Εορτολόγιο

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Όταν ο Ορθόδοξος Χριστιανός προσεύχεται

Όταν ο Ορθόδοξος Χριστιανός προσεύχεται


Όταν ο Ορθόδοξος Χριστιανός προσεύχεται
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ
ΟΤΑΝ Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ
Ὁ πιστός ἄνθρωπος, ὁ Ὀρθόδοξος πιστός Χριστιανός, σέ στιγμές πνευματικῆς περισυλλογῆς καί ἰδίως κατά τίς ὧρες τῆς προσευχῆς, πού ἡ ψυχή ἀνοίγεται εἰς τήν ἐπικοινωνίαν μέ τόν Τριαδικόν Θεόν, ἐκτός τῶν ἄλλων, ποιεῖ καρδιακήν ἀναφοράν καί δι᾽ ὅλην του τήν συμπεριφοράν. Ἀπό θετικῆς ἀπόψεως βλέπει τήν προσπάθειαν τήν ὁποίαν ἔχει εἰς τό νά βαδίζῃ τήν ὁδόν τῆς Εὐαγγελικῆς ἀρετῆς, ἀπό τό «κατ᾽ εἰκόνα» δηλαδή εἰς τό «καθ᾽ ὁμοίωσιν» μέ ὅλες τίς παραμέτρους τοῦ θέματος, καί ἀπό ἀρνητικῆς ἀπόψεως παρακολουθεῖ τόν ἀκατάπαυστον ἀγῶνα πού διεξάγει διά νά νικήσῃ τά πάθη του ἀλλά καί εἰς τό νά μή συμμείγνυται μέ τούς ἀσεβεῖς, δηλαδή με τούς κακoδόξους καί αἰρετικούς καί γενικῶς μέ ὅλους τούς ἐχθρούς τῆς Ὀρδοδοξίας. Νά προσεύχεται δι᾽ αὐτούς καί διά τήν μετάνοιαν καί τήν ἐπιστροφήν των εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἀλλά νά μισῇ τάς πράξεις των.
Ὁμιλοῦμε βεβαίως διά τούς συνειδητούς πιστούς καί τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, πού, παρά τίς μικρότερες ἤ μεγαλύτερες ἀδυναμίες τίς ὁποῖες γνωρίζουν ὅτι ἔχουν, ἐπιθυμοῦν νά τίς κατανικήσουν καί νά τίς μεταβάλλουν ἀπό κακίες καί πάθη σέ ἀρετές. Καί τό τονίζομε αὐτό, διότι ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὅλως ἀνοήτως, φρονοῦν ὅτι μποροῦν δῆθεν νά συνδυάσουν τήν ζωήν τῆς δικαιοσύνης μέ τήν ζωήν τῆς ἀδικίας καί τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ρίπτουν στάχτην εἰς τούς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας των μέ ἀποτέλεσμα νά ἀμβλύνεται ἡ συνείδησίς των καί νά φθάνῃ ἕως καί τῆς πωρώσεως. Τελικῶς δέ, νά φθάνουν εἰς τό κατάντημα νά τούς ἐγκαταλείπῃ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα πού σημαίνει ἑκουσία θεοεγκατάλειψι, δηλαδή αὐτοθεοεγκατάλειψι, ἀφοῦ ὁ Θεός οὐδέποτε ἀρνῆται τό πλάσμα Του.
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ
http://impantokratoros.gr/

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Οι δαίμονες δημιουργοί των παθών.

Οι δαίμονες δημιουργοί των παθών.

 
Κύριοι δημιουργοί των παθών όμως είναι οι δαίμονες. Ο άνθρωπος βρίσκεται συνέχεια κάτω από την επιρροή των δαιμόνων, που προσπαθούν με κάθε μέσο...
να τον ρίξουν στην αμαρτία και τα πάθη. Με τους λογισμούς επιτίθενται στον ανθρώπινο νου και εισέρχονται στην ψυχή του με σκοπό να τον καταποντίσουν στην θάλασσα των παθών.

