Εορτολόγιο

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης: Ο εσωτερικός εχθρός της δυτικής κοινωνίας

 

Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης: Ο εσωτερικός εχθρός της δυτικής κοινωνίας

Γράφει ο Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης, Δικηγόρος Αθηνών


Οι Νεοταξίτες Ολιγάρχες, διψώντας για περισσότερη οικονομική δύναμη και βιοεξουσία, προκαλούν εκ του παρασκηνίου τις αλλεπάλληλες παγκόσμιες κρίσεις με διττή στόχευση: την διάχυση του φόβου στην ανθρώπινη κοινωνία –που την καθιστά ευκολότερα χειραγωγήσιμη– και την ψυχολογική προετοιμασία της διεθνούς κοινής γνώμης για να υποδεχθεί ευνοϊκά και χωρίς σοβαρές αντιδράσεις την εγκαθίδρυση μιας οικουμενικής κυβέρνησης τεχνοκρατών και επιστημόνων, η οποία θα εμφανιστεί ως σωτήρια λύση στην αποδεδειγμένη διαφθορά, ανεπάρκεια και ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού κάθε κράτους.

Συνεπώς, η συγκρότηση ενός «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Σοφών και Πεφωτισμένων» θα παρουσιαστεί ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή διαχείριση και αντιμετώπιση των πολυσύνθετων προβλημάτων της ανθρωπότητας, ενώ στην πραγματικότητα θα υπηρετεί τον ανομολόγητο σκοπό της υπερεθνικής αντίχριστης ελίτ, που δεν είναι άλλος, από τον οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των κρατών και την ψηφιακή επιτήρηση των πολιτών.

Σήμερα, βρισκόμαστε στην χρονική φάση της εύρεσης του καταλληλότερου και πειστικότερου αφηγήματος –επικεντρωμένου στις αναδυόμενες απειλές κατά της παγκόσμιας ενεργειακής, επισιτιστικής και υγειονομικής ασφάλειας– που θα τρομοκρατήσει εκ νέου τους πολίτες όλου του κόσμου, προκειμένου υπό το κράτος του φόβου και της αδιάκοπης μιντιακής προπαγάνδας να συναινέσουν έντρομοι και αλαφιασμένοι στην εκχώρηση και των τελευταίων ψηγμάτων της ελευθερίας τους.

ΠΑΝΟΠΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Η σύγχρονη και υποκριτικά αυτοαποκαλούμενη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία προβάλλει στην δυτική κοινωνία τον κινεζικό μπαμπούλα του ολοκληρωτικού κοινωνικού ελέγχου, ενώ την ίδια στιγμή την νανουρίζει με γλυκόλογα και ευφάνταστα παραμύθια που δεν έχουν δράκο, αλλά έχουν βαρύγδουπες διακηρύξεις κενού περιεχομένου περί «δημοκρατικού κεκτημένου» και σεβασμού των δυτικών κυβερνήσεων στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Βέβαια, η προστασία της ιδιωτικής ζωής και η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων δοκιμάζονται σκληρά από την λειτουργία ενός εκτεταμένου δικτύου ψηφιακών καμερών αναγνώρισης προσώπου που μοιραία οδηγεί στην καταναγκαστική ταυτοποίηση του πολίτη στον δημόσιο χώρο, μολονότι ο ίδιος επιθυμεί να διατηρεί την ανωνυμία του, μακριά από το επίμονο και αδιάκριτο βλέμμα του Ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού.

Ορισμένοι πολίτες της Δύσης έχουν αρχίσει ήδη να συνειδητοποιούν τον κίνδυνο συρρίκνωσης της ατομικής τους ελευθερίας και αυτονομίας, αλλά η πολιτική τάξη επιχειρεί να τους παραπλανήσει, ρίχνοντάς τους «στάχτη στα μάτια» και λέγοντας: «Μην ανησυχείτε άδικα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μεταβάλλεται σε Κίνα»!

Όμως, η καθηλωτική δύναμη της τηλεοπτικής χειραγώγησης σε συνδυασμό με την μαζική απo-πολιτικοποίηση έχουν προκαλέσει την αδρανοποίηση των πολιτικών, κοινωνικών και διανοητικών αντανακλαστικών των ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμο μιας άχαρης και επαναλαμβανόμενης ρηχής καθημερινότητας, αδυνατώντας να διαγνώσουν την σκιασμένη αλήθεια, ότι δηλ. οι σημερινές κυβερνήσεις, συνεπικουρούμενες από τους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης, συνιστούν μια καμουφλαρισμένη, τρομακτική απειλή για την ιδιωτική ζωή του δυτικού πολίτη.

Υποστηρίζουμε εμφατικά ότι οι δυτικές κυβερνήσεις μόνο στα λόγια και μπροστά στις κάμερες τιμούν και σέβονται τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών, ενώ στο σκοτεινό παρασκήνιο πρωτοστατούν, αντιγράφοντας πιστά και «στα μουλωχτά» τις απάνθρωπες πολιτικές βιομετρικής ταυτοποίησης, κοινωνικής βαθμολόγησης και ψηφιακής επιτήρησης της Κίνας.

Επομένως, έχουμε κάθε δικαίωμα να διατυπώσουμε την τεκμηριωμένη άποψη ότι οι κυβερνήσεις της Δύσης έχουν μεταλλαχθεί στον ύπουλο, εσωτερικό εχθρό της δυτικής κοινωνίας, καθώς αποξηλώνουν αργά και σταθερά, αλλά κυρίως αθόρυβα και μεθοδικά το πλέγμα προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εγκαταλείποντας τους πολίτες στο έλεος κάθε κρατικής παρανομίας και αυθαιρεσίας.

Ειδικά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν στο όνομα της εξάλειψης κάθε πιθανού τροχαίου ατυχήματος και επίδειξης μηδενικής ανοχής σε κάθε ύποπτο κρούσμα παραβατικής συμπεριφοράς να ελέγξουν το δημόσιο χώρο, επιβάλλοντας το πανοπτικό μοντέλο της μαζικής και ανεξέλεγκτης παρακολούθησης των πολιτών, που θα μεταβάλει την κοινωνία σε μια ιδιότυπη ψηφιακή φυλακή, όπου οι πάντες θα επιτηρούνται σε κάθε τους βήμα, ενώ μια χαραμάδα προσωπικής ελευθερίας ενδεχομένως να βρίσκεται στην πραγματική φυλακή της ψηφιακά αλυσοδεμένης κοινωνίας.

Ο πανοπτικός μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου –μέσω ενός πυκνού δικτύου ψηφιακών καμερών, στις οποίες έχει ενσωματωθεί λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης, προσαρμοσμένο στην εξ αποστάσεως ταυτοποίηση του πολίτη επί τη βάσει της αναγνώρισης των μοναδικών βιομετρικών του χαρακτηριστικών– δύναται να κατασκοπεύει αδιαλείπτως κάθε πρόσωπο, έκφραση ή κίνηση των ανθρώπων, καταλύοντας έτσι κάθε έννοια ιδιωτικότητας και ανωνυμίας στον δημόσιο χώρο.

ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι κυβερνήσεις του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού (όπως είναι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας) επιλέγουν να θυσιάσουν αψήφιστα και «εν ριπή οφθαλμού» το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής στον βωμό της ασφάλειας, της τάξης και της δήθεν καταπολέμησης της τρομοκρατίας, υιοθετώντας κατασταλτικές μεθόδους και πρακτικές και επιχειρώντας να ελέγξουν το πεδίο του δημόσιου λόγου με την απαξίωση κάθε αντίθετης φωνής κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η εφαρμογή πολιτικών για την επίτευξη μηδενικής παραβατικότητας παρουσιάζεται παραπλανητικά προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκεται μέσω της προληπτικής αστυνόμευσης και της εδραίωσης μηχανισμών ψηφιακής επιτήρησης, η διαμόρφωση μιας συμμορφούμενης, ελεγχόμενης και πειθαρχημένης κοινωνίας.

