Εορτολόγιο

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Νὰ μὴ δίνετε ὅλο τὸ εἶναι σας, ὅλο τὸ δυναμισμὸ μαζὶ μὲ τὴν καρδιά σας, στὰ ὑλικά. Ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι στὸν Χριστό, τότε ἁγιάζονται καὶ οἱ δουλειές.

Νὰ μὴ δίνετε ὅλο τὸ εἶναι σας, ὅλο τὸ δυναμισμὸ μαζὶ μὲ τὴν καρδιά σας, στὰ ὑλικά. Ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι στὸν Χριστό, τότε ἁγιάζονται καὶ οἱ δουλειές.

Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου
Γέροντα, τί ἐννοεῖτε, ὅταν λέτε: "Πόδια, χέρια στὴν δουλειὰ νὰ δίνετε, καρδιὰ νὰ μὴ δίνετε";

-Ἐννοῶ νὰ μὴ δίνετε καρδιὰ στὰ ὑλικὰ πράγματα. Εἶναι μερικοὶ ποὺ δίνονται ὁλόκληροι στὰ ὑλικά. Περνοῦν ὅλη τὴν ἡμέρα μὲ τὸ νὰ ἀσχολοῦνται πὼς θὰ κάνουν καλὰ μία δουλειὰ καὶ δὲν σκέφτονται καθόλου τὸν Θεό. Νὰ μὴ φθάνουμε ἐκεῖ. Νὰ χρησιμοποιεῖτε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια στὴν δουλειά, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀφήνετε τὸν νοῦ σας νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὸν Θεό.
Νὰ μὴ δίνετε ὅλο τὸ εἶναι σας, ὅλο τὸ δυναμισμὸ μαζὶ μὲ τὴν καρδιά σας, στὰ ὑλικά. Ἔτσι γίνεται μετὰ κανεὶς εἰδωλολάτρης. Ὅσο μπορεῖτε στὶς... δουλειὲς καρδιὰ νὰ μὴ δίνετε, χέρια, μυαλὸ νὰ δίνετε.Καρδιὰ νὰ μὴ δίνετε σὲ χαμένα, σὲ ἄχρηστα πράγματα. Γιατί μετὰ πῶς θὰ σκιρτήση ἡ καρδιὰ γιὰ τὸν Χριστό; Ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι στὸν Χριστό, τότε ἁγιάζονται καὶ οἱ δουλειές, ὑπάρχει καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ψυχικὴ ξεκούραση συνέχεια, καὶ νιώθει κανεὶς τὴν πραγματικὴ χαρά. Νὰ ἀξιοποιεῖτε τὴν καρδιά σας, νὰ μὴν τὴν σπαταλᾶτε.
Ἂν σπαταληθῆ ἡ καρδιὰ σὲ πολλὰ ἀσήμαντα, δὲν ἔχει ἀντοχὴ νὰ πονέση γιὰ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ πονέση. Ἐγὼ θὰ δώσω καρδιὰ σὲ ἕναν καρκινοπαθῆ, σὲ ἕναν πονεμένο. Ἡ ἀγωνία μου εἶναι γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ κινδυνεύουν. Κάνω τὸν σταυρό μου νὰ τὰ δίνη ὁ Θεὸς φώτιση. Ὅταν πάλι ἔχω κόσμο, πάει ἡ προσοχή μου στὸν πόνο τοῦ ἄλλου, στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον. Τὸν πόνο τὸν δικό μου δὲν τὸν καταλαβαίνω. Ἔτσι ξεχνιοῦνται ὅλα, παίρνει ἄλλη στροφὴ ὁ ἄνθρωπος.
- Γέροντα, σὲ ὅλες τὶς δουλειὲς γίνεται νὰ μὴ δίνη κανεὶς νοῦ καὶ καρδιά;
- Ὅταν ἡ δουλειὰ εἶναι ἁπλή, βοηθάει νὰ μὴν ἀπορροφᾶται ὁ νοῦς. Ὅταν ὅμως ἡ δουλειὰ εἶναι σύνθετη, τότε δικαιολογεῖται νὰ ἀπορροφᾶ λίγο τὸν νοῦ, ὄχι ὅμως νὰ παίρνη τὴν καρδιά.
- Τὴν καρδιὰ μὲ τί μορφὴ τὴν παίρνει;
- Μὲ τί μορφή; Ὁ πειρασμὸς μέ… “μορφίνες” τὴν ναρκώνει! Τὴν καρδιὰ τὴν παίρνει μὲ τὸν ἐγωισμό. Ἀλλὰ ὅταν ἡ καρδιὰ δοθῆ στὸν Θεό, τότε ὁ νοῦς θὰ εἶναι στὸν Θεὸ καὶ τὸ μυαλὸ στὴν δουλειά.
- Ὅταν λέμε “ἀμέριμνο”, τί ἐννοοῦμε ἀκριβῶς;
- Ὅταν δουλεύης, νὰ μὴν ξεχνᾶς τὸν Χριστό.Νὰ κάνης τὴν δουλειὰ μὲ χαρά, ἀλλὰ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ νὰ εἶναι στὸν Χριστό. Τότε καὶ δὲν θὰ κουράζεσαι, καὶ πνευματικὰ θὰ μπορῆς νὰ κάνης.

Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Λόγοι Α΄
Ἅγιος Παΐσιος
 πηγή:  orthodoxia-ellhnismos.gr
http://makkavaios.blogspot.com

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Η ψυχή αυτού που προσεύχεται γνωρίζει το Άγιο Πνεύμα


Αν θέλεις να προσεύχεται ο νους σου ενωμένος με την καρδιά και δεν το κατορθώνεις, τότε λέγε την προσευχή με το στόμα και κράτα το νου στις λέξεις της προσευχής, όπως διδάσκει η «Κλίμαξ».
Με τον καιρό θα σου δώσει ο Κύριος την καρδιακή προσευχή χωρίς λογισμούς και θα προσεύχεσαι αβίαστα.

Μερικοί έβλαψαν την καρδιά τους, γιατί βιάζονταν να προσεύχονται με το νου ενωμένο με την καρδιά, και κατέληξαν να μην μπορούν να λέγουν την προσευχή ούτε με το στόμα. Εσύ, όμως, να ξέρεις την τάξη της πνευματικής ζωής: τα χαρίσματα δίνονται στην απλή, ταπεινή, υπάκουη ψυχή. Όποιος είναι υπάκουος και εγκρατής σε όλα -στην τροφή, στην ομιλία, στις κινήσεις-, σε αυτόν δίνει ο Κύριος την προσευχή και αυτή τελείται στην καρδιά με θεία ενέργεια.
Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται με την κατάκριση, την αργολογία και την ακράτεια. Όποιος αγαπά τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται ημέρα και νύχτα, γιατί καμιά εργασία δεν παρεμποδίζει την αγάπη προς τον Θεό. Οι Απόστολοι αγαπούσαν τον Κύριο και ο κόσμος δεν αποτελούσε εμπόδιο γι’ αυτήν την αγάπη, αν και τον σκεπτόταν τον κόσμο και προσεύχονταν γι’ αυτόν και κήρυτταν.
Στον Μέγα Αρσένιο ειπώθηκε: «Φεύγε τους ανθρώπους». Και, όμως, το Πνεύμα του Θεού διδάσκει να προσευχόμαστε και στην έρημο για τους ανθρώπους και για όλον τον κόσμο.Εσύ, όμως, να ξέρεις την τάξη της πνευματικής ζωής: τα χαρίσματα δίνονται στην απλή, ταπεινή, υπάκουη ψυχή
Στον κόσμον αυτό καθένας έχει το λειτούργημά του: ο ένας είναι βασιλιάς, ο άλλος πατριάρχης ή μάγειρας ή σιδηρουργός ή δάσκαλος. Ο Κύριος, όμως, τους αγαπά όλους και θα δώσει το μεγαλύτερο βραβείο σε εκείνον που αγαπά περισσότερο τον Κύριο. Ο Κύριος μας έδωσε εντολή να αγαπούμε τον Θεό με όλη την καρδιά, με όλο το νου και με όλη την ψυχή. Αλλά χωρίς προσευχή, πως είναι δυνατόν να αγαπάς; Γι’ αυτό ο νους και η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για την προσευχή.
Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να τον σκέφτεσαι, να μιλάς γι’ αυτόν, να είσαι μαζί Του. Η ψυχή αγαπά τον Κύριο ως Πατέρα και Δημιουργό και παρίσταται ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη: με φόβο, γιατί είναι ο Κύριος? με αγάπη, γιατί η ψυχή Τον γνωρίζει ως Πατέρα γεμάτο έλεος και η χάρη Του είναι γλυκύτερη από καθετί άλλο.
Εγώ γνώρισα πως η προσευχή είναι εύκολη, γιατί βοηθά η χάρη του Θεού. Ο Κύριος μας αγαπά υπερβολικά και μας αξιώνει να συνομιλήσουμε μαζί Του με την προσευχή και να μετανοούμε και να Τον δοξολογούμε.
Αδυνατώ να περιγράψω πόσο πολύ μας αγαπά ο Κύριος. Η αγάπη αυτή γνωρίζεται με το Άγιο Πνεύμα και η ψυχή αυτού που προσεύχεται γνωρίζει το Άγιο Πνεύμα.
, ο Αθωνίτης, Αρχιμανδρίτου , Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου 
Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ





    Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να εκτελέσεις.

    Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πείς: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου.
    Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί. Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι αυτό ούτε να λυπηθείς.
    Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).
    Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.
    Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.
    Μή λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.
    Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης
    https://www.vimaorthodoxias.gr

    Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

    Η μνημόνευση των κεκοιμημένων στη Θ. Λειτουργία, μέγιστη προσφορά για την ανάπαυσή τους

    Η μνημόνευση των κεκοιμημένων στη Θ. Λειτουργία, μέγιστη προσφορά για την ανάπαυσή τους



    Αποτέλεσμα εικόνας για θεια λειτουργια
    «Αν αγαπάτε τους αποθαμμένους, κάμνετε ό,τι ημπορείτε δια την ψυχήν των∙ συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς ελεημοσύνας…».
     

    Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός με την απλότητα που μιλούσε στος ιεραποστολικές περιοδείες του λέει στην Τέταρτη Διδαχή του: «Αν αγαπάτε τους αποθαμμένους, κάμνετε ό,τι ημπορείτε δια την ψυχήν των∙ συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς ελεημοσύνας».


    Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας το κυριότερο που συνιστούν για την ανάπαυση των κεκοιμημένων μας είναι να μνημονεύονται τα ονόματά τους κατά την τέλεση του αγιωτάτου Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Αυτή την τάξη η Εκκλησία την τηρεί «από περάτων μέχρι περάτων», «βεβαίως και λίαν αναντιρρήτως» μέχρι σήμερα και θα τη συνεχίζει μέχρι «της του κόσμου λήξεως». Οι άγιοι Απόστολοι δεν τη θέσπισαν απλώς και ως έτυχε. «Η απλανής θρησκεία των χριστιανών» δεν παρέλαβε τίποτε το μη ωφέλιμο, αλλά όλα είναι «επωφελή και θεάρεστα και λίαν ονησιφόρα (πολύ ωφέλιμα) και σωτηρίας μεγίστης πρόξενα», παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Περί των εν πίστει κεκοιμημένων, ΕΠΕ 4, 156).

    Δική μας φροντίδα είναι να ετοιμάζουμε ζυμωτό πρόσφορο, τυλιγμένο σε καθαρή λευκή πετσέτα, και να το πηγαίνουμε στην Εκκλησία μαζί με τα μνημονεύματα. Στο ένα χαρτάκι που έχει την ένδειξη «υπέρ αναπαύσεως» και το σταυρό γράφουμε σε γενική πτώση τα ονόματα των κεκοιμημένων και στο άλλο χαρτάκι που έχει την ένδειξη «υπέρ υγείας» γράφουμε τα ονόματα των ζώντων. Είναι τα λεγόμενα δίπτυχα.