Δεν επιτίθενται σε όλους με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια μέσα. Ανάλογα με την πνευματική κατάσταση μεταχειρίζονται διάφορα όπλα και διαφορετικό τρόπο πολέμου. Έναν μοναχό ποτέ δε θα τον πολεμήσουν κατ' ευθείαν με το λογισμό της πορνείας. Πρώτα θα τον πολεμήσουν με την κενοδοξία. Κατόπιν με την κατάκρισι και υστέρα θα αρχίσουν οι σαρκικοί πειρασμοί καί πορνικοί πόλεμοι.

Παρά τον μανιώδη τρόπο όμως με τον οποίο ο διάβολος πολεμά τον άνθρωπο, η τελική έκβασης του αγώνος εναπόκειται στην ελεύθερη θέληση του ανθρώπου.

Ο διάβολος πολεμάει με πονηρία και επιμονή την ψυχή του ανθρώπου. Δεν έχει όμως τη δύναμη καί το δικαίωμα να ασκήσει βία. Υποβάλλει, αλλά δεν επιβάλλει. Η τελική έκβαση της μάχης εξαρτάται από τον ίδιο τον άνθρωπο.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


http://ahdoni.blogspot.gr
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ για τους κεκοιμημένους.

Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ για τους κεκοιμημένους.

Παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, 
μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει ἡ ἁγία μαςἘκκλησία, ἐπιβάλλεται νά λέμε, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου''.
Αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται περισσότερο γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέσι μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.
Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση.
Ἐδῶ εἶναι ἕνα λεπτό σημεῖο, πού φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει. Ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων θά παραβίαζε τήν ἐλευθερία τους, τό αὐτεξούσιο.


Ὁπότε περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας αὐτεξούσιο ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ "ἀφορμή" νά βοηθήσηὅλες αὐτές τίς ψυχές. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.
Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, μέ ἤ χωρίς κομβοσχοίνι, τήν πρώτη μόνο φορά ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως ὀνόματα συγγενῶν γνωστῶν κλπ. Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά ἐν συνεχείᾳ χωρίς νά  ζαλιζώμεθα καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας, ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ μόνο τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Ἐκεῖ μέσα, στό ''ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, στήν ἀρχή.

ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ
http://thriskeftika.blogspot.gr/2015/02/blog-post_58.html
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Αναζήτηση της αρετής

Αναζήτηση της αρετής


Αναζήτηση της αρετής
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ - ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ
Δέν ἔδωσε στόν Χριστό τίποτε ἐκεῖνος πού δέν τοῦ τά ἔδωσε ὅλα. Ἕνας Γέροντας ἀσκητής συνήθιζε νά λέη: «Ἄν ὁ Θεός μέ πρόσταζε νά περάσω διά μέσου ἑνός τοίχου, θά τό ἔκανα. Ἡ δική μου δουλειά θά ἦταν νά περάσω, ἡ δουλειά τοῦ Θεοῦ νά γκρεμίση τόν τοῖχο».
Πολλοί ἄνθρωποι καταναλώνουν τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς τους, γιά νά κάνουν ἄθλιο τό ὑπόλοιπο.
Νά ψάξουμε νά βροῦμε τό σφουγγάρι πού θά σβύση τίς ἀνορθογραφίες, πού γεμίζουν τόν μαυροπίνακα, πού ἔχουμε μέσα στήν ψυχή μας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σάν τό τζάκι. Ἄλλοι παίρνουν ἀπ’ αὐτό τήν φλόγα καί ἄλλοι τήν στάχτη. Οἱ πρῶτοι ἀσχολοῦνται καί ἐμβαθύνουν στά «θεῖα» καί ὑπερκόσμια καί ἀνεξάντλητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπολαμβάνουν ζεστασιά, καί ὄχι μόνο. Οἱ ἄλλοι, ἀπασχολοῦνται, ἀνασκαλεύουν, κουτσομπολεύουν καί ὄχι μόνο, τά ἀνθρώπινα, τά εὐτελῆ, πού συμβαίνουν ἀπό ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, καί γεύονται στάχτη.
Νά προσπαθήσουμε, νά μήν ἐξογκώνουμε τά σφάλματα τῶν ἄλλων! Νά μή μᾶς χαρακτηρίζη δηλαδή ἡ τακτική τοῦ γελοιογράφου, πού ἐξογκώνει κάτι γιά νά τό σατυρίση. Νά μᾶς διακρίνη, ἀντίθετα, ἡ εὐγένεια τοῦ καλοῦ ζωγράφου πού διορθώνει κάτι γιά νά τό ὀμορφήνη. Νά μήν ἀσχολούμεθα μέ τό κακό πού βλέπουμε  γύρω μας. Νά προσπαθοῦμε  νά ἀνακαλύψουμε τήν ἀρετή, πού εἶναι συνήθως κρυμμένη. Νά εἴμεθα ἐξερευνητές τῶν μαργαριταριῶν τῆς ἀρετῆς στόν ἀπέραντο ὠκεανό τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι ρακοσυλλέκτες τῆς κακίας στόν σκουπιδοντενεκέ τῆς ἀνθρωπίνης ἀπέραντης ἀθλιότητας!....
Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος
http://impantokratoros.gr/

