθεσαν λίγα μόνο λουλούδια· βασιλικοὺς καὶ τριαντάφυλλα. Τὰ χέρια του, σὰν νὰ ἦταν ζωντανά, κρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια τὸν Σταυρό. Ἡ μορφὴ του ἦταν εἰρηνική, φωτεινή, ὀσιακή· εἶχε ἱλαρότητα, σκορποῦσε Χάρη.
Τὸ ἀπόγευμα τὸ Ἡσυχαστήριο ἄνοιξε γιὰ τοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ οἱ Ἀδελφὲς δὲν ἀνακοίνωσαν τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα σὲ κανέναν· αὐτὴν τὴν ἐντολὴ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος. Ἡ Γερόντισσα κάλεσε τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου, τὸν π.Νικόλαο, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἐπιθυμία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου ἦταν νὰ τελέση μόνον ἐκεῖνος τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία. Τὸ δέχθηκε μὲ φόβο καὶ χαρά· φόβο, διότι αἰσθανόταν ἀνάξιος νὰ κηδεύση ἕναν ἅγιο, χαρὰ γιὰ τὴν μεγάλη εὐλογία ποὺ τοῦ χάριζε ὁ Θεός.
Στὶς ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, ἄρχισε ἡ Ἀγρυπνία στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Οἱ ἀδελφὲς ἔψαλλαν τὰ νεκρώσιμα τροπάρια νιώθοντας τὸν Γέροντα νὰ εἶναι ἀκόμη ζωντανὸς δίπλα τους. Πρὶν ἀπὸ ἕναν μήνα εἶχε πεῖ ἀστειευόμενος: «Ἐγὼ θὰ ψάλω τὴν Νεκρώσιμη Ἀκολουθία!». Ἔψαλλε, πράγματι «ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων». Ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστὲ συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθὲς, αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Ὅλος ὁ πόνος τῆς προηγούμενης νύχτας εἶχε δώσει τὴ θέση του στὴν ἀναστάσιμη χαρά. Στὸ μικρὸ Παρεκκλήσι, μὲ τὸ λιγοστὸ φῶς, ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν Σταυροαναστάσιμη. Ἦταν στιγμὲς ἀποχωρισμοῦ, ἀλλὰ ἡ θλίψη μεταβαλλόταν σὲ χαρὰ λόγω τῆς βεβαιότητος ὅτι ὁ Ὅσιος τώρα πιὰ θὰ βρισκόταν δίπλα στὸν καθένα ποὺ θὰ ζητοῦσε τὶς πρεσβεῖες του.
Ἡ ἐκφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος ἔγινε μέσα σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι. Τὸ μόνο φῶς ἐρχόταν ἀπὸ ἕναν φανὸ ποὺ προπορευόταν τῆς νεκρικῆς πομπῆς καὶ ἀπὸ δύο ταπεινὰ φαναράκια ποὺ συνόδευαν τὸν Γέροντα. Ἔτσι θέλησε νὰ κηδευθῆ. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ ἤθελε νὰ κρύβεται· πλοῦτος του ἦταν ἡ προσωπική του ἀφάνεια. Αὐτὸ εἶχε φροντίσει νὰ γίνη καὶ στὴν κοίμησή του μὲ τὸ νὰ μὴν ἀνακοινωθῆ, πρὶν περάσουν τρεῖς ἡμέρες.
Ἡ σεβάσμια ἁπλότητα τῆς μυστικῆς ἐκφορᾶς ἔκανε περισσότερο αἰσθητὴ τὴν λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη καὶ πολυάριθμη παρουσία τῆς Ἄνω Ἐκκλησίας. Ὁ Γέροντας προχωροῦσε μέσα στὸ σκοτάδι ἀκίνητος καὶ συγχρόνως πορευόμενος τὴν μακαρία ὁδὸ καὶ λαμπρῶς προϋπαντούμενος ἀπὸ τοὺς χοροὺς τῶν Δικαίων….
Ἡ πομπὴ ὁδηγήθηκε στὸν τόπο ὅπου εἶχε ἑτοιμασθῆ ὁ τάφος του, πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος, ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἐπρόκειτο νὰ γίνη δικός του Ναός. Μὲ ἕνα κεράκι διαβάσθηκαν ὅσα προβλέπονται κατὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἔγινε τὸ καθορισμένο κομποσχοίνι, καὶ ὁ ἱερέας εἶπε: «Χριστὸς Ἀνέστη!».