Στην δυστοπική κοινωνία του όχι μακρινού μέλλοντος, μπορεί μεν να έχει εξαλειφθεί η εγκληματικότητα, αλλά την ίδια στιγμή θα αναζητείται με το μικροσκόπιο η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Ως εκ περισσού, σημειώνουμε ότι η αίσθηση της διαρκούς παρακολούθησης, που θα διακατέχει τους πολίτες, θα τους καταστήσει ψυχικά ευάλωτους, καταθλιπτικούς και απόλυτα υπάκουους σε κάθε εντολή της αυταρχικής εξουσίας.

Ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Βρετανοί πολίτες βρίσκονται υπό καθεστώς μιας ανελέητης και αδιάκοπης ψηφιακής επιτήρησης, καθώς εφαρμόζεται μαζικά στον γενικό πληθυσμό η μέθοδος της «ζωντανής αναγνώρισης προσώπου» (live facial recognition)1 από ψηφιακές κάμερες με ενσωματωμένο λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης.

Με άλλα λόγια, οι πολίτες, κινούμενοι στον δημόσιο χώρο, υποβάλλονται από την βρετανική αστυνομία σε ένα διαρκές και επαναλαμβανόμενο σκανάρισμα προσώπου, γεγονός, που έχει ως αποτέλεσμα, την καταχώριση των μοναδικών προσωπικών τους χαρακτηριστικών σε μια εθνική πλατφόρμα ανάλυσης, αποθήκευσης και επεξεργασίας των βιομετρικών τους δεδομένων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εκατομμύρια πολίτες που δραστηριοποιούνται στον δημόσιο χώρο, αντιμετωπίζονται από το κράτος ως ύποπτοι και εν δυνάμει εγκληματίες, καθώς υπόκεινται σε εικοσιτετράωρη παρακολούθηση, ενώ την ίδια στιγμή η δυτική δημοκρατία μετασχηματίζεται αθόρυβα και προκλητικά σε ψηφιακό παντεπόπτη οφθαλμό, η οποία δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τον κτηνώδη ολοκληρωτισμό του Οργουελικού Κράτους.

Η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου συνιστά μια αδιανόητη απειλή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφού θέτει υπό ευρεία αμφισβήτηση το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, ενώ καταργεί κάθε έννοια ανωνυμίας του πολίτη, η οποία όμως είναι στενά συνυφασμένη με την δημόσια σφαίρα.

Οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών εκμεταλλεύονται τις εκπληκτικές δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας, αλλά και την αδιαφορία και την παθητικότητα των πολιτών, διαμορφώνοντας το θεσμικό πλαίσιο για την νομιμοποίηση της προληπτικής αστυνόμευσης και του μαζικού κοινωνικού ελέγχου.

Υπό το πρίσμα αυτό, επιβεβαιώνεται η ρήση του Νεοταξίτη Ολιγάρχη Λάρι Έλισον, ιδρυτού της αμερικανικής εταιρείας λογισμικού Oracle και ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, ο οποίος είχε δηλώσει ότι οι πολίτες θα αναγκαστούν να βελτιώσουν την συμπεριφορά τους, αν γνωρίζουν ότι τελούν υπό καθεστώς επιτήρησης.

Επομένως, οι δυτικές κυβερνήσεις, αξιοποιώντας τις μεθόδους βιομετρικής ταυτοποίησης, μέσω των ψηφιακά εξελιγμένων καμερών και αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, παραβιάζουν συνειδητά τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών τους, καθώς η διατήρηση της ανωνυμίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του δημόσιου χώρου, που συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία του αυτοκαθορισμού και την προστασία της ιδιωτικής ζωής.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η μαζική και ανεξέλεγκτη χρήση των νέων τεχνολογιών –για τις οποίες καυχάται η υπερφίαλη δυτική ελίτ– θα οδηγήσει σε επικίνδυνες μορφές βιομετρικού αποκλεισμού, κοινωνικών διακρίσεων, αλλά και χακαρίσματος των προσωπικών δεδομένων και εν γένει αποδυνάμωσης των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Ο Παναγιώτης Μαντζούφας, Επ. Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ στο εξαιρετικό του άρθρο «Βιοπολιτική και Βιομετρία»2 προχωρεί στις ακόλουθες, πολύ εύστοχες επισημάνσεις που αποτελούν ένα πολύ ηχηρό καμπανάκι αφύπνισης αναφορικά με την εμμονή των κυβερνήσεων να ασκούν βιοπολιτική, επιχειρώντας να εγγράψουν στο σώμα των πολιτών ένα ανεξάλειπτο σημάδι ταυτοποίησης.

Ο συγγραφέας σημειώνει βαθυστόχαστα:

«Η βιομετρία είναι μια από τις πλέον διαδεδομένες μεθόδους της σύγχρονης βιοπολιτικής, δηλαδή της πολιτικοποίησης της ζωής στο στενά βιολογικό της επίπεδο, εκεί όπου το σώμα και η “γυμνή ζωή” αποτελούν το αντικείμενο των μηχανισμών εξουσίας. Αφού η εξουσία έχει την ικανότητα να εγγράφεται στο ίδιο το σώμα, η βιομετρία δεν είναι παρά μια από τις μεθόδους για ολοκληρωτική κυριαρχία που να περιλαμβάνει τη γυμνή ζωή. Σήμερα είναι εμφανές ότι οι εξελίξεις στην βιοτεχνολογία, η αρχειοθέτηση πληροφοριών για την υγεία, τη διατροφή, τις προσωπικές συνήθειες, τις ερωτικές, πολιτικές, πολιτισμικές ή άλλες επιλογές, τα βιομετρικά δεδομένα των πολιτών, συγκροτούν ένα πλήρες προσωπικό προφίλ πληροφοριών, συνήθως εν αγνοία του φορέα, που δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους τόσο για την ιδιωτική ζωή όσο και για την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι σαφές ότι μια διαφοροποιημένη ποιοτικά λειτουργία των πληροφοριών υπονομεύει ένα βασικό κανόνα της δημοκρατίας, που είναι η ελεύθερη έκφραση της βούλησης των πολιτών και η επικοινωνία, και τούτο διότι η μετατροπή του πολίτη σε πληροφοριακό αντικείμενο, υπονομεύει τη συμμετοχή του σε όλο το φάσμα των δημοκρατικών θεσμών, ιδίως όταν γνωρίζει ότι η πολιτική και κοινωνική του δραστηριότητα καταγράφεται. Μοιραία η συμπεριφορά μας αλλάζει όταν ζούμε επιτηρούμενοι. Η ανεξέλεγκτη συλλογή πληροφοριών καταλήγει σε χειραγώγηση, καθώς δίχως την προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία».

Έτσι, δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την σταδιακή εισαγωγή της δυτικής κοινωνίας σε συνθήκες ενός αδυσώπητου και ανελέητου ψηφιακού ολοκληρωτισμού, η επικράτηση του οποίου θα συνιστά την αδιάσειστη απόδειξη του τέλους της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά και σαφές προειδοποιητικό σημάδι για την επικείμενη εμφάνιση του «υιού της απωλείας».

Συνεπώς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα τελευταία εβδομήντα πέντε χρόνια διαμορφώνεται αθόρυβα, μεθοδικά και συστηματικά η Νέα (σατανική) Τάξη Πραγμάτων, σκοπός της οποίας είναι η δημιουργία μιας υπνωτισμένης και ομογενοποιημένης κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι θα έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα να μην αντιστέκονται, αλλά να συμμορφώνονται, να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται πανομοιότυπα. Ως εκ τούτου, δεν θα αποτελεί έκπληξη η βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης κοινωνίας, από μία ανοικτή κοινωνία ελεύθερα σκεπτόμενων πολιτών σε ένα ρευστοποιημένο σύνολο άβουλων, τρομαγμένων και αριθμοποιημένων ατόμων.

ΚΑΤΑΔΙΔΕΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ

Οι Ευρωπαίοι θιασώτες της Μεγάλης Επανεκκίνησης ενδέχεται να σχεδιάζουν (όπως ήδη κάνουν οι Κινέζοι ομοϊδεάτες τους) την επιβολή ενός αυστηρού συστήματος κοινωνικής βαθμολόγησης, που θα επιβραβεύει με κοινωνικά προνόμια και παροχές τους υπάκουους και πειθαρχημένους πολίτες, ενώ θα «σωφρονίζει» τους ατίθασους και αντιδραστικούς, διαχωρίζοντάς τους σε «καλούς» και «κακούς», σε φρόνιμους και «άτακτους».

Αν τυχόν υλοποιηθεί στην Ευρώπη το σύστημα της προσωπικής αξιολόγησης των πολιτών θα οδηγήσει σε διαλυτικά φαινόμενα κοινωνικής μισανθρωπίας, αφού κάθε άνθρωπος θα έχει σοβαρό κοινωνικοοικονομικό κίνητρο να καταφεύγει στην νόμιμη, ανταποδοτική και προσοδοφόρα ψηφιακή ρουφιανιά, καταδίδοντας τον συνάνθρωπό του για «αντικοινωνική συμπεριφορά», μέσω των έξυπνων εφαρμογών του κινητού τηλεφώνου, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του σημαντικά οφέλη, πόντους προνόμια και δημόσια αναγνώριση. Από την θυσιαστική εντολή του Χριστιανισμού «Αγαπάτε αλλήλους» θα καταλήξουμε στην ανάποδη, νεοταξίτικη εντολή της απάνθρωπης ελίτ «Καταδίδετε αλλήλους»!

Η βιομετρική τεχνολογία πληρωμών, η διασύνδεση του ψηφιακού πορτοφολιού με το βάναυσο σύστημα κοινωνικής βαθμολόγησης, η μαζική απώλεια θέσεων εργασίας εξαιτίας της επικράτησης των υπολογιστικών μηχανών και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν νοσηρά σχέδια νεοταξίτικων πονηρών εγκεφάλων που επιδιώκουν, μέσω της κοινωνικής αποσάθρωσης και της ψυχοσωματικής διάλυσης του ανθρώπου, τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο της ανθρωπότητας.

Την ίδια στιγμή, οι σατανοκίνητοι νεοταξίτες θα τρίβουν τα χέρια τους με έκδηλη χαρά και ικανοποίηση που κατόρθωσαν μετά από αιώνες αδιάλειπτης προπαγάνδας και επιμελούς χειραγώγησης να μετατρέψουν επιτέλους την ανθρωπότητα σε ένα άβουλο κοπάδι φοβισμένων, υποταγμένων και κατευθυνόμενων ανθρώπων, πετυχαίνοντας πάντοτε να κρύβουν καλά πίσω από το «καρφιτσωμένο χαμόγελο» της υποκριτικής ευγένειας, την μοχθηρή κακία και το απύθμενο μίσος τους για την κορωνίδα της ένθεης δημιουργίας, τον Άνθρωπο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε σε συμπτυγμένη μορφή στις 8-2-2026 στο φύλλο της «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», σελ. 58.


Η βιωσιμότητα του ιστολογίου εξαρτάται από την ελάχιστη οικονομική στήριξη των αναγνωστών, η οποία ανέρχεται σε 5 € μηνιαίως ή 50 € ετησίως.
Ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη σας!
Λεπτομέρειες σχετικά με την συνδρομή υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο:
kvathiotis.substack.com/subscribe

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Πήγα στο σπίτι που αφήσαμε στον Πόντο για να βρω το μεταλλικό κουτί που είχε κρύψει η μάνα μου, όταν έφυγαν πρόσφυγες, άρον άρον το 1922

 

Πήγα στο σπίτι που αφήσαμε στον Πόντο για να βρω το μεταλλικό κουτί που είχε κρύψει η μάνα μου, όταν έφυγαν πρόσφυγες, άρον άρον το 1922

Συνάδελφός μου στὸ γραφεῖο, μὲ ποντιακὴ καταγωγὴ καὶ καρδιά, μοῦ διηγήθηκε ὅτι κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ ’90 παρακολουθοῦσε ἀργὰ τὸ βράδυ κρατικὸ κανάλι. Παρουσιαζόταν ἕνα ντοκιμαντὲρ γιὰ τὴ γενοκτονία τῶν Ποντίων καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἀφορμὴ διάφοροι ἄνθρωποι κατέθεταν τὶς μαρτυρίες τους. Κάποια στιγμὴ μίλησε ἕνας γηραιὸς κύριος ποντιακῆς καταγωγῆς μὲ κατάλευκα μαλλιά. Ἦταν καθηγητὴς πανεπιστημίου. Αὐτός, μὲ πολὺ συγκίνηση, εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἀρκετὰ χρόνια πρίν, ὅταν ἤμουν πενηντάρης, μιλοῦσα μὲ μιὰ θεία μου ποὺ ἦταν γιαγιὰ πιά. Μοῦ μιλοῦσε μὲ μεγάλο παράπονο γιὰ τὴν πατρίδα μας, τὸν Πόντο, καὶ γιὰ τοὺς προγόνους μας. Πάνω στὴν κουβέντα τῆς εἶπα πὼς σύντομα θὰ ἔκανα ταξίδι – προσκύνημα στὸν Πόντο. Κρεμάστηκε πάνω μου καὶ μὲ παρακάλεσε μὲ λυγμούς, ὅταν πάω, νὰ τῆς κάνω ἕνα χατίρι.

Μοῦ διηγήθηκε ἐπακριβῶς ποῦ βρισκόταν τὸ πατρικό της σὲ χωριὸ τοῦ Πόντου. Μοῦ ἐξήγησε μὲ λεπτομέρεια τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ χωριοῦ, τοὺς δρόμους, καὶ μοῦ προσδιόρισε μὲ ἀκρίβεια τὴ θέση τοῦ σπιτιοῦ. Μοῦ εἶπε, μόλις τὸ βρῶ, νὰ ζητήσω ἀπ’ τοὺς Τούρκους ποὺ θὰ ἔμεναν πιὰ ἐκεῖ νὰ βροῦν ἕνα κασελάκι, ποὺ εἶχε κρύψει σὲ συγκεκριμένο σημεῖο τοῦ παλιοῦ ἀρχοντικοῦ. Μοῦ περιέγραψε πλήρως τὸ κασελάκι καὶ τὸ τὶ περιεῖχε μέσα. Ἀσημικά, παλιὰ κοσμήματα, λίρες κλπ, ἕναν μικρὸ θησαυρὸ δηλαδή. Μοῦ εἶπε νὰ τὰ ἀφήσω στοὺς Τούρκους γιὰ ἀμοιβή, μὲ προϋπόθεση νὰ μοῦ δώσουν ἕναν κρεμαστὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε μέσα τὸ κασελάκι.

Αὐτὸς ὁ σταυρὸς ἦταν ὁ βαφτιστικὸς τοῦ μικροῦ παιδιοῦ της, ποὺ τὸ ἔχασε κατὰ τὴ γενοκτονία. Αὐτὴ εἶχε γλιτώσει. Εἶχε γλιτώσει μόνο τὴ ζωή της, γιατὶ ἡ χαροκαμένη ψυχή της μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει πῶς πέρασε μέσα στὶς πικρὲς ἀναμνήσεις ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα. Ἔσβησε τὰ παρακαλετά της μέσα στὰ δάκρυα καὶ τῆς ὑποσχέθηκα νὰ κάνω ὅ,τι θὰ περνοῦσε ἀπ’ τὸ χέρι μου, ἀλλὰ μέσα μου δὲν εἶχα πολλὲς ἐλπίδες. Πράγματι, ἔκανα τὸ ταξίδι, ἔκανα ὅ,τι ἐπιθυμοῦσα γιὰ τὸν ἑαυτό μου καὶ μετὰ κατευθύνθηκα γιὰ τὸ χωριὸ τῆς θείας μου. Ἡ περιγραφή του ἦταν τόσο λεπτομερής, ποὺ βρῆκα τὸ σπίτι πολὺ εὔκολα. Παλιὸ λιθόκτιστο δίπατο ἀρχοντικό. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μοῦ ἄνοιξε ἕνας Τοῦρκος λίγο μικρότερος σὲ ἡλικία ἀπὸ ἐμένα.