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

"Στώμεν Καλώς..."

"Στώμεν Καλώς..."


Χριστοΰφαντος
«ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ...»
Ρίγη συγκινήσεως καί δέος καταλαμβάνει τούς πιστούς εἰς τήν ἀναφώνησιν τοῦ λειτουργοῦ: «Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετά φόβου...». Ὁ οὐρανός ἔχει ἤδη «κατέβη» εἰς τόν ναόν καί ἐντός ὀλίγου, ἐνώπιον τοῦ λατρευτικοῦ σώματος, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, θύτης καί θῦμα , θά προσφερθῇ πρός κοινωνίαν τῶν πιστῶν.
Ὅλοι  οἱ πιστοί καλούμεθα νά ἐπιδεικνύωμε προσοχήν καί νά καλλιεργοῦμε τήν συνείδησιν τῆς θεϊκῆς παρουσίας ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου. Ἡ Θεία Λειτουργία καί ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ διά τόν πιστόν συνεχίζονται καί ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ εὐλογημένη μας λατρεία.
Συνεχίζεται, πρέπει νά συνεχίζεται μυστικῶς εἰς τήν καθημερινότητα καί εἰς θυσιαστήριον πνευματικόν πρέπει νά λειτουργῇ αὕτη ἡ ὕπαρξίς μας. Τελεσιουργοῦμε, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, καί εἰς τόν βωμόν τῆς καρδίας μας, μέ ὅλην τήν θέλησίν μας, ἀλλά καί μέ ἱερόν ἐνθουσιασμόν καλούμεθα νά σφαγιάσωμε ὁ,τιδήποτε εἶναι δυνατόν νά προσβάλλῃ τήν ἀγάπην Τοῦ «ὡς ἐσφαγμένου ἀρνίου», καί νά ἀποξενώσῃ ἐμᾶς τούς ἰδίους τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί τοῦ θείου Φωτός πού ἐλάβαμε διά τῆς Θείας Κοινωνίας.
Ἡ λειτουργική προτροπή «στῶμεν καλῶς...» θά πρέπῃ νά ἀντηχῇ κάθε φορά μέσα εἰς τήν συνείδησίν μας. Κάθε φορά, ὅταν ὁ ἐχθρός σκύβῃ μέσα εἰς τά ὦτα τῆς καρδίας καί ἐπαναλαμβάνῃ ἐκεῖνα τά ἀπαίσια λόγια διά τῶν ὁποίων ἐξεγέλασε τούς προπάτορές μας. Ἡ ἱερά αὐτή ἐντολή, δίκην ἀσπίδος καί θώρακος νοητοῦ, θά πρέπῃ νά μᾶς προφυλάσσῃ, ὅταν βλέπωμε ὅτι τό περιβάλλον μας παίζει ρόλον πειραστοῦ, ἤ ὅταν ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας προσπαθῇ νά βρῇ κάποιαν ἀφορμήν ὥστε νά μᾶς προδώσῃ. Ἀλλά ἡ εὐλογημένη αὐτή προτροπή θά πρέπῃ νά ἀκούεται καί ἀπό τόν κάθε ὑπεύθυνον, εἰς οἱανδήποτε θέσιν καί ἄν εὑρίσκεται μέσα εἰς τήν κοινωνίαν, καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν, δηλαδή τό πνεῦμα τῆς πλάνης θά προσπαθῇ, ὑπούλῳ τῷ τρόπῳ καί μέ ἐκ δεξιῶν κτυπήματα, νά μᾶς κάνῃ νά πιστεύσωμε πώς ἡ Ἐκκλησία, πού κατευθύνεται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σφάλλει καί ἐκτρέπεται.
Εἰς ὅλας αὐτάς τάς περιπτώσεις, μέ ἅγιον θυμόν, ἄς ἀπαντοῦμε τό «ὕπαγε ὀπίσω μου», προσθέτοντας καί τήν λειτουργικήν φράσιν «στῶμεν καλῶς...». Τότε, πράγματι, ἡ Θεία Λειτουργία μας θά συντελῆται ἀκαταπαύστως, εἰς τόν νοῦν, εἰς τήν καρδίαν, εἰς ὅλην τήν ὕπαρξίν μας καί ἐμεῖς, διά τῆς σταθερότητος τῆς πίστεως, θά ἀπολαμβάνωμε τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ «τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν».
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ
http://impantokratoros.gr/