Τώρα πιὰ ὁ Ἅγιος Παΐσιος δὲν πονάει καὶ δὲν ὑποφέρει. Δὲν καταδαπανᾶται, γιὰ νὰ βοηθάη καὶ νὰ ἀναπαύη ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Ἡ φιλότιμη καὶ ἀρχοντικὴ καρδιά του δὲν μοιράζεται στὰ δύο, ἀνάμεσα στὸν πόθο γιὰ τὴν ἔρημο καὶ στὴν ἀνάγκη νὰ μένη κοντὰ στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους. Τώρα πιὰ «πετάει ἄνετα σὰν Ἄγγελος ἀπὸ τὴν μία ἄκρη τοῦ κόσμου στὴν ἄλλη», ὅπως ἔγγραψε καὶ ὁ ἴδιος γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο, καὶ εὔκολα βρίσκεται παντοῦ, κοντὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.
Ὅσο ζοῦσε πάνω στὴ γῆ ὁ Ἅγιος ἦταν ταπεινὸς καὶ συγχρόνως μεγάλος, πάμφτωχος καὶ ὅμως πάμπλουτος, ἁπλὸς καὶ ὀλιγογράμματος ἀλλὰ σοφὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου. Σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ὡς μικρὸς «κοσμοκαλόγερος» στὴν Κόνιτσα, ὡς στρατιώτης ἔπειτα μέσα στὴν δίνη τοῦ πολέμου, ὡς ἀγωνιστὴς νέος μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου καὶ στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὡς ἀκούραστος «Καλόγερος» στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, ὡς ἐξαϋλωμένος ἀσκητὴς στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, ὡς θεοφώτιστος Γέροντας ποὺ δέχθηκε χιλιάδες ψυχὲς στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ στὴν Παναγούδα, καιγόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν ἴδια φλόγα· νὰ δίνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ μὲ φιλότιμη ἄσκηση καὶ νὰ θυσιάζεται γιὰ τοὺς συναθρώπους του μὲ ἀρχοντικὴ ἀγάπη.
Ἔζησε, πράγματι, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σοὺ καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν». Ἔλαμψε στὸν κόσμο μὲ «τὰ καλά του ἔργα», δόξασε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἁγία του ζωή, καὶ ὁ Θεὸς τὸν δόξασε ἐπιτελώντας δι΄ αὐτοῦ μέγιστα θαύματα.
«Οἱ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων συγγραψάμενοι τὰς πράξεις αὐτῶν ἐδήλωσαν τὰς σωματικᾶς, τὴν ἀκτημοσύνην, τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν ἐγκράτειαν, τὴν ὑπομονήν· τὴν δὲ πνευματικὴν αὐτῶν ἐργασίαν μικρὸν τε καὶ ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διὰ τῶν τοιούτων ἐδήλωσαν». Ἔτσι καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία τοῦ Ἁγίου Παϊσίου πολὺ λίγο ἔγινε φανερή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῆ πόσο βαθιὰ ἔιχε προχωρήσει ὁ Ὅσιος τὸ σκάψιμο στὸ πνευματικὸ μεταλλεῖο καὶ σὲ ποιὰ πνευματικὰ ὑψώματα εἶχε φθάσει. Ἂν ὅμως θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ πῆ μὲ μία λέξη τί ἔκανε τὸν Ἅγιο Παΐσιο νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ ἦταν, θὰ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια του: «Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη…».
«Ἀγάπη, προφητείας χορηγός· ἀγάπη, θαυμάτων παρεκτική· ἀγάπη, ἐλλάμψεως ἄβυσσος… Ἀγάπη τελευταία βαθμὶς εἰς τὰς θείας ἀναβάσεις τῶν ἀρετῶν. Ἀγάπη γὰρ ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ πρέπει δόξα, ὕμνος, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
https://www.impantokratoros.gr