Εὐτυχῶς ἤξερε ἄπταιστα ἀγγλικά, γιατὶ ἐτύγχανε σεβαστὸ πρόσωπο τῆς δημόσιας διοίκησης τῆς περιοχῆς, μὲ μεγάλο ἀξίωμα (Νομάρχης;) καὶ μπορούσαμε νὰ συνεννοηθοῦμε πολὺ ἄνετα. Τοῦ διηγήθηκα μὲ λεπτομέρεια ὅ,τι μοῦ εἶχε πεῖ ἡ θεία μου. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ταράχθηκε καὶ μετὰ μοῦ εἶπε αποφασιστικά: “Κοῖτα νὰ δεῖς, τώρα καλύτερα νὰ φύγεις, γιατὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ὁμοεθνεῖς μου στὸ σπίτι καὶ δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω ἐλεύθερα. Ξαναέλα τὸ ἀπόγευμα τὴν τάδε ὥρα ποὺ θὰ εἶμαι μόνος νὰ τὰ ποῦμε καλύτερα”. Πράγματι, ἔκανα ὅπως μοῦ εἶπε καὶ, ὅταν ξαναπῆγα, μὲ ὑποδέχθηκε μέσα στὸ σπίτι πιά. Ἀφοῦ ἤπιαμε τὸν καφέ, χωρὶς νὰ μιλήσει, ἔφυγε ἀπ΄ τὸ δωμάτιο ὑποδοχῆς καὶ σὲ λίγο ξαναγύρισε κρατώντας στὰ χέρια του τὸ κασελάκι τῆς θείας μου.

Κυριολεκτικὰ μοῦ ἔπεσε τὸ φλιτζάνι τοῦ καφὲ ἀπ’ τὰ χέρια. “Ὥστε τὸ βρήκατε ἤδη”, ψέλλισα σαστισμένος. “Ναί, ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια, ἀπὸ τότε ποὺ εἶμαι σὲ αὐτὸ τὸ σπίτι. Πάρε το. Πιστεύω ὅτι σοῦ ἀνήκει”, πρόσθεσε. “Μὰ δὲν τὸ θέλω”, εἶπα διστακτικά. “Μόνο τὸ σταυρουδάκι θέλω. Αὐτὸ μόνο ζήτησε ἡ θεία μου. Σᾶς παρακαλῶ κρατῆστε ὅλα τὰ ὑπόλοιπα”. “Κοῖτα νὰ δεῖς”, εἶπε θυμωμένα, “θὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω. Αὐτὰ δὲν εἶναι δικά μου. Τόσα χρόνια τὰ φύλαγα, μέχρι ποὺ ἦρθες ἐσύ. Στὴ θεία σου ἀνήκουν. Νὰ τῆς τὰ πᾶς”. “Μά, τὸ σταυρουδάκι”, ψέλλισα φοβισμένα. Τότε μὲ μιὰ κίνηση ἄνοιξε τὸ πουκάμισό του καὶ φάνηκε κρεμασμένο στὸν λαιμό του τὸ σταυρουδάκι. “Αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ στὸ δώσω. Δὲν μπορῶ, γιατὶ εἶναι δικό μου”… Πραγματικὰ ζαλίστηκα. Δὲν καταλάβαινα τὶ ἐννοοῦσε. “Εἶναι δικό μου. Ἀκοῦς;” εἶπε δυνατά. “Εἶναι δικό μου, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι τὸ παιδὶ ποὺ ἔχασε ἡ θεία σου πρὶν σαράντα χρόνια”. Ἔμεινα νὰ τὸν κοιτῶ μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα. Βούρκωσα. Ἦταν ὁ χαμένος μου ξάδερφος. Ἔπεσα στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν ἔσφιξα. Ἔκλαιγα μὲ ἀναφιλητά. Τὸ ἴδιο καὶ αὐτός. Ὅταν συνήλθαμε, μοῦ εἶπε: “Δὲν ἤξερα ὅτι ἡ μητέρα μου ἔζησε. Ἔμεινα πίσω. Ἄλλοι Τοῦρκοι πήρανε τὸ σπίτι καὶ μὲ μεγαλώσανε σὰν παιδί τους. Τώρα εἶναι πεθαμένοι. Ἔχω τὴ δικιά μου οἰκογένεια ἐδῶ πιά”. Τοῦ ζήτησα νὰ μὲ ἀκολουθήσει στὴν Ἑλλάδα. Νὰ δεῖ τὴ μάνα του. Ἀρνήθηκε. “Δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πιά. Τὰ παιδιά μου ἔχουν μεγαλώσει. Εἶναι ἀξιωματικοὶ στὸν τουρκικὸ στρατό. Καὶ σὲ ὑψηλὲς θέσεις. Δὲν ξέρουν ὅτι εἶναι Ἕλληνες. (σημ.: Ἀπ’ τὴ συνέχεια τῆς διήγησης θὰ φανεῖ ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ψευδόταν, γιὰ νὰ προφυλάξει τὰ παιδιά του) Ἂν φύγω στὴν Ἑλλάδα, τὰ παιδιά μου μπορεῖ νὰ πάθουν κακὸ ἐδῶ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχω καμία σχέση μὲ τὴν Ἑλλάδα”.

Ἐπέμενα καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ ἔρθει τουλάχιστον ἕνα ταξίδι σὰν τουρίστας καὶ νὰ ἐπωφεληθεῖ γιὰ νὰ δεῖ τὴ μάνα του καὶ τοὺς ἄλλους συγγενεῖς του. “Δὲν γίνεται”, μοῦ ἀπάντησε. “Γιὰ νὰ καταλάβεις, ἐδῶ ἔχω μεγάλη δημόσια θέση. Σὰν ἐμένα ὑπάρχουν πολλοὶ ἐδῶ. Ἐγὼ τοὺς προσέχω. Μὲ ἔχουν ἀνάγκη. Ἂν πάω στὴν Ἑλλάδα, θὰ δώσω στόχο ὅτι κάτι συμβαίνει καὶ θὰ κινδυνέψουν καὶ ἄλλοι. (σημ.: Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο φαίνεται ὅτι, ταυτόχρονα μὲ τὸ ἀξίωμα ποὺ κατεῖχε σὰν Τοῦρκος, ἦταν καὶ τοπικὸς ἡγέτης τῶν Κρυπτοχριστιανῶν. Τὸ πιθανότερο ἦταν καὶ τὰ παιδιά του νὰ τὸ γνωρίζανε, ἀλλὰ προφυλαγόντουσαν ἐξαιρετικά) Νὰ δώσεις πολλὰ φιλιὰ στὴ μάνα μου. Νὰ μὴν λυγίσει. Νὰ κάνει ὑπομονή. Νὰ τῆς πεῖς ὅτι θὰ συναντηθοῦμε στὴν ἄνω Ἰερουσαλήμ. Ἀγκαλιαστήκαμε καὶ πάλι καὶ χωρίσαμε δακρυσμένοι.

Ἐπέστρεψα στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔτρεξα ἀμέσως μὲ τὸ κασελάκι στὴ θεία μου, γιὰ νὰ τῆς τὸ δείξω καὶ νὰ τῆς πῶ τὰ φοβερὰ νέα. Ἀλλὰ τὶ δυσάρεστη ἔκπληξη μὲ περίμενε. Οἱ συγγενεῖς μου μοῦ διηγηθήκανε πώς, λίγο μετὰ τὴν ἀναχώρησή μου γιὰ τὴν Τουρκία, ἡ θεία μου ἄφησε τὴν τελευταία της πνοή. Ἴσως ὁ καλὸς Θεὸς τὴν πῆρε κοντά του γιὰ νὰ μὴν ἀκούσει ὅτι τόσα χρόνια ζοῦσε τὸ παιδάκι της καὶ αὐτὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἔχει στὴν ἀγκαλιά της. Μὲ ἀρκετὰ δάκρυα εἶχε ματώσει τὴν καρδιά της τόσον καιρό. Δὲν θὰ ἄντεχε νὰ ἀκούσει κάτι τέτοιο.