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ἡ μαύρη φυλή καί ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἡ μαύρη φυλή καί ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Παντα εἶχα τήν ἀπορία, ἄν οἱ ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στή μαύρη φυλή ἔχουν τίς ἴδιες προϋποθέσεις μέ τούς λευκούς νά εὐαρεστήσουν τό Θεό.
  Γιατί δέν ἤξερα κανένα μαῦρο πού νά ἔγινε γνωστός γιά τούς πνευματικούς του ἀγῶνες καί τήν ἁγιότητά του. Μήπως, σκεφτόμουνα, τό χρῶμα τοῦ σώματός τους ἔχει ἐπιπτώσεις στήν ψυχή τους; Ἤ μήπως ὁ Θεός τούς ἔχει ἀποδοκιμάσει; Ἀλλά γιατί;

Κάποτε λοιπόν πού βρέθηκα στό κελλί τοῦ μακάριου Νήφωνα, σκέφτηκα νά τόν ρωτήσω γι’ αὐτό τό ζήτημα. Ὁ δίκαιος μέ βεβαίωσε, ὅτι καί ἀπό τούς μαύρους ὁ Θεός κάλεσε πολλούς στή βασιλεία Του, ἀφοῦ κι αὐτοί εἶναι πλάσματά του, πού κατάγονται γενεαλογικά ἀπό τόν Σήμ καί τόν Χάμ, τούς γιούς τοῦ Νῶε59. Ἀρκετοί μάλιστα, εἶπε ἔλαμψαν μέ τίς ἀρετές καί τά θαύματά τους. Καί γιά νά μοῦ ἀποδείξει τά λόγια του μοῦ διηγήθηκε δυό-τρεῖς σχετικές περιπτώσεις:

Ζοῦσε, λέει, παλαίοτερα στά μέρη τῆς Πανεφῶς**, στήν Αἴγυπτο, ἕνας ληστής μαῦρος σάν τό κάρβουνο, θεόρατος, θηριόμορφος καί αἱμοβόρος.  Τόσο φοβερός ἦταν, πού ἕνα βρουχητό του –γιατί βρυχιόταν σά λιοντάρι- ἔφτανε γιά νά κόψει τό αἷμα καί τοῦ πιό θαρετοῦ ἀνθρώπου.
Μιά νύχτα ὅμως εἶδε ὄνειρο τρομακτικό.  Σά νά βρέθηκε ξαφνικά στή μέση μιᾶς ἀπέραντης πεδιάδας.  Στρέφοντας ὁλόγυρα τά μάτια του, βλέπει ἕνα πύρινο ποτάμι, πού κυλοῦσε ὁρμητικά, κάνοντας δυνατό θόρυβο καί τρώγοντας στό πέρασμά του ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα.  Μέ βήματα μικρά καί διστακτικά ὁ ληστής σίμωσε κοντύτερα γιά νά δεῖ.  Μόλις ὅμως ἔφτασε στήν ἀκροποταμιά, τέσσερα φλογερά πνεύματα τινάχτηκαν μεσ’ ἀπό τή φωτιά, τόν ἅρπαξαν ἀπ’ τά μαλλιά κι ἔκαναν νά τόν ρίξουν στό ποτάμι.  Καθώς τόν τραβοῦσαν, ἕν’ ἀπό τά πνεύματα τοῦ εἶπε: ‟Ταλαίπωρε, ἄν γινόσουν μοναχός, δέν θά σε καταποντίζαμε ἐδῶ μέσα’’.