    Στην Ακολουθία της Προσκομιδής ο λειτουργός ιερέας εξάγει μερίδες για τα ονόματα των ζώντων και κεκοιμημένων που δίδονται προς μνημόνευσιν. Στη θεία Λειτουργία μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και το «Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…» απευθύνει μία σειρά ικετευτικών δεήσεων υπέρ όλων των πιστών, κάνοντας αρχή από τη μνημόνευση του τιμίου Προδρόμου, των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων, του αγίου που επιτελούμε τη μνήμη του, κι αμέσως κατόπιν προσθέτει: «Μνήσθητι, Κύριε, πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Κατόπιν μνημονεύει τα ονόματά τους, βοηθούμενος και από τον διάκονο, και στο τέλος κατακλείει τη θερμή δέηση λέγοντας: «Και ανάπαυσον αυτούς, ο Θεός, όπου επισκοπεί το φως του προσώπου σου».

    Μετά τη θεία Κοινωνία των πιστών, κατά τη «συστολή», ο λειτουργός ιερέας τοποθετεί μέσα στο άγιο Ποτήριο όλες τις μερίδες των ζώντων και των κεκοιμημένων που είχαν μνημονευθεί στην Ακολουθία της Προσκομιδής, «μετά φόβου και πάσης ασφαλείας, ώστε μηδέ κόνιόν τι άγαν λεπτότατον εκπεσείν ή καταλειφθήναι ποσώς εκείσε» (με πολλή επιμέλεια και προσοχή, για να μην παραπέσει το παραμικρό ψιχουλάκι ή παραλειφθεί καμιά μερίδα), προφέροντας τους λόγους: «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αίματί σου τω Αγίω∙ πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων. Αμήν.»

    Καθώς εμβάπτονται οι μερίδες αυτές στο Αίμα του Κυρίου, παίρνουν δύναμη, χάρη, ευλογία, αγιασμό. Το Αίμα του Κυρίου μεταδίδει της θεία Χάρη στις ψυχές εκείνων για τους οποίους προσφέρθηκε. Η κάθε μερίδα «εισκομισθείσα τω ποτηρίω, ενούται τω αίματο. Διό και τη ψυχή, υπέρ ου προσήχθη, παραπέμπει την χάριν», παρατηρεί ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (Περί του ναού και της θείας Μυσταγωγίας, P.G. 155,748).

    Τον αγιασμό που μεταδίδει η θεία Κοινωνία τον καρπούνται και οι ζωντανοί και οι κεκοιμημένοι. Ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του όχι μόνο στους ζωντανούς αλλά και «στους κεκοιμημένους με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει», παρατηρεί ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Την αλήθεια αυτή την αναλύει διά πολλών ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αγιότατο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας τελείται και για τους πεθαμένους και για τους ζωντανούς, αγιάζει και τους μεν και τους δε. Σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι οι κεκοιμημένοι από τους ζωντανούς. Από μερικές πλευρές είναι και ανώτεροι, διότι δεν αμαρτάνουν, ενώ εμείς αμαρτάνουμε καθημερινά, όσο ζούμε και αναπνέουμε (Ερμηνεία εις την θείαν Λειτουργίαν, ΜΓ’, ΕΠΕΦ 22, 200-214).