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἐκκλησιαστική Διακονία καί Μαρτυρία, τεῦχ. 377, 11

Ἀναδημοσίευση ἀπό 17-1-2017


https://romioitispolis.gr

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Ἡ Δασκάλα τῆς Παράγκας

 

Ἡ Δασκάλα τῆς Παράγκας

Τὴν ἔλεγαν Κυρα-Ἑλένη. Στὸν Πόντο ἦταν δασκάλα στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς Τραπεζοῦντας. Εἶχε τελειώσει τὸ Ἀρσάκειο. Μιλοῦσε ἑλληνικά, γαλλικά, καὶ ποντιακά. 
Στὴν Ἑλλάδα ἔγινε ἐργάτρια στὸ καπνομάγαζο. 14 ὧρες τὴ μέρα νὰ διαλέγει φύλλα καπνοῦ. Τὰ δάχτυλα κίτρινα, τὰ μάτια θολὰ ἀπὸ τὴ σκόνη. Ἀλλὰ τὸ βράδυ... τὸ βράδυ γινόταν πάλι δασκάλα. 
Ἡ παράγκα της ἦταν 3x3. Χῶμα γιὰ πάτωμα. Τενεκὲς γιὰ σκεπή. Στὸν τοῖχο εἶχε καρφώσει ἕνα μαυροπίνακα - ἕνα κομμάτι ξύλο βαμμένο μὲ κάρβουνο. Κάθε ἀπόγευμα, στὶς 6, χτυποῦσε μιὰ κατσαρόλα. Τὸ «κουδούνι» καὶ ἔρχονταν. 40 παιδιά, ξυπόλητα, μὲ κουρελιασμένα ροῦχα, παιδιὰ ποὺ τὸ πρωὶ πουλοῦσαν κουλούρια στὸ λιμάνι, ποὺ μάζευαν κάρβουνα ἀπὸ τὶς γραμμές τοῦ τρένου. 
Δὲν εἶχαν τετράδια. Ἔγραφαν πάνω σὲ παλιὰ χαρτιὰ ἀπὸ τὸ... καπνομάγαζο. Δὲν εἶχαν μολύβια. Ἔγραφαν μὲ κάρβουνο. 
Δὲν εἶχαν βιβλία. Εἶχε ἕνα. Τὸ Ἀναγνωστικὸ τῆς Α’ Δημοτικοῦ. Τὸ εἶχε σώσει ἀπὸ τὸν Πόντο. Τὸ φύλαγε στὸ στῆθος της, μαζὶ μὲ τὴν εἰκόνα. 
«Τί μάθημα ἔχουμε σήμερα, κυρία;» ρώτησε ὁ μικρὸς ὁ Λάζαρος. 9 χρονῶν. Ὁ πατέρας του πέθανε ἀπὸ τῦφο τό ’23. 
«Σήμερα θὰ μάθουμε τὴ λέξη "Πατρίδα", Λάζαρε», εἶπε ἡ Ἑλένη. 
Ἔγραψε στὸν μαυροπίνακα μὲ τὸ κάρβουνο: Π – Α – Τ – Ρ – Ι – Δ – Α 

«Ξέρετε τί εἶναι ἡ πατρίδα;» ρώτησε. Σιωπή. Τὰ παιδιὰ κοιτάχτηκαν. 
«Ἡ Ἑλλάδα;» εἶπε δειλὰ ἕνα κοριτσάκι. Ἡ Ἑλένη χαμογέλασε. Τὰ μάτια της βούρκωσαν. «Ὄχι, Μαρίκα μου. Ἡ πατρίδα εἶναι ἐκεῖ ποὺ σὲ θάβουν. Ὁ παπποῦς σου εἶναι θαμμένος στὸν Πόντο. Ἄρα ὁ Πόντος εἶναι πατρίδα. Ἡ μάνα σου εἶναι θαμμένη ἐδῶ, στὴ Δραπετσώνα. Ἄρα καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι πατρίδα. Ἐμεῖς, παιδιά μου, ἔχουμε δύο πατρίδες καὶ πρέπει νὰ τὶς τιμήσουμε καὶ τὶς δύο.» 
Ἔμαθαν νὰ γράφουν. Ἔμαθαν νὰ διαβάζουν. Ἔμαθαν τὴν ἱστορία τοῦ ’21. Ἀλλὰ κάθε Παρασκευή, ἡ Ἑλένη τούς ἔλεγε καὶ μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὸν Πόντο. Γιὰ τὴ Σουμελᾶ. Γιὰ τὸν Διγενῆ. Γιὰ τὴν Κερασούντα. 
«Γιὰ νὰ μὴν ξεχάσετε», ἔλεγε. «Γιατί ἂν ξεχάσετε, πεθαίνετε δεύτερη φορά.» 
Τὸ 1932 ἦρθε ὁ Ἐπιθεωρητὴς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο. «Ποιά εἶστε ἐσεῖς ποὺ κάνετε μάθημα χωρὶς ἄδεια;» φώναξε. «Αὐτὸ εἶναι παράνομο!». Ἡ Ἑλένη σηκώθηκε. 35 χρονῶν, ἀλλὰ φαινόταν 50. Ἀπὸ τὴν κούραση. «Κύριε Ἐπιθεωρητά», εἶπε ἤρεμα. «Ἐγὼ τελείωσα τὸ Ἀρσάκειο Τραπεζοῦντας. Ἔχω δίπλωμα. Ἂν θέλετε, σᾶς τὸ δείχνω.» 
Τοῦ ἔδωσε ἕνα χαρτὶ κιτρινισμένο, διπλωμένο στὰ τέσσερα. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς τὸ διάβασε. Κοίταξε τὰ 40 παιδιά, ξυπόλητα, πεινασμένα ἀλλὰ νὰ γράφουν «Ἐλευθερία» στὸν μαυροπίνακα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι. «Συνεχίστε, κυρία», εἶπε μόνο καὶ ἔφυγε. 
Τὴν ἄλλη ἑβδομάδα ἦρθαν 5 τετράδια ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο. Καὶ 5 μολύβια. Τὸ 1950, ἡ παράγκα ἔγινε διώροφο σχολεῖο. Τὸ 1ο Δημοτικὸ Δραπετσώνας. Στὰ ἐγκαίνια, ὁ Δήμαρχος φώναξε: «Κυρα-Ἑλένη, ἐλᾶτε νὰ κόψετε τὴν κορδέλα!» 
Ἦταν 60 χρονῶν. Μὲ ἄσπρα μαλλιά. Τὰ χέρια της ἀκόμα κίτρινα ἀπὸ τὸν καπνό. Ἔκοψε τὴν κορδέλα καὶ ἔκλαψε. 
Ἀπὸ τὰ 40 παιδιὰ τῆς παράγκας, τὰ 22 τελείωσαν τὸ Γυμνάσιο. Τὰ 8 ἔγιναν δάσκαλοι. Ὁ Λάζαρος ἔγινε γιατρός. Ἡ Μαρίκα ἔγινε νοσοκόμα. 
Στὸ γραφεῖο της, μέχρι ποὺ πέθανε τὸ 1978, εἶχε τὸν μαυροπίνακα. Τὸ ξύλο μὲ τὸ κάρβουνο καὶ ἀπὸ κάτω ἔγραφε: «Πατρίδα εἶναι ἐκεῖ ποὺ σὲ θάβουν καὶ ἐκεῖ ποὺ σὲ μαθαίνουν γράμματα.»  
Αὐτὲς ἦταν οἱ γυναῖκες τοῦ Πόντου. Δούλευαν σὰν σκλάβες τὸ πρωί. Καὶ τὸ βράδυ ἄναβαν το φῶς τῆς γνώσης. Γιατί ἤξεραν: «Ὁ ἀμόρφωτος σκύβει. Ὁ γραμματιζούμενος δὲν σκύβει ποτέ.» 

Ἄννα Δανάλη 

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Δαίμονες παντού

Δαίμονες παντού

Δαίμονες παντού: δαίμονες στα σχολεία, όπου οι δάσκαλοι διδάσκουν ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο και ότι δεν υπάρχει Θεός….