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Ἡ προσευχὴ τοῦ πάπα Ἐφραὶμ ἦταν φωτιά.

Ἡ προσευχὴ τοῦ πάπα Ἐφραὶμ ἦταν φωτιά.


Μᾶς διηγήθηκε γιὰ τὸν πάπα-Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη:
Τὰ πρῶτα χρόνια ποὺ τὸν γνωρίσαμε, ἀγωνιζόταν μὲ πολλὴ ζῆλο στὴ προσευχή. Μία βραδιὰ ἔπεσε στὸ κρεβάτι, νὰ ξεκουραστεῖ λίγο καὶ μετὰ νὰ σηκωθεῖ γιὰ ἀγρυπνία. Οἱ δαίμονες πολὺ φθόνο εἶχαν μέσα τους. Ἡ προσευχὴ τοῦ πάπα Ἐφραὶμ ἦταν φωτιά. Ἔρχονται, λοιπὸν , ἕνας ὁλόκληρος λεγεώνας, ἔξω ἀπὸ τὸ κελί του καὶ ἀρχίζουν φωνές. Ξυπνᾶ τὸ καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αὐτί. Κατάλαβε. Δαίμονες εἶναι. Ὅλοι μαζὶ μὲ μία φωνή: « Πόλεμος – Πόλεμος…». Νόμιζαν ὅτι θὰ τρομάξει. Ὅμως τί κάνει τὸ καλογέρι; Σηκώνεται ἀπὸ τὸ κρεβάτι σὰν ἀστραπή. Ἁρπάζει τὸ τρακοσάρι 
(κομποσχοίνι) καὶ τοὺς ἁπαντὰ κι αὐτὸς μὲ θάρρος καὶ δυνατά: «Ναὶ – ναί. Πόλεμος –Πόλεμος». Καὶ δώστου ἀρχινᾶ ἡ μάχη. « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ». «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ τὸν ἁμαρτωλό». Ἔβγαλε τέτοια ἀγρυπνία ποὺ τὴ θυμόταν γιὰ χρόνια. Ἔλεγε κι αὐτὸς μετὰ εὐχαριστῶ, στοὺς δαίμονες ποὺ τὸν ξυπνήσανε.

πηγή:  orthodoxia-ellhnismos.gr
http://makkavaios.blogspot.com

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Το θαύμα της Ορθοδοξίας

Το θαύμα της Ορθοδοξίας

Αποτέλεσμα εικόνας για το θαυμα της ορθοδοξιας
~ Τριάντα μίλια μακριά από τις Αιγαιές, πόλη της Κιλικίας, ησύχαζαν δύο στυλίτες. Ο ένας απ’ αυτούς ήταν ορθόδοξος, ενώ ο άλλος άνηκε στην αίρεση του Σεβήρου. Ασκήτευαν σε απόσταση έξι μιλίων ο ένας από τον άλλο.
Ο αιρετικός κατηγορούσε την ορθόδοξη Εκκλησία και προσπαθούσε με διάφορα επιχειρήματα να παρασύρει στην αίρεσή του και τον ορθόδοξο. Εκείνος τότε, θέλοντας να τον πληροφορήσει για το ποιά είναι η ορθή πίστη, του μήνυσε να του στείλει μία μερίδα της δικής του κοινωνίας
Ο αιρετικός, νομίζοντας πως θα δεχόταν ο ορθόδοξος την πλάνη του, έστειλε με χαρά τη μερίδα. Έβαλε τότε ο ορθόδοξος ένα καζάνι να βράζει κι έριξε μέσα τη μερίδα του αιρετικού. Αμέσως αυτή διαλύθηκε στο καυτό νερό του καζανιού.
Ύστερα πήρε μία μερίδα από την αγία Κοινωνία της ορθόδοξης Εκκλησίας και την έριξε κι αυτή στο ίδιο καζάνι που κόχλαζε. Την ίδια στιγμή το καζάνι κρύωσε, ενώ η αγία μερίδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε, μα ούτε καν βράχηκε!
(«Λειμωνάριον», Ιωαν. του Μόσχου)
Η νίκη του Χριστού.
Κάποιος μάγος έκανε ψευτοθαύματα με τη βοήθεια του διαβόλου, για να πλανεύει τους χριστιανούς και να τους παίρνει με το μέρος του.
Ανάμεσα στις άλλες θαυματουργίες του έκανε και τούτη: Έμπαινε στη φωτιά για πολλή ώρα. Ύστερα ζητούσε τη βοήθεια του δαίμονα, που έσβηνε τη φωτιά κι έτσι ο μάγος παρέμενε άβλαβής.
Όταν ο τοπικός επίσκοπος πληροφορήθηκε το περιστατικό, πήρε το άγιο αρτοφόριο με το δεσποτικό Σώμα και πλησίασε στη φωτιά. Αμέσως πρότεινε στο μάγο να δεθεί με αλυσίδα και να πέσει μέσα στη φωτιά, για να δει κι αυτός τη θαυμαστή του διάσωση.
Ο μάγος δέχτηκε να τον δέσουν και να τον ρίξουν στη φωτιά, νομίζοντας πως κι εκείνη τη φορά, όπως τόσες άλλες, θα γινόταν το θαύμα. Μόλις όμως βρέθηκε τυλιγμένος στις φλόγες, άρχισε να καίγεται και να φωνάζει δυνατά:
Βοήθησέ με δαίμονα, γιατί θα με καταφάει η φωτιά!
Άκουσαν όλοι τότε μία απαίσια φωνή: Πολλές φορές σε βοήθησα. Τώρα, όμως δεν μπορώ, γιατί στέκεται πλάι σου ο ισχυρότερός μου.
Έτσι λοιπόν ο μάγος έγινε στάχτη.
(Αγαπίου μοναχού, «Αμαρτωλών σωτηρία»)
https://simeiakairwn.wordpress.com