    Είναι πολύ μεγάλη τιμή να μνημονεύονται οι κεκοιμημένοι μας κατά την τέλεση των φρικτών Μυστηρίων! «Μεγίστη τιμή το μνήμης αξιωθήναι»! Δεν θεσπίστηκε από τους αγίους Αποστόλους να γίνεται αυτό χωρίς λόγο, παρατηρεί ο Ιερός Χρυσόστομος. Γνώριζαν πόσο πολύ είναι το κέρδος που προκύπτει από τη μνημόνευση, πόσο μεγάλη η ωφέλεια! «Ίσασιν αυτοί πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν». Διότι όταν ολόκληρος λαός στέκεται με τα χέρια υψωμένα και όλο το ιερατείο, «όταν γαρ εστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν», και βρίσκεται στο μέσον η φρικτή θυσία, «και προκέηται η φρικτή θυσία», πως έιναι δυνατόν να μην κάμψουμε με τη θερμή ικεσία μας τον άγιο Θεό να γίνει ίλεως υπέρ αναπαύσεως των προσφιλών κακοιμημένων μας; «πως ου δυσωπήσομεν τον Θεόν υπέρ τούτων παρακαλούντες;» (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την προς Φιλιππησίους Ομιλία Δ’, ΕΠΕ 21,440).
    Και σ’ άλλη ομιλία που προσθέτει ο χρυσορρήμων Πατήρ: Δεν θεσπίστηκαν τυχαίως αυτά, ούτε ματαιοπονούμε, όταν μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους μας κατά την τέλεση των φρικτών Μυστηρίων∙ «ου γαρ απλώς ταύτα επινενόηται, ουδέ εική μνήμην ποιούμεθα των απελθόντων επί των θείων μυστηρίων». Διότι την ιερή εκείνη στιγμή οι κεκοιμημένοι μας βρίσκονται πλάι στον Αμνό, που σήκωσε επάνω Του όλες τις αμαρτίες του κόσμου, και μνημονεύονται, για να έλεθει και σ’ αυτούς η θεία παρηγορία και ανάπαυση, «ίνα τις εντεύθεν αυτοίς γένηται παραμυθία». Να μην κουρασθούμε λοιπόν να βοηθούμε αυτούς που έφυγαν από την παρούσα ζωή, αλλά να προσφέρουμε υπέρ αυτών τη θεία Ευχαριστία. (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Α΄ προς Κορινθίους Ομιλία ΜΑ΄, ΕΠΕ 18Α, 692).

    Την ανάπαυση, την ωφέλεια, την αγαλλίαση που αισθάνονται οι ψυχές των κεκοιμημένων την ώρα που μνημονεύονται τα ονόματά τους στη θεία Λειτουργία δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να την εκφράσει. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων γράφει στις Κατηχήσεις του ότι «μεγίστην όνησιν» (πολύ μεγάλη ωφέλεια) δέχονται οι ψυχές εκείνων για τους οποίους γίνεται δέηση, «της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας» (τη στιγμή αυτή που προσφέρεται η αγία και τόσο φρικτή θυσία της θείας Ευχαριστίας) (Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχησις, ΕΠΕ 2,384).
    Αλλά και για ένα δεύτερο λόγο πάρα πολύ ωφελούνται οι κεκοιμημένοι μας, όταν μνημονεύονται τα ονόματά τους κατά την τέλεση των φρικτών Μύστηρίων. Διότι η μνημόνευσή των ονομάτων τους γίνεται εκ συμφώνου απ’ όλη την Εκκλησία. Κι όλοι γνωρίζουμε πόσο μεγάλη δύναμη έχει η προσευχή που αναπέμπεται στον Θεό από το σύνολο της Εκκλησίας. «Μεγάλη της ευχής η δύναμις της εν εκκλησία από του δήμου συμφώνως αναφερομένης εστί», παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος (P.G. 56,182).
    Οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι και κάθε άλλη προσφορά μας υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων τη δέχεται ο Θεός. Αλλά καμιά δεν αντικαθιστά την προσευχή της Εκκλησίας στη θεία Λειτουργία υπέρ αναπαύσεως των «επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων» αδελφών μας.


    Πηγή: «Η φροντίδα μας για τους κεκοιμημένους», Αβραάμ Μ. Κοκάλη, Εκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήναι 2012

    http://makkavaios.blogspot.gr

    Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

    Η πολεμική αναμέτρηση ξεκινάει όταν λύνονται οι 4 άγγελοι του Ευφράτη..

    Η πολεμική αναμέτρηση ξεκινάει όταν λύνονται οι 4 άγγελοι του Ευφράτη..