Δαίμονες στην αγορά, όπου ο νόμος ορίζει «απαγάγετε για να φάτε και κλέψτε για να έχετε»…

Δαίμονες στα δικαστήρια, όπου άφοβα χαστουκίζουν το Ευαγγέλιο… Κοινωνία δαιμονισμένων.  Ο Ρώσος Ντοστογιέφσκι, που έγραψε το έργο «Δαίμονες», είχε δίκιο.

Οι δαίμονες αναστατώνουν τη ζωή και την κάνουν μίζερη.  Πώς σε λένε, κοινωνία;  “Λεγεώνα”.

Η καρδιά μας;  «Legion» και αυτή.  Ο Χριστός δεν ζει μέσα της!

Ζούμε σε μια σατανική εποχή: μας κυριεύει ο σατανάς.  Δυστυχώς, σήμερα, ως επί το πλείστον, ο Χριστός δεν κυβερνά πλέον.  Ο σατανάς και οι δαίμονες κυβερνούν.

Οι άνθρωποι τους έκαναν «κύριους αυτού του κόσμου» (Εφεσίους 6, 12).

Τους παραδόθηκαν καρδιές, οικογένειες, σπίτια, υπουργεία, κυβερνήσεις, κοινοβούλια, οργανισμοί – με την προσωπική θέληση του καθενός… Και ο διάβολος δεν ξέρει να κάνει καλό.  Γι’ αυτό κυβερνά την άγνοια και την καταστροφή.

Μια μεγάλη απιστία βασιλεύει.  Κι εμείς που λέμε πιστεύουμε δεν πιστεύουμε.  Είχαμε επηρεαστεί.  Κάποτε οι πρόγονοί μας δεν είχαν σχολεία, πανεπιστήμια, ακαδημίες, δεν είχαν χρήματα και πλούτη, δεν είχαν πολυτελή σπίτια και αυτοκίνητα.

Η κοινωνία όμως ήταν αγιασμένη.  Δεν υπήρχαν βωμολοχίες, ούτε βρισιές.  Εκατό χρόνια στη Μακεδονία και δεν βγήκε διαζύγιο το διαζύγιο ήταν άγνωστο.

Τώρα;!

Πώς σε λένε Ελλάδα;  “Λεγεώνα”!

Τότε είχαν φτωχές καλύβες, αλλά στις καλύβες ζούσαν άγιοι άνθρωποι, άγγελοι.  Τώρα, στα μεγάλα σπίτια, με όλες τις ανέσεις, ζουν δαίμονες.

(Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, 1907-2010)


Πηγή: https://romioitispolis.gr

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Οι τελευταίοι Έλληνες της Κορσικής

Οι τελευταίοι Έλληνες της Κορσικής

Ταξιδέψαμε μέχρι το Καργκέζε, εκεί όπου τον 17ο αιώνα εκατοντάδες Μανιάτες αναζήτησαν την τύχη τους μακριά από την πατρίδα. Σήμερα, 350 χρόνια μετά, οι απόγονοί τους προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους.

Γράφει ο Πολύβιος Ανεμογιάννης 

  Ένα πανέμορφο χωριό στη δυτική ακτή της Κορσικής στέκει περήφανο μπροστά στο απέραντο γαλάζιο. Δύο εκκλησίες, η μία «λατινική», όπως την ονομάζουν εδώ, και η άλλη «ελληνική», ορθώνονται σαν προμαχώνες∙ η μία κοιτά τη Δύση, η άλλη την Ανατολή. Ανάμεσά τους απλώνονται αμφιθεατρικά τα σπίτια του χωριού, που μοιάζουν συμφιλιωμένα με τη διπλή θρησκευτική ταυτότητα του μέρους, ενώ πιο κάτω, κήποι και μποστάνια κατρακυλούν προς το λιμανάκι και το κοιμητήριο, που ατενίζει τη θάλασσα. Το Καργκέζε είναι γνωστό ως το χωριό με τις δύο εκκλησίες.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-1
Άποψη του χωριού Καργκέζε στη δυτική ακτή της Κορσικής.

Η Ροζ-Ελέν Στεφανόπολι ντε Κομνέν-Μανσό είναι απόγονος του καπετάνιου Γεωργίου Στεφανόπουλου, ιδρυτή του χωριού το 1775. Το σπίτι της οικογένειας, ένα διώροφο αρχοντικό με έναν πανέμορφο κήπο, βρίσκεται λίγο πιο πάνω από την ελληνική εκκλησία, στην καρδιά του χωριού. «Ο πατέρας μου, Μισέλ Στεφανόπολι ντε Κομνέν, πέθανε το 2019, σε ηλικία 100 ετών. Πέρασε 30 χρόνια της ζωής του κάνοντας έρευνα γύρω από την ιστορία της ελληνικής κοινότητας της Κορσικής αλλά και της οικογένειάς μας. Μιλούσε ελληνικά και είχε κάνει πολλά ταξίδια στην Ελλάδα, ενώ σε κάποια από αυτά είχα πάει και εγώ μαζί του. Εκείνος ήταν που ξετύλιξε τον μίτο της Αριάδνης». Στον επάνω όροφο συναντάμε έναν τοίχο γεμάτο με παλιούς χάρτες της Κορσικής. Το γραφείο του πατέρα της είναι γεμάτο βιβλία, φακέλους με έγγραφα και γράμματα, καθώς και άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες. Μου χαρίζει τρία ιστορικά βιβλία γύρω από την απίστευτη περιπέτεια των Μανιατών που ήρθαν να εγκατασταθούν στην Κορσική τον 17ο αιώνα.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-2
Tο δημαρχείο του Καργκέζε, όπου κυματίζει, δίπλα στη γαλλική και την κορσικανική, η σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. 

Μια βεντέτα, μια μετανάστευση

Η ιστορία αρχίζει στο Οίτυλο (τότε Βοίτυλον) της Μάνης. Οι Οθωμανοί, που είχαν χτίσει βορειότερα το κάστρο της Κελεφάς, ήλεγχαν το χωριό καθώς και το λιμάνι του, απειλώντας να υποτάξουν την περιοχή. Παράλληλα η Μάνη ήταν θέατρο συγκρούσεων με αιματηρές βεντέτες ανάμεσα σε τρεις οικογένειες: του Ιατράκου, του Λυμπεράκη και του Στεφανόπουλου (της οικογένειας των Στεφανόπουλων-Κομνηνών), που ήταν καπετάνιοι στο Βοίτυλο. Το μίσος του Γερακάρη Λυμπεράκη (γνωστού πειρατή της εποχής, τον οποίο οι Τούρκοι έκαναν μπέη της Μάνης) εναντίον των Στεφανόπουλων δεν πήγαζε μόνο από ανταγωνισμό, αλλά και, όπως λέει ο θρύλος, από το γεγονός ότι η κόρη του Ιατράκου αρνήθηκε να τον παντρευτεί (παρόλο που ο πατέρας της είχε συμφωνήσει με τον γάμο), επειδή αγαπούσε τον Μιχάλη Στεφανόπουλο, τον γιο του Γεωργίου, τον οποίο τελικά και παντρεύτηκε.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-3
Φωτογραφία από τις αρχές του 20ού αιώνα με Κορσικανούς ελληνικής καταγωγής από το Καργκέζε. 

Εκμεταλλευόμενος την εξουσία του, ο Λυμπεράκης άρχισε να καταδιώκει τους Στεφανόπουλους. Το 1663, η πίεση έγινε τόσο ασφυκτική, ώστε ο Γεώργιος Στεφανόπουλος συγκέντρωσε όλα τα μέλη της οικογένειάς του με σκοπό να φύγουν στην Ιταλία. Γι’ αυτόν τον λόγο έστειλε ως αντιπρόσωπο τον συγγενή του Ιωάννη Στεφανόπουλο για διαπραγματεύσεις με τη Δημοκρατία της Γένοβας. Μετά από πολλές επαφές που διήρκεσαν 12 χρόνια, η ιταλική πόλη πρότεινε στους Μανιάτες να εγκατασταθούν στην Κορσική, που ήταν τότε αποικία της, και όπου ο πληθυσμός έφθινε δραματικά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Γένοβα αντιμετώπιζε σκληρή αντίσταση από τους Κορσικανούς, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, και έτσι την ενδιέφερε να φέρει τους Μανιάτες ως εποίκους γεωργούς στο νησί, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι υπήρχαν ήδη Έλληνες μετανάστες στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, οι οποίοι μάλιστα ήταν γνωστοί για την εργατικότητά τους.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-4
Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα. Όσον αφορά τα «τεχνικά» χαρακτηριστικά της συμφωνίας, η ιταλική πόλη θα μετέφερε με δικά της πλοία τους Μανιάτες στην Κορσική, θα παρείχε τρόφιμα για 20 μήνες μέχρι να βγει η πρώτη σοδειά και θα αποζημίωνε τους Κορσικανούς νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής Παομία.