Ξύπνησε ἀλαφιασμένος.  Μέ ἴλιγγο καί φρίκη ἀναθυμόταν τό φοβερό θέαμα. Ὅσο κι ἄν προσπάθησε ὅμως νά τό ἐξηγήσει, δέν μπόρεσε.  Σκέφτηκε τότε καί εἶπε: ‟Ἄς πάω σ’ ἕνα ἀναχωρητή, νά τοῦ πῶ τί εἶδα. Οἱ καλόγεροι ξέρουν ἀπ’ αὐτά. Ἴσως θά μοῦ φανερώσει τί εἶν’ αὐτός ὁ ποταμός πού ὀνειρεύτηκα’’.

Τήν ἴδια κιόλας στιγμή πέταξε τά ληστρικά του ὅπλα καί πῆρε τό δρόμο γιά τήν Πανεφώ.  Μετά ἀπό λίγο, διέκρινε σέ κάποιαν ἀπόσταση ἕνα κελλί ἀναχωρητικό. Τράβηξε βιαστικά γιά κεῖ.  Χτύπησε τήν πόρτα. Ἕνας γέροντας τοῦ ἄνοιξε ἀμέσως, λές καί τόν περίμενε.

-Καλῶς ἦρθες!  Καλῶς ἦρθες, παλικάρι μου!  Πῶς ἀπό δῶ; Μήπως ἀναστατώθηκες μ’ ἐκεῖνο τό πύρινο ποτάμι καί μέ τά τέσσερα πονηρά πνεύματα, πού σ’ ἔσερναν ἀπ’ τά μαλλιά γιά νά σέ ρίξουν μέσα στή φωτιά; Ἀλήθεια, παιδί μου, τί φοβερή ἡ ἀπειλή τοῦ ποταμιοῦ ἐκείνου!  Μέχρι καί τίς πέτρες ἔτρωγε!..... Ἄν ὅμως ἐσύ θέλεις νά γλυτώσεις ἀπό τίς φλόγες του, ὑπάρχει τρόπος.  Μετανόησε γιά τίς ληστεῖες καί ὅλες τίς ἀνομίες σου καί γίνε μοναχός. Ἔτσι θά σωθεῖς. Γιατί τό ποτάμι ἐκεῖνο ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁμαρτωλούς, πού δέν μετανοοῦν....

Δέν πρόλαβε καλά-καλά νά τελειώσει τά λόγια του ὁ γέροντας, καί ὁ ληστής βρέθηκε πεσμένος στά πόδια του, κλαίγοντας σά μικρό παιδί.

-Ἐλέησέ με, τίμιε πάτερ, τόν μαῦρο καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, φώναξε μέσα στούς λυγμούς του. Ἐλέησέ με, τόν ἄθλιο, καί κάνε με ὅ,τι σέ προστάξει ὁ Θεός.

Πραγματικά, μετά ἀπό λίγο ὁ ἅγιος ἐκεῖνος γέροντας κούρεψε τό ληστή μοναχό. Ἀφοῦ ἔμεινε μαζί του ἀρκετό καιρό καί τόν δίδαξε ὅλη τήν τάξη τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τοῦ ἄφησε τό κελλί του καί ὁ ἴδιος ἀναχώρησε στή βαθύτερη ἔρημο, γιά ν’ ἀσκητέψει ἀνάμεσα στά θηρία.

Ὁ μαῦρος λοιπόν ἐκεῖνος ἔφτασε μέ τήν ἄσκηση σέ τέτοια μέτρα ἀρετῆς, ὥστε, τήν ὥρα πού προσευχόταν ν’ ἀστραποβολάει ὁλόκληρος σά σπιθοβόλο σύφλογο κι ὁλόφωτη στήλη. Ἀναρίθμητοι δαίμονες ἔπεφταν πάνω του, μά αὐτός μέ τήν προσευχή του τούς ἔκαιγε καί τούς ἀφάνιζε ὁλότελα.  Τόση σοφία μάλιστα τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, πού καί πνευματικές διδαχές ἔγραφε καί συμβουλευτικές ἐπιστολές ἔστελεν συχνά στούς πατέρες τῆς σκήτης καί σέ πολλούς ἄλλους. Τελικά ὅταν πέθανε, τό τίμιο λείψανό του, ὅπως διηγοῦνται ὅσοι ζοῦσαν στά μέρη ἐκεῖνα, ἀνάβλυσε μύρο πολύ, πού θεράπευε τούς ἀρρώστους καί τούς δαιμονισμένους.