    Σχετική εικόνα
    …Η πολεμική αναμέτρηση ξεκινάει όταν λύνονται οι 4 άγγελοι του Ευφράτη: «Λύσε τους τέσσερις αγγέλους τους δεμένους πάνω στον ποταμό το μεγάλο, τον Ευφράτη».
    Στην τοιχογραφία παρίστανται οι 4 άγγελοι με φωτοστέφανα. Είναι μια εκδοχή αυτή μελετητών της Αποκαλύψεως, να θεωρούνται δηλαδή άγιοι αυτοί οι άγγελοι, και όχι πονηρά πνεύματα (δαίμονες). Όμως οι άγιοι άγγελοι απλώς υπακούουν στο θέλημα του Θεού, χωρίς να χρειάζεται το «δέσιμό τους».
    Αυτό το δέσιμο όπως και στην περίπτωση του Σατανά, εφαρμόζεται μόνο στα πονηρά πνεύματα, και είναι γνωστά τέτοια δεσίματα δαιμόνων και από αγίους.
    Η φωνή που προστάζει να λυθούν οι 4 άγγελοι προέρχεται από το Ουράνιο
    θυσιαστήριο. Αλλά ο ίδιος ο Χριστός είναι το αληθές Ιλαστήριον, και οι ψυχές των
    Μαρτύρων της πίστεως δεν το αποχωρίζονται αλλά είναι πάντα κάτω από Αυτό (Αποκ. 6,9). Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος τον Χριστό σαν Μάρτυρα του Θεού Πατρός να έχει εισακούσει ήδη τους δικούς Του Μάρτυρες, στους οποίους προηγουμένως «ειπώθηκε να αναπαυτούν ακόμα λίγο χρόνο ωσότου ολοκληρώσουν (τη μαρτυρία τους) και οι σύνδουλοί τους και οι αδελφοί τους που πρόκειται να θανατώνονται όπως και αυτοί». Επομένως, έληξε η περίοδος που δόθηκε γενικά σε όλους όσους θέλουν να τρέξουν το δρόμο της καλής ομολογίας υπέρ της πίστεώς μας και του Μαρτυρίου, και τώρα αρχίζει ο πόλεμος της άλληλο- εξολόθρευσης των αμετανόητων πονηρών ανθρώπων.
    Μία είναι η φωνή και από τα τέσσερα κέρατα του θυσιαστηρίου, διότι ο Λόγος δια
    των τεσσάρων Ευαγγελίων εκφράζεται σαν με μία φωνή. Και αυτό δηλώνει ότι οι μη τηρούντες τα εκεί γραφόμενα αποβάλλονται ομόφωνα όταν η κακία έχει φτάσει στο απροχώρητο. Το πότε θα γίνει αυτό είναι με ακρίβεια γνωστό στο Θεό, αλλά καμμιά ανθρώπινη επιστήμη δεν μπορεί να το προσδιορίσει, γιατί εξαρτάται από την κατάσταση των ψυχών τον καιρό εκείνο.
    Οι άγγελοι είναι δεμένοι πάνω από τον Ευφράτη. Αυτό δηλώνει αφ’ ενός την
    αγαθή θέληση του Θεού που δεν αφήνει τα πονηρά πνεύματα να λυμαίνονται κατά τη βούλησή τους την ανθρωπότητα, και αφ’ ετέρου την καταστροφή που θα προκύψει όταν ο Ευφράτης αντί της ροής που μοιράζει ευφροσύνη, βαφεί στο αίμα. Ο Ευφράτης δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος ποταμός, αλλά δηλώνει γενικότερα ένα όριο μεταξύ Ανατολής και ∆ύσης, (όπως και παλιότερα ήταν ένα όριο μεταξύ Περσών και Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).