Η συμφωνία σχετικά με τις υποχρεώσεις των Μανιατών που θα γίνονταν υπήκοοι της Γένοβας επήλθε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις – ένας από τους βασικούς όρους ήταν να ασπαστούν το Καθολικό Δόγμα.

Η Γένοβα, όμως, δεν τήρησε τη συμφωνία. Τον Σεπτέμβριο του 1675 οι Στεφανόπουλοι χρειάστηκε να νοικιάσουν μόνοι τους το γαλλικό πλοίο «Ο Σωτήρας» ( Le Sauveur) για να καταφέρουν να μεταναστεύσουν. Περίπου 800 άτομα επιβιβάστηκαν σε αυτό, ανάμεσα στα οποία ο επίσκοπος Πανθέμιος, κληρικοί, μοναχοί, 430 μέλη της οικογένειας των Στεφανόπουλων και 300 άλλων οικογενειών, κυρίως γεωργοί, χτίστες, ξυλουργοί και ναυτικοί. Σάλπαραν με την έγκριση των Οθωμανών –που εν τω μεταξύ είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη Γένοβα– για ένα ταξίδι που είχαν προβλέψει να διαρκέσει δέκα, αλλά τελικά διήρκεσε 96 ολόκληρες μέρες.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-5
O δήμαρχος του Καργκέζε, Ζαν Κλοντ Ντονζελά. 

Στις 6 Ιανουαρίου του 1676 έφτασαν εξουθενωμένοι στον προορισμό τους. Περίπου 120 έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γεώργιος Στεφανόπουλος, που οργάνωσε την αποστολή και τελικά πέθανε στη Γένοβα.

Νέα πατρίδα στη νέα πατρίδα

Στις 14 Μαρτίου του 1676, περίπου 600 Μανιάτες αποβιβάστηκαν στην παραλία Καπιτσόλου στη δυτική Κορσική, πριν ανέβουν στην Παόμια. Τα πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα και η περιοχή δεν είχε τίποτα από τον επί γης Παράδεισο που είχε «υποσχεθεί» ο Γεώργιος Στεφανόπουλος. Οι Μανιάτες αντιμετώπισαν κακουχίες και πείνα, αφού η Γένοβα δεν τους έδωσε ποτέ τα συμφωνημένα μέσα για να διευκολύνει την εγκατάστασή τους αλλά και την καλλιέργεια της κακοτράχαλης γης. Οι σχέσεις τους με τις Αρχές της ιταλικής πόλης αλλά και με τους Κορσικανούς γείτονες ήταν τεταμένες. Κατόρθωσαν, παρ’ όλα αυτά, να ριζώσουν στην Παόμια, να χτίσουν σπίτια, να καλλιεργήσουν τη γη και να δημιουργήσουν μια δυνατή μανιάτικη κοινότητα.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-6
Η Ροζ-Ελέν Στεφανόπολι ντε Κομνέν-Μανσό στο γραφείο του πατέρα της, μελετητή της ιστορίας της ελληνικής κοινότητας της Κορσικής.

Αυτό που κανείς δεν είχε προβλέψει, όμως, ήταν η επανάσταση των Κορσικανών ενάντια στη Γένοβα, το 1729. Το συμβάν, δηλαδή, που έγινε η αιτία να εγκαταλείψουν και πάλι τη γη τους. Οι Μανιάτες αρνήθηκαν να στραφούν ενάντια στην ιταλική πόλη που τους έσωσε από τους Οθωμανούς, ενώ μάλιστα μερικοί από αυτούς υπηρετούσαν ήδη στον στρατό της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Κορσικανοί να επιτεθούν και να καταστρέψουν το χωριό, αναγκάζοντάς τους σε άτακτη φυγή, αρχικά προς τη θάλασσα και στη συνέχεια στο Αιάκειο της Κορσικής), εκεί όπου έζησαν για σχεδόν 40 χρόνια. Στην Παόμια, μόνο τα ερείπια μιας μικρής εκκλησίας που έχτισαν οι Μανιάτες παραμένουν όρθια μέχρι σήμερα.

Το 1768, η Γένοβα παραχώρησε την Κορσική στη Γαλλία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι Μανιάτες ζήτησαν τότε να επιστρέψουν στην Παόμια, αλλά το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό. Άρχισαν τότε τις διαπραγματεύσεις με τις γαλλικές Αρχές, ρίχνοντας στο τραπέζι την επιστολή του βασιλιά της Ισπανίας Καρόλου ΙΙΙ, που τους είχε προσκαλέσει στην Ισπανία. Εν τω μεταξύ, κάποιοι από αυτούς είχαν φύγει για τη Σαρδηνία και άλλοι είχαν μεταναστεύσει στη Φλόριντα.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-7
Αναμνηστική πλάκα από το 1965, όταν έγιναν οι πρώτες αμοιβαίες επισκέψεις μεταξύ των κατοίκων του Οιτύλου και του Καργκέζε. 

Τελικά, οι περισσότερες οικογένειες δέχτηκαν την πρόταση του Γάλλου επάρχου Μαρμπέφ να τους εγκαταστήσει στο Καργκέζε, ένα καινούργιο χωριό, όπου ο γαλλικός στρατός θα τους έφτιαχνε 120 σπίτια. Τον Μάιο του 1775, σχεδόν 100 χρόνια μετά την άφιξή τους στο νησί, οι πρώτοι 259 Μανιάτες εγκαταστάθηκαν εκεί.

Η σημερινή πραγματικότητα

Το Καργκέζε έχει σήμερα 1.150 μόνιμους κατοίκους. Φτάνω πρωί στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία χτίστηκε από το 1852 μέχρι το 1872. Αν και είναι καθολική, ακολουθείται το βυζαντινό τυπικό, η λειτουργία γίνεται στα ελληνικά και το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι απόλυτα πιστό στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Από το προαύλιό της βλέπουμε όλο το χωριό, καθώς και τη λατινική εκκλησία που έχτισαν το 1828 Κορσικανοί που ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ μετά τους Μανιάτες. Κοιτάζοντας τη θάλασσα, ακούω από κάποιο κοντινό σπίτι να τραγουδούν Τα παιδιά του Πειραιά στα ελληνικά, με μια ελαφριά γαλλική προφορά. Πρόκειται για μια χορωδία που κάνει πρόβες. Μέλος της είναι η Μαρί-Λουίζ ή Λιλού Ζανετάκι, που θα μου μιλήσει αργότερα για την ελληνική της καταγωγή.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-8
Tο νεκροταφείο του Καργκέζε, λίγο πιο χαμηλά από τα σπίτια, κοντά στη θάλασσα.

«Τον παππού μου τον έλεγαν Βολιμάκο, δηλαδή “αυτός που βάζει το βόλι στο ντουφέκι”». H ίδια γεννήθηκε στην Κωνσταντίνη της Αλγερίας, σε οικογένεια ελληνικής καταγωγής από την Κορσική, που πήγε εκεί τον 19ο αιώνα, όταν η Αλγερία ήταν ακόμη γαλλική αποικία. Έφυγαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, εξαιτίας του πολέμου της ανεξαρτησίας της αφρικανικής χώρας. «Είμαστε τυχεροί που τελικά γυρίσαμε εδώ στο Καργκέζε, ευτυχώς είχαμε κρατήσει το σπίτι μας», λέει. Μου μίλησε με περηφάνια για τον παππού της Ντράγκο Βολιμάκι, που τον έστειλε ο γαλλικός στρατός να πολεμήσει στα Δαρδανέλλια, επειδή ήξερε ελληνικά. «Οι γονείς μου μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά, αραβικά, κορσικανικά, αλλά σε εμάς τα παιδιά, μόνο γαλλικά».