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

"«Εὐχή, βία φύσεως διηνεκής», καὶ θὰ δεῖς πόση Χάρη θὰ λάβεις"

"«Εὐχή, βία φύσεως διηνεκής», καὶ θὰ δεῖς πόση Χάρη θὰ λάβεις"

«Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας», έκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Ἄγιον Ὅρος-ἀποσπάσματα σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση

Ἐπιστολὴ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστή

Λοιπὸν βιάσου. Λέγε διαρκῶς τὴν εὐχή. Νὰ μὴ σταματᾶ καθόλου τὸ στόμα. Ἔτσι θὰ τὴν συνηθίσεις μέσα σου καὶ κατόπιν θὰ τὴν παραλάβει ὁ νοῦς. Μὴ ξεθαρρεύεις στοὺς λογισμούς, διότι γίνεσαιμαλθακὸς καὶ μολύνεσαι. «Εὐχή, βία φύσεως διηνεκής», καὶ θὰ δεῖς πόση Χάρη θὰ λάβεις. 
Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, παιδί μου, εἶναι θλίψη, διότι εἶναι στὴν ἐξορία. Μὴ ζητεῖς τελεία ἀνάπαυση. Ὁ Χριστὸς μᾶς σήκωσε τὸ σταυρό, καὶ μεῖς θὰ σηκώσουμε. Ὅλες τὶς θλίψεις ἐὰν τὶς ἀπομένουμε, βρίσκομε Χάρη παρὰ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ μας ἀφήνει ὁ Κύριος νὰ πειραζόμαστε, γιὰ νὰ δοκιμάζει τὸ ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχουμε πρὸς αὐτόν. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται ὑπομονή. Χωρὶς ὑπομονὴ δὲν γίνεται ὁ ἄνθρωπος πρακτικός, δὲν μαθαίνει τὰ πνευματικά, δὲν φθάνει σὲ....
μέτρα ἀρετῆς καὶ τελειώσεως. 
Ἀγάπα τὸν Ἰησοῦ καὶ λέγε ἀδιάλειπτα τὴν εὐχὴ καὶ αὐτὴ θὰ σὲ φωτίζει στὸ δρόμο του. 
Πρόσεχε νὰ μὴν κατακρίνεις. Διότι ἀπὸ αὐτὸ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς καὶ φεύγει ἡ Χάρη καὶ σὲ ἀφήνει ὁ Κύριος νὰ πέφτεις, νὰ ταπεινώνεσαι, νὰ βλέπεις τὰ δικά σου σφάλματα. Ἀλλ’ ὅταν ὑποχωρεῖ ἡ Χάρη γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ὁ ἄνθρωπος, τότε γίνονται ὅλα σαρκικὰ καὶ πέφτει ἡ ψυχή. Σὺ ὅμως τότε μὴ χάνεις τὴν προθυμία σου, ἄλλα φώναζε διαρκῶς τὴν εὐχὴ μὲ βία, 
μὲ τὸ ζόρι, μὲ πόνο πολύ. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ». Καὶ πάλι καὶ πολλὲς φορές, τὸ ἴδιο συνεχῶς. Καὶ σὰν νὰ ἀτενίζεις νοερὰ τὸν Χριστὸ νὰ τοῦ λέγεις• «…Δόξα σοί, δόξα σοί, ὁ Θεός μου». Καὶ ὑπομένοντας, πάλι θὰ ἔλθει ἡ Χάρη, πάλι ἡ χαρά. Ὅμως καὶ πάλι ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ λύπη, ἡ ταραχὴ καὶ τὰ νεῦρα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγώνας, νίκη, εὐχαριστία. Καὶ αὐτὸ γίνεται μέχρις ὅτου σιγὰ-σιγὰ καθαρίζεσαι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ γίνεσαι πνευματικός… 
Ἡ ἄσκηση, παιδί μου, θέλει στερήσεις. Θέλει ἀγώνα καὶ κόπο πολύ. Θέλει νὰ φωνάζεις μέρα καὶ νύκτα στὸν Χριστό. Θέλει ὑπομονὴ σὲ ὅλους τους πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις. Θέλει νὰ πνίξεις θυμὸ καὶ ἐπιθυμία. 
Θὰ κουρασθεῖς πολύ, μέχρι νὰ καταλάβεις ὅτι προσευχὴ χωρὶς προσοχὴ καὶ νήψη εἶναι χάσιμο χρόνου· κόπος χωρὶς πληρωμή. Πρέπει σὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μέσα ἔξω νὰ βάλεις ἄγρυπνο φύλακα τὴν προσοχὴ διότι χωρὶς αὐτὴν ὁ νοῦς καὶ οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς διαχέονται στὰ μάταια καὶ συνήθη, σὰν τὸ ἄχρηστο νερὸ ποὺ τρέχει στοὺς δρόμους. Ποτὲ κανένας δὲν βρῆκε προσευχὴ χωρὶς προσοχὴ καὶ νήψη. Κανένας ποτὲ δὲν ἀξιώθηκε νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὰ ἄνω χωρὶς πρῶτα νὰ καταφρονήσει τὰ κάτω. 
 