Ἕνας ἄλλος πάλι μαῦρος, γέρος καί φτωχός, ζοῦσε σέ μιά πόλη, πού λεγόταν Ὑσία. Αὐτός περιπλανιόταν ἐδῶ κι ἐκεῖ, σιγοψιθυρίζοντας πάντα κάτι, ἄγνωστο τί.  Γι’ αὐτό πολλοί νόμιζαν ὅτι δέν ἦταν στά καλά του.

Κάποτε ἔπεσε μεγάλη ξηρασία στά μέρη ἐκεῖνα.  Τά ζῶα ψοφοῦσαν, ἡ γῆ ἔσκαζε, τά φυτά ξεραίνονταν.  Κλῆρος καί λαός, μέ τόν ἐπίσκοπο ἐπικεφαλῆς, ἔκαναν πολλές δεήσεις καί ἀγρυπνίες γιά νά σταματήσει τό κακό, ἀλλά μάταια.

Μιά νύχτα λοιπόν ὁ ἐπίσκοπος βλέπει στόν ὕπνο του ἕναν ἄγγελο, πού τοῦ λέει: ‟Νά τί προστάζει ὁ Θεός.  Πάρε τούς κληρικούς σου καί πήγαινε αὔριο πρωί-πρωί στή νότια πύλη τῆς πόλης.  Τόν πρῶτο πού θά δεῖς νά μπαίνει μέσα, σταμάτησέ τον καί παρακάλεσέ τον νά προσευχηθεῖ στό Θεό, γιά νά σᾶς στείλει βροχή’’.

Πραγματικά, τήν αὐγή τῆς ἄλλης μέρας, μετά τόν ὄρθρο, παίρνει ὁ ἐπίσκοπος τόν κλῆρο του καί πηγαίνει στήν πύλη πού τοῦ εἶχε πεῖ ὁ ἄγγελος.  Δέν χρειάστηκε νά περιμένουν πολύ.  Σύντομα ἕνας μαῦρος φάνηκε νά πλησιάζει. Ἦταν πολύ γέρος, καί στούς κυρτωμένους ὤμους του κουβαλοῦσε ἕνα δεμάτι ξύλα.

-Γέροντα, τόν παρακάλεσε, προσευχήσου στό Θεό νά κάνει ἔλεος καί νά στείλει βροχή σ’ ἐμᾶς καί σ’ αὐτή τή γῆ!

Παρευθύς, χωρίς καμιάν ἀντίρρηση, τό μαῦρο γεροντάκι ὕψωσε τά κοκαλιάρικα χέρια του σέ προσευχή.

Μέσα σέ λίγα λεπτά –τι θαυμαστό! - ἄρχισε ν’ ἀστράφτει καί νά βροντᾶ!  Μαῦρα σύννεφα μαζεύτηκαν, ὁ οὐρανός σκοτείνιασε κι ἔπιασε ραγδαία βροχή. Μά τί βροχή ἦταν αὐτή!  Κατακλυσμός!  Τά σπίτια ἄρχισαν νά πλημμυρίζουν καί οἱ ἀγροί νά γίνονται θάλασσα!

Ὁ ἐπίσκοπος τώρα ἀναγκάστηκε νά ἱκετέψει τό γέροντα γιά τό σταμάτημα τῆς βροχῆς. Ἐκεῖνος, ταπεινά καί ὑπάκουα, σήκωσε πάλι τά χέρια του στόν οὐρανό.  Καί στή στιγμή ἡ μπόρα ἔπαψε!

Κατάπληκτος ὁ ἐπίσκοπος μέ τό διπλό θαῦμα, παρακαλοῦσε ἐπίμονα  τό ἄγνωσο ἐκεῖνο γεροντάκι, νά τοῦ φανερώσει ποιά ἦταν ἡ πολιτεία του, ποιά ἡ πνευματική ἐργασία πού τοῦ χάριζε τόση παρρησία στό Θεό.