Κρατώντας ζωντανή τη μνήμη

Αργότερα θα την ακούσω στην ελληνική εκκλησία να τραγουδά με άλλους Κορσικανούς τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, τον κορσικανικό, τον Ύμνο της Μάνης και το «Αγνή Παρθένε Δέσποινα»… Ο διευθυντής της χορωδίας είναι ο επίσης ελληνικής καταγωγής Ζαν-Νοέλ Νταπελό. Είναι ακόμη ο υπεύθυνος Πολιτισμού του Δήμου Καργκέζε και το κύριο στέλεχος μιας μικρής ομάδας που οργανώνει φέτος τους εορτασμούς για τα 350 χρόνια από την άφιξη των Μανιατών στην Κορσική. Παράλληλα είναι ο πρωταγωνιστής μιας μεγάλης προσπάθειας να ξανασυνδεθεί το Καργκέζε με την Ελλάδα και ιδρυτής του συλλόγου «Μνήμη μόρια». Η Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου, θα πει ότι ο στόχος της είναι να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη. «Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθείκαι το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής».

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-9
Χαρακτηριστική πόρτα στο γραφικό χωριό της Κορσικής. 

Ενώ είχαν οργανωθεί ταξίδια στο Οίτυλο της Μάνης από το 1965 και μετά, η επαφή χάθηκε τη δεκαετία του ’80. Η Σεσίλ Πιαντανέλι, ηλικίας 97 ετών, μιλάει για το πρώτο της ταξίδι στο Οίτυλο, το 1965. «Θυμάμαι ήμασταν περίπου 20 άτομα, ήρθαν και ιερείς για να πάμε στο Βοίτυλο [Οίτυλο]. Φύγαμε με καράβι από το Αιάκειο, πήγαμε στη Μασσαλία και από εκεί στην Ελλάδα… Φτάσαμε με τα πολλά στη Μάνη. Το Βοίτυλο έμοιαζε με κορσικανικό χωριό. Έγινε λειτουργία στην εκκλησία, μετά φάγαμε όλοι μαζί… Μας υποδέχτηκαν με τιμές, σαν να ήμασταν από την ίδια οικογένεια».

«Αν ξεχάσουμε την ιστορία μας, δεν θα υπάρχουμε, η ιδιαιτερότητά μας θα χαθεί και το Καργκέζε θα γίνει σαν οποιοδήποτε άλλο χωριό της Κορσικής». -Εμανουέλ Φριμιγκάτσι, πρόεδρος του συλλόγου «Μνήμη μόρια»

Βρίσκω ξανά τον Ζαν-Νοέλ στο δημαρχείο του Καργκέζε, όπου στην πρόσοψη κυματίζει, δίπλα στη γαλλική και την κορσικανική, η λευκή σημαία της Ελληνικής Επανάστασης με τον γαλάζιο σταυρό και το σύνθημα «Νίκη ή Θάνατος. Ή ταν ή επί τας». Με τον δήμαρχο του χωριού, Ζαν-Κλοντ Ντονζελά, που δεν έχει ελληνική καταγωγή, με υποδέχονται στο δημαρχείο και μου μιλούν για τα σχέδιά τους να αναζωπυρώσουν τη σχέση του χωριού με την Ελλάδα. Στον τοίχο έχουν την ελληνική σημαία δίπλα στην ευρωπαϊκή, τη γαλλική και βεβαίως την κορσικανική. Οι τέσσερις σημαίες βρίσκονται αριστερά από την προτομή της Μαριάν, που είναι σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας και το οικόσημο του Καργκέζε. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτά είναι τα συστατικά του μείγματος αυτού του μικρού χωριού. «Η ιστορία μας έχει άρρηκτη σχέση με την Ελλάδα», θα πει ο δήμαρχος που θυμάται να μαθαίνει ελληνικά τραγούδια και χορούς στο σχολείο. Μάλιστα μέχρι πρόσφατα είχαν έναν δάσκαλο ελληνικών.

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-10
O ελληνικής καταγωγής Ζαν-Νοέλ Νταπελό διευθύνει τη χορωδία που θα τραγουδήσει στον εορτασμό των 350 χρόνων της άφιξης των Ελλήνων από τη Μάνη, που θα γίνει τον επόμενο Οκτώβριο. 

Πολιτισμός σημαίνει ετερότητα

Περπατώ στους δρόμους του χωριού και νιώθω κάτι το πολύ οικείο. Η αίσθηση πηγάζει ίσως από το μεσογειακό φως, τις πόρτες των σπιτιών που μου θυμίζουν το Πήλιο, τις γάτες που λιάζονται το πρωί, τα γεράνια, τα γιασεμιά και τις βουκαμβίλιες. Συναντώ τον Λιονέλ Ρεϊμπό, Γάλλο ιταλικής καταγωγής, που ζει κοντά στο Καργκέζε με τη σύζυγό του. Είναι λάτρης της Ελλάδας και διδάσκει ελληνικούς χορούς. «Ο ελληνικός πολιτισμός μάς έφερε κοντά στη Μεσόγειο, που αναζητούσαμε μετά από πολλά χρόνια διαμονής στη Βρετάνη», θα πει η σύζυγός του Αν-Μαρί, ζωγράφος και γλύπτρια. Η κόρη τους Λετίσια σπούδασε κλασική φιλολογία και έχει μεταφράσει στα γαλλικά δύο συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη.

Για ποιον λόγο, όμως, άνθρωποι που δεν έχουν ρίζες στην Ελλάδα την αναζητούν; Μια απάντηση γι’ αυτό θα δώσει ο διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου του Καργκέζε, Λοράν Ζιβερί, ο οποίος οργανώνει εκδηλώσεις (διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, ταινίες) που έχουν σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό: «Ο ελληνικός πολιτισμός και ιδιαίτερα η μυθολογία έχουν επηρεάσει την παγκόσμια κουλτούρα. Η Μεσόγειος δημιουργεί έναν σύνδεσμο με τον πολιτισμό και η Κορσική είναι ένα μεσογειακό νησί… Η επαφή με την Ελλάδα είναι ένας πλούτος και μια ιστορία που μοιραζόμαστε εδώ. Όταν ανεβάζουμε παραστάσεις όπως το Σύνδρομο του Οδυσσέα του Σέργιο Μπαρμπούσια, αναφερόμαστε στη μετανάστευση. Όταν παίζουμε την Ξένη σαν παρωδία του γνωστού βιβλίου του Καμί, καταδικάζουμε την ξενοφοβία. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή αποκλεισμού, πόλωσης και εθνικισμού. Είναι πλούτος το να ερχόμαστε σε επαφή με άλλες κουλτούρες. Πολιτισμός σημαίνει ετερότητα και η Μεσόγειος είναι ένας πολιτισμός χιλιετηρίδων».

Οι τελευταίοι Ελληνες της Κορσικής-11
Άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες, μεταξύ των οποίων και εικόνες από γάμο Κορσικανών ελληνικής καταγωγής.   

Αφήνω το Καργκέζε και σταματώ για λίγο στην παραλία όπου αποβιβάστηκαν οι 600 Μανιάτες από το Οίτυλο το 1676, διανύοντας πάνω από 1.000 ναυτικά μίλια. Κοιτάζω τη θάλασσα και τα βουνά γύρω και συλλογίζομαι το απίστευτο κουράγιο που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι μετανάστευσαν εδώ πριν από 350 χρόνια, για να καταφέρουν, τελικά, κάτι πολύ σημαντικό εδώ στο Καργκέζε: να δημιουργήσουν ένα κορσικανικό χωριό με ελληνικές ρίζες, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πρώτη τους πατρίδα.

kathimerini

https://romioitispolis.gr