πηγή:  orthodoxia-ellhnismos.gr
http://makkavaios.blogspot.com

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Να θυμάσαι ότι προορίζεσαι για τον ουρανό…


Να θυμάσαι ότι προορίζεσαι για τον ουρανό…

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Ο γάμος ειναι ενας δρόμος· 
Αρχίζει από τήν γη καί τερματίζει στόν ουρανό. Είναι μια συναψις, 
ενας σύνδεσμος μαζί μέ τόν Χριστόν, πού μας βεβαιώνει οτι θά παμε 
κάποτε στόν ουρανό. 
Πάνω από τήν αγάπη, πάνω από τόν ανδρα σου, πάνω από τήν γυναίκα σου,
 πάνω από τά καθημερινά σου γεγονότα, νά θυμασαι ότι προορίζεσαι 
γιά τόν ουρανό, οτι μπήκες στόν δρόμο πού πρέπει οπωσδήποτε νά σέ βγάλη εκει. 
Η νύμφη καί ο γαμπρός δίνουν τά χέρια τους, τούς πιάνη ο ιερεύς καί 
ακολουθούν γύρω από τό τραπέζι χορεύοντας καί ψάλλοντας. 
Αυτό σημαίνει οτι ο γάμος ειναι η πορεία, τό ταξίδι πού θά 
καταλήξη στόν ουρανό, στήν αιωνιότητα.

Στόν γάμο φαίνονται οτι παντρεύονται δύο. Δέν είναι ομως δύο αλλά τρεις.
 Παντρεύεται ο ανδρας τήν γυναικα καί η γυναικα τόν ανδρα, αλλά
καί οι δύο μαζί υπανδρεύονται τόν Χριστόν. 

Τρεις επομένως λαμβάνουν μέρος στό μυστήριο καί τρεις πλέον
 παραμένουν στήν ζωή τους.

Ολα όσα χρησιμοποιούνται, κατά τήν τέλεσι του γάμου, είναι σκιές
 καί σύμβολα πού δείχνουν ότι εκει ειναι ο Χριστός. Οταν κάθεσαι καί 
βλέπεις ξαφνικά μιά σκιά, καταλαβαίνεις οτι κάποιος έρχεται. Δέν τόν βλέπεις· 
τό ξεύρεις όμως. Πρωι πρωι σηκώνεσαι καί βλέπεις
 κατακόκκινο τόν ορίζοντα στήν ανατολή. Θά βγη, λές, σέ λίγο ο ήλιος.

Οταν βλέπης τόν γάμο σου, τόν ανδρα σου, τήν γυναίκα σου,
 όταν βλέπεις τίς στεναχώριες σου, τά πάντα μέσα στό σπίτι σου,
νά ξεύρης οτι ειναι σημάδια της παρουσίας του Χριστου. 
Είναι σάν νά ακους τά βήματά του, σάν νά έρχεται, σάν νά πρόκειται 
νά ακούσης τώρα καί τήν φωνή του. Σκιές είναι όλα αυτά πού δείχνουν 
ότι μαζί μας είναι o Χριστός.

Είναι αλήθεια ότι εξ αιτίας των μεριμνών μας τόν νοιώθομε ως απόντα.
 Τόν βλέπομε όμως μέσα στίς σκιές καί είμαστε βέβαιοι ότι είναι μαζί μας.
 Η ζωή μας είναι πλέον μαζί μέ τόν Χριστόν.»

https://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/na-thymasai-oti-proorizesai-gia-ton-ourano/
http://yiorgosthalassis.blogspot.com