Ὁ γέροντας ὅμως ἀρνιόταν μέ συστολή ν’ ἀπαντήσει στόν ἐπίσκοπο.

-Βλέπεις, δέσποτα, πώς εἶμαι ἕνας μαῦρος, ἕνας ἀράπης. Τί ἀρετή ζητᾶς σ’ ἐμένα; ἔλεγε μέ σκυμμένο τό κεφάλι.

-Γιά τό Θεό τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς! φώναξε ἐπιτακτικά ὁ ἐπίσκοπος.  Φανέρωσέ μου ὅλη τήν ἀλήθεια γιά νά δοξαστεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας!

-Συγχώρεσέ με, δέσποτα μου!  Νά, τίποτα σπουδαῖο δέν ἔχω κάνει.  Μόνο πού, ἀφότου βαπτίστηκα χριστιανός, χαράμι ψωμί δέν ἔφαγα οὔτε ἔγινα βάρος σέ κανένα.  Πάω κάθε μέρα στό βουνό, μαζεύω ἕνα δεμάτι ξύλα, τά φορτώνομαι καί κατεβαίνω στήν πόλη.  Ἐδῶ τά πουλάω, καί ἀπό τό ἀντίτιμό τους κρατάω μονάχα δυό ὀβολούς, ἴσα γιά τό φαΐ τῆς ἡμέρας.  Τά ὑπόλοιπα τά μοιράζω στούς φτωχούς σάν κι ἐμένα. Ὅταν χαλάει ὁ καιρός καί δέν μπορῶ νά πάω στό βουνό, νηστεύω μέχρι νά καλοσυνέψει.  Καί τότε ἀνεβαίνω πάλι στό βουνό καί κατεβάζω τό μικρό μου φορτίο, γιά νά τό πουλήσω καί νά οἰκονομηθουῦμε κι ἐγώ καί οἱ φτωχοί μου.

Χωρίς ἄλλη λέξη ὁ γέροντας χαιρέτησε μέ σεβασμό τόν ἐπίσκοπο καί τούς ἄλλους κληρικούς, ξαναφορτώθηκε τά ξύλα του καί μπῆκε στήν πόλη γιά νά τά πουλήσει.



Γιά νά μέ βεβαιώσει ὅμως ἀπόλυτα ὁ θεῖος Νύφων, ὅτι ὁ πανάγαθος Θεός ἔχει καλέσει καί πλήθη μαύρων στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μοῦ διηγήθηκε ἄλλη μιά σχετική περίπτωση, πού τήν ἔζησε ὁ ἴδιος.

Ἦταν ἀκόμα βασιλιάς ὁ φιλόχριστος Κωνσταντίνος, ὅταν ἐπίσκέθηκε ἕν’ ἀπό τά βορεινά παραθαλάσσια κοινόβια.  Βρέθηκε ἀνάμεσα σέ μιά συντροφιά ἀδελφῶν, πού συζητοῦσαν γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς.  Κάποια στιγμή ἔγινε λόγος καί γιά τούς μαύρους. Ὅλοι παραδέχτηκαν, ὅτι κι ἀπ’ αὐτούς πολλοί ἔχουν εὐαρεστήσει τό Θεό. Ἕνας ἀδελφός μάλιστα, πού λεγόταν Χαρισήθης, εἶπε:

-Σᾶς βεβαιώνων, ἀδελφοί, ὅτι ἐγώ ὁ ἴδιος γνώρισα  κάποιον μαῦρο, πού ἦταν μεγάλος ἀσκητής.

Κι ἐπειδή ὅλοι ζητοῦσαν νά μάθουν περισσότερα μέ τόν μαῦρο ἐκεῖνο, ὁ Χαρισήθης συνέχισε:

-Δούλευα ἕνα διάστημα στ’ ἀμπέλι τοῦ κοινοβίου μας, αὐτό ἦταν τό διακόνημά μου.  Μιά μέρα βλέπω κάποιον μαῦρο καθισμένο κάτω ἀπό ἕνα μεγάλο κλῆμα.  Δέν τόν ἤξερα, πρώτη φορά τόν ἔβλεπα.  Μπροστά του εἶχε ἕνα φλασκί μέ νερό γιά νά πίνει, καί λίγα ἄγρια χόρτα γιά νά τρώει. Μοῦ ἔκανε πολλή ἐντύπωση.  Δέν τόν ἐνόχλησα οὔτε τόν ἔδιωξα.  Ἔμεινα ἐκεῖ, στό ἴδιο μέρος, ἕναν ὁλόκληρο μῆνα. Ὅλη τή μέρα κρατοῦσε τό στόμα του κλειστό, σέ ἀπόλυτη σιωπή, καί ὅλη τή νύχτα ἔψαλλε καί προσευχόταν.  Τό νερό τοῦ φλασκιοῦ δέν τό ἄλλαξε σ’ ὅλο αὐτό τό διάστημα οὔτε πρόσθεσε φρέσκο. Ἔτσι γλίτσιασε καί βρωμοῦσε.  Παρ’ ὅλα μου τά παρακάλια, δέν δέχτηκε νά τοῦ ἀλλάξω ἐγώ τό νερό ἤ νά τοῦ φέρω λίγο ψωμί.  Τίς μέρες πού ἔκανε ἀφόρητη ζέστη, πήγαινε στή ἀκτή, καθόταν πάνω σ’ ἕνα βράχο καί ψηνόταν ὁλημερίς μέσα στό λιοπύρι.  Κι ἄν τόν πλησίαζε κανείς γιά νά δεῖ τί κάνει, παρίστανε τόν τρελό. ‟Ναί, ναί’’, ἔλεγε, ‟ἦρθες νά μέ σκοτώσεις!  Μά ὁ Θεός ἀπό πάνω σέ βλέπει!’’, κι ἔδειχνε τόν οὐρανό.

Μ’ αὐτά τά παραδείγματα, πού μοῦ διηγήθηκε ὁ ἐξαίσιος Νήφων, βεβαιώθηκα πραγματικά ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀνοιχτή καί γιά τούς μαύρους, ἀφοῦ κι αὐτοί εἶναι παιδιά τοῦ Κυρίου.

-Ὅπως τό ἀμπέλι κάνει καί μαῦρα καί ἄσπρα σταφύλια, εἶπε ὁ ὅσιος τελειώνοντας, ἔτσι κι ὁ Θεός δημιούργησε ἀνθρώπους καί μαύρους καί ἐρυθρόδερμους καί κίτρινους καί λευκούς, ἀνάλογα μέ τόν τόπο, ὅπου ζοῦνε.  Γιατί καί ἡ γῆ εἶναι πολύμορφη.

Αὐτά μοῦ εἶπε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἀποσύρθηκε γιά νά προσευχηθεῖ.

 
53.Ψαλμ. 76:14-15.
 
54.Ἡσ. 6:1.
 
55.Ἡσ. 6:5.
 
56. Πρβλ. Ψαλμ. 67:36.
 
57.Ἰακ. 1:13-14.
 
* Ἀρχαιοελληνικό καί βυζαντινό νόμισμα πολύ μικρῆς ἀξίας.
 
58.Ψαλμ. 51:9.
 
59.Βλ. Γεν. 10:6-31.
 
** Σημαντική πόλη τῆς Κάτω Αἰγύπτου, ὄχι μακριά ἀπό τή θάλασσα. Στή θέση της βρίσκεται σήμερα ἡ πόλη Μεντζάλα (Menzalech)  
Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
 
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
 
  (σελ.113-120)
 
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
 
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004



http://makkavaios.blogspot.gr/2015/02/blog-post_9.html
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;

Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;

Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, ο οποίος θέλησε να ανεβεί το ψηλότερο βουνό. 
Ξεκίνησε, λοιπόν, την περιπέτεια του μετά από πολλά χρόνια προετοιμασίας. Όμως, επειδή ήθελε τη δόξα μόνο για τον εαυτό του αποφάσισε να σκαρφαλώσει το βουνό μόνος. Η νύχτα, λοιπόν, έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει... και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του. Σκεφτόταν, τώ­ρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και μιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησε με!
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- ΤΟΤΕ, ΚΟΨΕ ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΕΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΣΟΥ....
Αλλά δεν το έκανε!

Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί ΜΟΝΟ 3 μέτρα μακριά από τη γη...
http://epanosifi.blogspot.gr/
http://yiorgosthalassis.blogspot.com