    Το όριο αυτό περνάει από το Ισραήλ αλλά και από την Ελλάδα, γι’ αυτό ήδη ο Θεολόγος μας έδωσε, από την 5η σάλπιγγα, το όνομα του δαίμονα αρχηγού του πολέμου στα Εβραϊκά και Ελληνικά: Αββαδών και Απολλύων (φονιάς – ολικός καταστροφέας ψυχής και σώματος). Επειδή τον επισημαίνει με το άρθρο «τὸν» (ἄγγελον τῆς ἀβύσσου), αφήνει να εννοηθεί ότι δεν είναι κάποιος άγνωστος, αλλά ο Σατανάς με όνομα που χαρακτηρίζει την αποστολή του. Ο ίδιος εξ άλλου στην περίπτωση του Μοτοβίλωφ, βιαζόμενος κατά τους εξορκισμούς να ομολογήσει ποιος είναι, είχε πει: «Είμαι ο Αβαδδών, είμαι αυτός που θα ζω μέσα στον Αντίχριστο». Γνωρίζουμε όμως ότι στον Αντίχριστο θα κατοικεί ο ίδιος ο Σατανάς.
    Οι απώλειες από την πρωτοφανή ανθρωποσφαγή θα είναι το τρίτον της
    ανθρωπότητος. Αν ληφθούν υπ’ όψιν και οι απώλειες από τα κακά επακόλουθα του πολέμου, πείνα και αρρώστιες, τότε είναι λογικό να μείνει τελικά το μισό ή και το 1/3 της ανθρωπότητος, όπως λέγεται ότι δήλωσε η Παναγία στο Αρμένιο.
    Η καταστροφή γίνεται από τα στόμια των όπλων που σκορπούν φωτιά, καπνό
    και θείο (θειάφι) σε όσους προηγουμένως σκορπούσαν από το στόμα τους την
    κατακαίουσα τις ψυχές ποικίλη εμπάθεια, που συσκοτίζοντας το νου κατέληγε σε αιρέσεις και αθεΐα. «Οι πληγές αυτές μάλλον συμβολίζουν (αποτυπώνουν στο γήινο πεδίο) τις αμαρτίες που κατακαίουν τούς καρπούς της καρδιάς με το δηλητήριο των δαιμονικών κεντρισμάτων, υποκινήσεων και πειρασμών» λέει ο άγιος Αδρέας Καισαρείας (κεφ. 27). Και η βλάβη από τις πονηρές μνήμες, που ακολουθούν τις εμπαθείς πράξεις, τυπώνεται κι αυτή στην καταστροφικότητα των όπλων του πολέμου, δεν δίνεται μόνο σαν αλληγορία: «οι ουρές τους είναι όμοιες με φίδια που έχουν κεφάλια και με αυτές βλάπτουν». Μαζί όμως με το θάνατο του σώματος έρχεται ο πνευματικός θάνατος, δηλ. η διακοπή των χαρισμάτων του Θεού. Ισχύει και εδώ το «ο θάνατος και ο Άδης ηκολούθει» της 4ης σφραγίδας (6,8).
    Ο πόλεμος αυτός είπαμε ότι προετοιμάζεται επειδή δεν βρίσκεται ειρηνική λύση μετά το κατέβασμα των Ρώσων στην Κωνσταντινούπολη. Κατόπιν λοιπόν των προετοιμασιών γίνεται η πρώτη μεγάλη σύγκρουση των εμπολέμων, στα μέρη του Ισραήλ, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα…
    πηγή: www.imdleo.gr
    https://simeiakairwn.wordpress.com

    Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

    Λαϊκοί ασκητές στο Άγιον Όρος

    Ο γέρο-Ιωακείμ, από την Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως πλησίον των Καρυών, ήταν από τους παλαιότερους Αγιορείτες. Πλησίασε τα 100 και έζησε πάνω από 70 χρόνια στο Άγιον Όρος.
    Διηγήθηκε ότι όταν ήταν νέος μοναχός, εγνώρισε ένα λαϊκό ασκητή, που ασκήτευε απέναντι από την αρχαία Μονή του Αλυπίου, σε μία σπηλιά, κοντά στο λεγόμενο Κελλί του Πατριάρχου.
    Η σπηλιά ήταν σχηματισμένη από μια πέτρα που προεξείχε σαν οροφή και στην άκρη της προεξοχής είχε κτισμένο ένα τοιχάκι από ξηρολιθιά. Όσες φορές τον επεσκέπτετο, μόνον η θέα του προξενούσε μεγάλη κατάνυξη.
    Ο λαϊκός αυτός ασκητής ήταν σπουδαίος αγωνιστής. Έτρωγε κάθε δέκα μέρες και αγωνιζόταν να μιμηθή τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη, τον όποιο είχε σε μεγάλη ευλάβεια.
    Μέσα στο σπήλαιο είχε μόνο ένα Σταυρό, δυό μικρές εικόνες και δυό δίποδα, πάνω στα όποια είχε βάλει ο ασκητής δυό σανίδες∙ έτσι είχε κάνει το ασκητικό του κρεββάτι.
    Παλαιά στην Ι. Μονή Φιλόθεου έζησε ένας λαϊκός εργάτης που το όνομα του δεν διασώθηκε. Αφού εκοιμήθη και τον έθαψαν, μετά από χρόνια του έκαναν ανακομιδή και τα οστά του ευωδίαζαν.
    Εξεπλάγησαν, απορούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν για ποιό λόγο ο Θεός τίμησε με ευωδία τα οστά του λαϊκού. Εκείνο που διαπίστωσαν ήταν ότι κανείς δεν είχε το παραμικρό παράπονο απ’ αυτόν. Ποτέ κανέναν δεν είχε κατακρίνει και στενοχωρήσει.
    Ήταν ευλαβής, φιλήσυχος και είχε κρυφή εσωτερική εργασία. Στο διάλειμμα που έκαναν οι άλλοι εργάτες για να ξεκουρασθούν, αυτός πήγαινε λίγο απόμερα και καθόταν κάτω από μια ελιά, διάβαζε το Ευαγγέλιο και έκλαιγε.

    (Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», και την ενότητα: «Θαυμαστά και διδακτικά περιστατικά». Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008)

    https://oikohouse.wordpress.com

    Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

    ΕΛΕΓΕ χαριτωμένα κάποιος μοναχός: - Θεωρώ πώς αποτελώ μία σπάνια, ανεπανάληπτη και ιστορική προσωπικότητα, αφού είμαι ό πιο αμαρτωλός, ρυπαρός και κακοπροαίρετος άνθρωπος, πού βγήκε και πού θά βγει ποτέ στήν ιστορία τού πλανήτη.






    ΕΛΕΓΕ χαριτωμένα κάποιος μοναχός:

    - Θεωρώ πώς αποτελώ μία σπάνια, ανεπανάληπτη και ιστορική προσωπικότητα, αφού είμαι ό πιο αμαρτωλός, ρυπαρός και κακοπροαίρετος άνθρωπος, πού βγήκε και πού θά βγει ποτέ στήν ιστορία τού πλανήτη.

    Πηγή: https://apantaortodoxias.blogspot.gr

    Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

    Ο στρατιώτης της Αγ.Ελένης αποσπά από την εβραιοπούλα ερωμένη του το μεγάλο μυστικό!

    Ο στρατιώτης της Αγ.Ελένης αποσπά από την εβραιοπούλα ερωμένη του το μεγάλο μυστικό!

                                   Η κόρη του ραββίνου αποκαλύπτει...



                                Από το βιβλίο της Μοναχής ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ ΝΤΙΤΟΡΑ
                               «ο Πατήρ της Ρωμιοσύνης» Για παραγγελίες του βιβλίου 
                               καλέστε στο 23310-99231, Αγ.Αθανάσιος, Αγκαθιά Βεροίας

    Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

    21 Μαΐου: Εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

    21 Μαΐου: Εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης





      Τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης τιμά σήμερα, 21 Μαΐου,η Εκκλησία μας. Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας.

      Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.
      Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου.
      Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.
      Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή.
      Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.
      Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία.
      Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου,κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτω νίκα».
      Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.
      Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
      Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.
      Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.
      Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.
      Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε.Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.
      Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά.
      Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περί τής πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.
      Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου.
      Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.
      Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α’ Οικουμενική Σύνοδος.
      Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια.
      Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας. Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.
      Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ανά μέσον εμού καί σού». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.
      Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.
      Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας.
      Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος.
      Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον.
      Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
      Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.
      Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.
      Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
      Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
      Απολυτίκιο:
      Ήχος πλ. δ’.
      Τού Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν, Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο: ην περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

      Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr